Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ στη Νάπολη της Ιταλίας Alessandra Tarantino/AP Photo

Η ΙΤΑΛΙΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ – ΟΤΑΝ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΟΠΩΣΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΡΓΗ

Από τα μπλόκα του Νότου και τα άδεια ράφια στα σούπερ μάρκετ μέχρι τις μαζικές διαδηλώσεις στις μεγάλες πόλεις, η Ιταλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας που ξεπερνά κατά πολύ την ακρίβεια και τις τιμές των καυσίμων.

«Είπαμε ότι στην έσχατη περίπτωση, θα μαζευτούμε όλοι μαζί σε ένα σπίτι και θα συγκεντρώσουμε τα τρόφιμα που έχει ο καθένας… Δεν πειράζει. Να γίνει επιτέλους κάτι! Ας κάνει και μια χώρα κάτι, να έρθει η αλλαγή!».

Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, που φτάνει κοντά στο Σαλέρνο, στη νότια Ιταλία, δεν ακούω άγχος ή φόβο. Ακούω ελπίδα για αλλαγή και λαχτάρα για μια καλύτερη ζωή.

Η πόλη αυτή ανήκει στην περιφέρεια της Καμπανίας, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο των αποκλεισμών των τελευταίων ημερών, λόγω των μπλόκων των αγορτών και των απεργιών των οδηγών φορτηγών, που προκάλεσαν αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και σοβαρά προβλήματα στις μετακινήσεις και κυρίως στην τροφοδοσία.

Ελλείψεις σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας
Ελλείψεις σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας NEWS 24/7

Ειδικότερα, τα μπλόκα σε κομβικά σημεία του οδικού δικτύου σε Καζέρτα και Σαλέρνο – που αποτελούν κέντρα διανομής της μεγάλης λιανικής – αλλά και της περιοχής γύρω από το λιμάνι της Νάπολης, είχαν ως αποτέλεσμα να διακοπεί ή να περιοριστεί η μεταφορά τροφίμων και καυσίμων. 

Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας
Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας NEWS 24/7

Ειδοποίηση προς τους καταναλωτές για τις ελλείψεις
Ειδοποίηση προς τους καταναλωτές για τις ελλείψεις NEWS 24/7

Οι συνέπειες της διακοπής του εφοδιασμού προς τον Nότο, έγιναν γρήγορα ορατές, με άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ και πολλά πρατήρια χωρίς καύσιμα, ενώ υπήρξαν αναφορές και για ελλείψεις φαρμάκων, όπως και για εστιατόρια που αναγκάστηκαν να κλείσουν.

Στο Σαλέρνο, σχηματίστηκαν ουρές χιλιομέτρων από πολίτες που προσπαθούσαν να βάλουν βενζίνη σε ένα από τα ελάχιστα ανοιχτά πρατήρια καυσίμων.

Στα σούπερ μάρκετ, το ιταλικό πρακτορείο ειδήσεων ANSA κατέγραψε ελλείψεις κυρίως σε αυγά, κρέας, φρούτα και λαχανικά, αλλά και γενικότερα σε φρέσκα προϊόντα.

Σχετικές φωτογραφίες, κυρίως από τα άδεια ράφια στα σούπερ μάρκετ, κάνουν τα τελευταία 24ωρα τον γύρο του διαδικτύου. 

Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ στο Σαλέρνο της Ιταλίας
Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ στο Σαλέρνο της Ιταλίας NEWS 24/7

Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας
Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας NEWS 24/7

Εκτός από την Καμπανία (Νάπολη, Σαλέρνο, Καζέρτα), οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν στην Καλαβρία, τη Σικελία, την Απουλία και τα Βασιλικάτα. Το AP ανέφερε, στο μεταξύ, άδεια ή μερικώς άδεια ράφια και στις περιοχές αυτές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η κατάσταση επιδεινώθηκε και από καταναλωτές που έσπευσαν να αποθηκεύσουν τρόφιμα.

Ελλείψεις σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας
Ελλείψεις σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας NEWS 24/7

Οι κινητοποιήσεις στην Ιταλία (κι όχι μόνο) και ο κοινός παρονομαστής

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών στις νότιες περιοχές της Ιταλίας, είχαν ξεκινήσει πρώτες, με τους οδηγούς φορτηγών να ενώνονται μαζί τους αμέσως μετά, καθώς κοινός παρονομαστής της δυσαρέσκειάς τους ήταν το κόστος των καυσίμων και η ακρίβεια – κυρίως, η εκρηκτική αύξηση του ντίζελ.

Ήδη από τις 5-6 Οκτωβρίου, οι κινητοποιήσεις στην Ιταλία αφορούσαν κυρίως αγρότες, κτηνοτρόφους, αλιείς και μεταφορείς, με βασικά αιτήματα τα μέτρα για το υψηλό κόστος των καυσίμων, την αύξηση του κόστους παραγωγής και γενικότερα την ακρίβεια.

«Είμαστε εδώ για τα παιδιά μας», «Το καλάθι μας είναι άδειο, πώς θα πληρώσουμε φόρους, όταν δεν έχουμε να φάμε!» ανέφεραν οι αγρότερα εκείνες τις μέρες, ενώ, όπως φαίνεται στο παρακάτω βίντεο, σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας, συμβολικά, το γάλα χύθηκε στο δρόμο. Αξίζει να σημωθεί πως το γάλα πληρώνεται 38 λεπτά το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο για τους αγρότες έφτασε τα 1,63 ευρώ το λίτρο. «Αν είναι να το ξεπουλάμε, σε αυτό το σημείο προτιμάμε να το πετάμε», είπαν οι αγρότες, οι οποίοι αμφισβήτηαν τις τιμές κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας και τις κερδοσκοπικές πρακτικές που, κατά τη γνώμη τους, καταλήγουν να επιβαρύνουν τον παραγωγό.

Τις αμέσως επόμενες μέρες, οι μαθητικές και φοιτητικές διαδηλώσεις προστέθηκαν δυναμικά στο ίδιο κύμα κοινωνικής διαμαρτυρίας στα μέσα Οκτωβρίου, με αποκορύφωμα το περασμένο Σαββατοκύριακο της 16ης–17ης Οκτωβρίου. Ήταν οι ογκώδεις διαδηλώσεις που είδαμε όχι μόνο σε πόλεις της Ιταλίας – όπως η Ρώμη, η Μπολόνια και το Μιλάνο – αλλά σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, κυρίως στη Γαλλία, την Ισπανία και την Αλβανία.

Η διαμαρτυρία ξεκινά από τα χαμηλά. Κυριολεκτικά. Από τον Νότο της χώρας, από περιοχές όπου η απόσταση από τα κέντρα της εξουσίας δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα. Είναι μια γεωγραφία που μετατρέπεται σε πολιτική μεταφορά.

Ο Giovanni Bottiglieri, 36 ετών, ο οποίος γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στην περιοχή του Σαλέρνο, παρατηρεί με αγωνία τα τεκταινόμενα στη χώρα του και σε κείμενό του που παραχωρεί στο NEWS 24/7, σχολιάζει τα όσα συμβαίνουν, δίνοντας έμφαση στην αγανάκτηση των πολιτών της Ιταλίας, που μοιάζουν να μην αντέχουν πια την φτωχοποίηση και την δυσβάσταχτη καθημερινότητα.

Αναφερόμενος, για παράδειγμα, στην έναρξη των κινητοποήσεων στην Ιταλία, καταγράφει ένα “σχήμα” που έχει τη δική του σημασία: «Η διαμαρτυρία, στο μεταξύ, ξεκινά από τα χαμηλά. Κυριολεκτικά. Από τον Νότο της χώρας, από τη Σικελία, την Καλαβρία, την Καμπανία, την Απουλία, τη Βασιλικάτα, το Μολίζε, από περιοχές όπου η απόσταση από τα κέντρα της εξουσίας δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα. Ανεβαίνει, συμβολικά, κατά μήκος της ιταλικής χερσονήσου, από τα χωράφια και τους χώρους φορτοεκφόρτωσης, από τις καμπίνες των φορτηγών και τους αυτοκινητοδρόμους, μέχρι τα κυβερνητικά μέγαρα και τα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, όπου, εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, ένα μέρος της ηγετικής τάξης μοιάζει να έχει χάσει σταδιακά κάθε επαφή με την πραγματικότητα που ισχυρίζεται ότι διοικεί. Είναι μια γεωγραφία που μετατρέπεται σε πολιτική μεταφορά».

Φορτηγατζήδες, αγρότες, αλιείς, φοιτητές, μαθητές – από ομάδες διαφορετικών πολιτικών κατευθύνσεων – βγήκαν στους δρόμους, διοργανώνοντας παράλληλες κινητοποιήσεις με κοινό οικονομικό υπόβαθρο και διεκδικώντας μια αξιοπρεπή ζωή. Όπως ενδεικτικά βλέπουμε στο παρακάτω βίντεο, στο Μπάρι, η πορεία των μαθητών ενώθηκε με των αγροτών.

 

 
 
 
 
 
View this post on Instagram
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

A post shared by VD (@vdnews)

Οι σχολικές αίθουσες, οι χώροι εργασίας, οι αυτοκινητόδρομοι, τα σπίτια γίνονται διαφορετικοί τόποι μιας κοινής ανησυχίας.

Σχετικά με την ενοποίηση των ομάδων των διαδηλώσεων, ο Giovanni Bottiglieri υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «Αυτό που εντυπωσιάζει είναι μάλλον η έκταση της δυσφορίας, η ικανότητά της να διαπερνά κοινωνικούς χώρους και επαγγελματικές κατηγορίες που μέχρι πριν λίγο έμοιαζαν να αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα. Οι σχολικές αίθουσες, οι χώροι εργασίας, οι αυτοκινητόδρομοι, τα σπίτια γίνονται διαφορετικοί τόποι μιας κοινής ανησυχίας, μέσα στην οποία συνυπάρχουν ο φόβος ότι δεν θα έχεις μέλλον και ο φόβος ότι θα χάσεις όσα έχτισες, ο φόβος ότι θα σε στείλουν να πολεμήσεις σε έναν πόλεμο και ο φόβος ότι δεν θα μπορείς πια να πληρώσεις για να γεμίσεις το ρεζερβουάρ και να πας στη δουλειά σου».

Ελλείψεις σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας
Ελλείψεις σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας NEWS 24/7

Τα τελευταία δύο 24ωρα, πάντως, η κατάσταση στον Νότο άρχισε να αποκλιμακώνεται, όσον αφορά, τουλάχιστον, τη διακοπή της τροφοδοσίας και του εφοδιασμού, έπειτα από έναν συνδυασμό κυβερνητικών μέτρων, αστυνομικής πίεσης και απόφασης οργανώσεων των μεταφορέων να αναστείλουν προσωρινά τις κινητοποιήσεις.

Τα περισσότερα μπλόκα απομακρύνθηκαν, ενώ, παράλληλα, επανεκκίνησε ο ανεφοδιασμός με καύσιμα από τις εγκαταστάσεις της ανατολικής Νάπολης, με την αστυνομία να συνοδεύει βυτιοφόρα προς τα πρατήρια. Η επιστροφή στην κανονικότητα, πάντως, είναι σταδιακή: τα σούπερ μάρκετ άρχισαν να ανεφοδιάζονται, αλλά αρκετά πρατήρια εξακολουθούν να έχουν ελλείψεις και ουρές.

Η κυβέρνηση της Τζόρτζιας Μελόνι σκλήρυνε τη στάση της στις 21–22 Οκτωβρίου, ξεκαθαρίζοντας ότι οι αποκλεισμοί δρόμων συνιστούν ποινικό αδίκημα, ενώ το υπουργείο Εσωτερικών προχώρησε σε μαζικές ταυτοποιήσεις.

Ελλείψεις σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας
Ελλείψεις σε σούπερ μάρκετ του Σαλέρνο της Ιταλίας NEWS 24/7

Καταστολή για όσους διαμαρτύρονται, ελεημοσύνη για όσους δεν αντέχουν άλλο.

Η άρση των αποκλεισμών δεν σημαίνει ότι επιτεύχθηκε συμφωνία με την κυβέρνηση. Οι κινητοποιήσεις ανεστάλησαν μετά τις παρεμβάσεις των αρχών και τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για μέτρα στήριξης, τα οποία οι διαμαρτυρόμενοι εξακολουθούν να θεωρούν ανεπαρκή. «Καταστολή για όσους διαμαρτύρονται, ελεημοσύνη για όσους δεν αντέχουν άλλο» υπογραμμίζει σχετικά ο Giovanni Bottiglieri.

Ταυτόχρονα, στα βόρεια της χώρας, χθες Σάββατο (24/10), είχαν προγραμματιστεί δεκάδες διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις, με τις δυνάμεις ασφαλείας να αναπτύσσονται μαζικά από νωρίς.

Η ουσία των πραγμάτων και… τα δικά μας: Θα έρθει η αλλαγή;

Οι κινητοποιήσεις εκδηλώνονται σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας στην Ιταλία. Το αίσθημα της ματαίωσης είναι ιδιαίτερα έντονο, ειδικά στις νέες γενιές, που βλέπουν τις προσδοκίες για μια καλύτερη ζωή και τα όνειρα για ένα αξιοπρεπές μέλλον, να κατακερματίζονται μέρα με τη μέρα. Οι πολίτες της φαίνεται να μην έχουν πλέον άλλη υπομονή, με την κοινωνία του νότου να βιώνει αυτό το αδιέξοδο ακόμη πιο έντονα.

Μόνο που τα παραπάνω, δεν αφορούν μόνο την Ιταλία. Ας πάμε στα πιο κοντινά, ας πάμε εδώ, στην Ελλάδα και στα δικά μας. Άλλωστε, η Ιταλία και η Ελλάδα είναι δύο χώρες που μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους.

Ναι, είναι έντονη η αγάπη τους για το καλό φαγητό, τη θάλασσα, το καλοκαίρι και τη μεσογειακή καθημερινότητα, ενώ οι άνθρωποι είναι ζεστοί, ανοιχτοί και έξω-καρδιά. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Ιταλία και Ελλάδα μοιράζονται αρκετές από τις ίδιες κοινωνικές πιέσεις: ακρίβεια και στεγαστικό, δυσκολία των νεότερων να αυτονομηθούν, χαμηλή εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς και επίμονες ανισότητες ανάμεσα στα μεγάλα αστικά κέντρα και την περιφέρεια. Και στις δύο χώρες ζητήματα όπως η υγεία, οι μεταφορές, η εκπαίδευση, οι μισθοί και η λειτουργία του κράτους γίνονται συχνά πεδίο κοινωνικής έντασης. Οι εκθέσεις της Κομισιόν για το 2026 επισημαίνουν επίμονες κοινωνικές και διαρθρωτικές προκλήσεις και στις δύο οικονομίες.

Απαιτούμε να βρεθεί κάποιος με το θάρρος να εξεγερθεί, αρκεί η εξέγερση να μην εμποδίζει τη δική μας καθημερινότητα.

Σε συγκυρίες όπως αυτή που εκδηλώνεται τώρα στην Ιταλία, όμως, πολλές φορές χάνεται η ουσία. Οι δυσκολίες που προκαλούν στην καθημερινότητα οι συνέπειες των κινητοποιήσεων, αποπροσανατολίζουν τον απλό κόσμο, που κατά τα άλλα, θέλει να έρθει η μεγάλη αλλαγή προς το καλύτερο.

Όπως τονίζει περίπου αυτού ο Giovanni Bottiglieri, αναφερόμενος στον μέσο Ιταλό πολίτη που παρακολουθεί τα γεγονότα: «Μέχρι χθες απαιτούσε την εξέγερση, σήμερα διαμαρτύρεται για τις συνέπειές της. Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο πικρές αντιφάσεις της χώρας μας: απαιτούμε να βρεθεί κάποιος με το θάρρος να εξεγερθεί, αρκεί η εξέγερση να μην εμποδίζει τη δική μας καθημερινότητα. Είδηση γίνεται η ενόχληση που προκαλείται στην κανονικότητα, ενώ οι λόγοι που οδήγησαν ανθρώπους να τη διακόψουν περνούν σε δεύτερο πλάνο. Ο κόσμος ανησυχεί πολύ περισσότερο για το πόσο θα διαρκέσει η κινητοποίηση παρά για το πόσο αφόρητη έχει γίνει η κατάσταση εκείνων που κινητοποιούνται».

Ο ίδιος υπογραμμίζει, πάντως, πως η δυσαρέσκεια και η αγανάκτηση του λαού αποτελούν μια γενικότερη κατάσταση που έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της και δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια παροδική έκρηξη οργής, εκτιμώντας και ελπίζοντας, παράλληλα, πως πρόκειται για ένα κομβικό σημείο για τη χώρα, που θα φέρει την αλλαγή.

Όπως τονίζει: «Δεν γνωρίζουμε αν αυτές οι κινητοποιήσεις θα συντελέσουν αποτελεσματικά στην αλλαγή, αν η οργή θα μπορέσει να μετατραπεί σε ένα κοινό πολιτικό αίτημα ή αν θα κατακερματιστεί, θα απορροφηθεί και θα εξουδετερωθεί για άλλη μια φορά. Αυτή τη φορά, όμως, οι αντιφάσεις μοιάζουν να εμφανίζονται όλες μαζί». 

Μια χώρα μπορεί να αντέξει πολλά πράγματα, μπορεί να συνηθίσει να είναι φτωχότερη. Όταν όμως ζητάς διαρκώς από τους ανθρώπους να παραιτούνται από κάτι, έρχεται η στιγμή που δεν απομένει σχεδόν τίποτα άλλο για να θυσιάσουν.

«Δεν ξέρω αν παρακολουθούμε την αρχή κάποιου μεγάλου συμβάντος, αλλά θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε όλα αυτά απλώς ένα άθροισμα διαμαρτυριών, μια περίοδο αναταραχών, μια ενόχληση που προορίζεται να εξαφανιστεί από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Η δυσφορία που βλέπουμε να αναδύεται δεν γεννήθηκε από το τίποτα και δεν θα εξαφανιστεί απλώς επειδή κάποιος θα καταφέρει να ανοίξει ξανά έναν αυτοκινητόδρομο ή να επαναφέρει μερικά προϊόντα στα ράφια» σημειώνει.

Και προσθέτει: «Μια χώρα μπορεί να αντέξει πολλά πράγματα. Μπορεί να συνηθίσει να είναι φτωχότερη, να ζει με μεγαλύτερη ανασφάλεια, να φοβάται περισσότερο. Μπορεί ακόμη και να πείσει τον εαυτό της ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει. Όταν όμως ζητάς διαρκώς από τους ανθρώπους να παραιτούνται από κάτι, έρχεται η στιγμή που δεν απομένει σχεδόν τίποτα άλλο για να θυσιάσουν».

«Λες και η υπομονή είναι ένας ανεξάντλητος πόρος. Λες και η αξιοπρέπεια, η ασφάλεια και η δυνατότητα μιας καλύτερης ζωής είναι υπερβολικές απαιτήσεις, αντί να αποτελούν τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες θα έπρεπε να στηρίζεται μια πολιτισμένη κοινωνία» καταλήγει ο Giovanni Bottiglieri.

Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ στη Νάπολη της Ιταλίας
Άδεια ράφια σε σούπερ μάρκετ στη Νάπολη της Ιταλίας Alessandra Tarantino/AP Photo

«Η τέλεια καταιγίδα»: Ολόκληρο το κείμενο του Giovanni Bottiglieri στο NEWS 24/7

“«Όσο έχουμε ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι, εδώ δεν πρόκειται να γίνει ποτέ τίποτα».

Είναι μία από εκείνες τις φράσεις που στην Ιταλία επανέρχονται κάθε φορά που αρχίζει να εκδηλώνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια. Μια τρομερή φράση, αν το καλοσκεφτεί κανείς, γιατί περιγράφει μια χώρα που έχει μάθει να ανέχεται σχεδόν τα πάντα, αρκεί να της αφήνουν τα απολύτως απαραίτητα, για να συνεχίσει να ζει. Μια χώρα που γκρινιάζει, βρίζει, αγανακτεί για λίγες μέρες και ύστερα επιστρέφει στη θέση της. Που παραπονιέται για όσους δεν κάνουν τίποτα, φροντίζοντας την ίδια στιγμή να μην κάνει ούτε η ίδια κάτι. Που γαντζώνεται από την κανονικότητα, ακόμη κι όταν αυτή η κανονικότητα έχει μετατραπεί σε μια αργή, σταδιακή παραίτηση.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν αρχίζει να λείπει ακόμη κι εκείνο το πιάτο φαΐ;

Ο απόηχος του πολέμου που φτάνει από μακριά δεν βρίσκει μια Ιταλία γαλήνια. Αντικρίζει μια χώρα κουρασμένη, που έχει φτωχύνει πρώτα στις προσδοκίες της και έπειτα στα πορτοφόλια της, μια χώρα διαποτισμένη από μια δυσπιστία που πλέον αγγίζει σχεδόν τα πάντα: την πολιτική, τους θεσμούς, την εργασία, την εκπαίδευση, το μέλλον.

Για όσους ανήκουμε στη δική μου γενιά, υπάρχει κάτι βαθιά παράλογο στο να παρακολουθούμε όλα αυτά. Έχουμε μελετήσει πολλές «μελανές» σελίδες στα βιβλία της ιστορίας, τις έχουμε υπο­γραμμίσει, τις έχουμε επαναλάβει στις προφορικές εξετάσεις, τις έχουμε αναλύσει ως μαρτυρίες ενός παρελθόντος που πιστεύαμε πως είχε περάσει οριστικά στη σφαίρα της ιστορικής μνήμης. Τους πολέμους, τον εθνικισμό, την προπαγάνδα, τον αυταρχισμό, τις κοινωνίες που συγκλονίζονταν από οικονομικές κρίσεις και ολοένα βαθύτερες κοινωνικές εντάσεις. Μας φαίνονταν μαθήματα από όσα είχαν συμβεί, προειδοποιήσεις για όσα δεν θα έπρεπε να επαναληφθούν. Κι όμως, σήμερα αναγνωρίζουμε στο παρόν δυναμικές που θα προτιμούσαμε να συνεχίσουμε να διαβάζουμε μέσα στα σχολικά βιβλία. Δεν είναι, φυσικά, η ίδια ιστορία, αλλά είναι αρκετά όσα συμβαίνουν για να νιώθουμε εκείνη την ανησυχητική αίσθηση ότι βλέπουμε ορισμένα γεγονότα να λαμβάνουν χώρα ξανά μπροστά στα μάτια μας. Και ίσως το πιο τρομακτικό απ’ όλα είναι η ευκολία με την οποία κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε ακόμη κι αυτό.

Οι μαθητές βγαίνουν στους δρόμους. Διαδηλώνουν ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στον κίνδυνο να παρασυρθούν σε μια κλιμάκωση που δεν επέλεξαν και πάνω στην οποία δεν έχουν καμία εξουσία, αλλά και ενάντια στις συνθήκες που επικρατούν στα σχολεία όπου περνούν ένα καθοριστικό μέρος της ζωής τους. Κτίρια που καταρρέουν, ανεπαρκείς υποδομές, χώροι που πολύ συχνά φανερώνουν, καλύτερα από οποιονδήποτε πολιτικό λόγο, πόσο λίγο είναι διατεθειμένη αυτή η χώρα να επενδύσει σε εκείνους που έρχονται μετά.

Οι ρωγμές στους τοίχους έχουν γίνει ρωγμές μιας υπόσχεσης: της υπόσχεσης ότι η μόρφωση, η προσπάθεια και η απόκτηση γνώσεων και εφοδίων θα σήμαιναν την κατάκτηση ενός καλύτερου μέλλοντος. Μιας υπόσχεσης που σήμερα, για πολλούς νέους, ακούγεται σχεδόν σαν κοροϊδία.

Και δεν είναι μόνο τα κτίρια που καταρρέουν. Υπάρχει ένα ολοένα πιο εμφανές χάσμα ανάμεσα στις γενιές, ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς που μερικές φορές δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον τρόπο έκφρασης, τους φόβους και τις ευαισθησίες των παιδιών που έχουν μπροστά τους, και σε ενήλικες που εξακολουθούν να απορρίπτουν τους νέους ως τεμπέληδες, εύθραυστους, ανίκανους να πετύχουν κάτι, απρόθυμους να κάνουν θυσίες. Λες και το πρόβλημα είναι πάντοτε εκείνοι που έρχονται μετά, ποτέ εκείνοι που διαχειρίστηκαν όσα προηγήθηκαν.

Οι νέοι ενοχλούν, όταν αρνούνται να αποδεχτούν τον κόσμο, όπως είναι. Πάντοτε ενοχλούσαν, ιδίως εκείνους που έχουν ήδη βρει τη θέση τους μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο.

Όμως στις πλατείες και στους δρόμους δεν υπάρχει μόνο η οργή των μαθητών. Υπάρχει και η οργή εκείνων που εργάζονται, που σηκώνονται κάθε πρωί, πληρώνουν φόρους, συντηρούν μια οικογένεια, κρατούν μια επιχείρηση όρθια και διαπιστώνουν ότι όλα αυτά δεν αρκούν πια για να τους εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή.

Υπάρχει η Ιταλία των μισθών που εξανεμίζονται στα ενοίκια, των λογαριασμών που φτάνουν πάντα στην ώρα τους, την ώρα που οι βεβαιότητες εξαφανίζονται, των πόλεων που έχουν παραδοθεί στον τουρισμό, στο εισόδημα από την ακίνητη περιουσία και σε μια διαδικασία εξευγενισμού των αστικών περιοχών, που εκτοπίζει σταδιακά ακριβώς τους ανθρώπους οι οποίοι κρατούν αυτές τις πόλεις ζωντανές. Αστικά κέντρα μεταμορφωμένα σε τόπους όπου μπορεί κανείς να εργάζεται, αλλά έχει όλο και λιγότερο τη δυνατότητα να ζει.

Υπάρχουν εκείνοι που παράγουν, εκείνοι που καλλιεργούν τη γη, εκείνοι που μεταφέρουν εμπορεύματα. Άνθρωποι για τους οποίους η τιμή των καυσίμων δεν είναι ένας αριθμός που αλλάζει στην πινακίδα ενός πρατηρίου, αλλά η διαφορά ανάμεσα στο να μπορούν να δουλέψουν και στο να δουλεύουν με ζημιά.

Θα ήταν, ωστόσο, τεράστιο λάθος, και κυρίως πολύ βολικό, να περιορίσουμε αυτή τη διαμαρτυρία στην ακρίβεια των καυσίμων. Το ζήτημα των καυσίμων είναι απλώς η πιο άμεση εκδήλωση μιας δυσφορίας που έχει βαθιές ρίζες και συσσωρεύεται εδώ και χρόνια. Είναι η ακρίβεια, η αγοραστική δύναμη που συρρικνώνεται, το κόστος της στέγασης, της παραγωγής, της διατήρησης μιας επιχείρησης, της ανατροφής των παιδιών, ακόμη και της ίδιας της σκέψης να αποκτήσει κανείς παιδιά. Είναι η αίσθηση ότι δουλεύεις όλο και περισσότερο για να διατηρείς όλο και λιγότερα, ότι είσαι παγιδευμένος σε έναν αδιάκοπο αγώνα δρόμου, όπου κάθε αύξηση του μισθού, όταν και εφόσον έρχεται, έχει ήδη εξανεμιστεί από την αύξηση των τιμών.

Είναι χρόνια στερήσεων, υποσχέσεων που διαρκώς αναβάλλονται, θυσιών που παρουσιάστηκαν ως αναγκαίες και κατέληξαν να γίνουν μόνιμες. Χρόνια κατά τα οποία ό,τι υποτίθεται πως θα ήταν προσωρινό μετατράπηκε σε μια συνηθισμένη συνθήκη της καθημερινής ύπαρξης. Στην αρχή σφίγγεις τα δόντια, έπειτα σφίγγεις το ζωνάρι, ύστερα αρχίζεις να κόβεις τα περιττά, μέχρι που συνειδητοποιείς ότι τα περιττά έχουν τελειώσει προ πολλού και πως πλέον κόβεις κομμάτια από την ίδια σου τη ζωή.

Κανείς δεν φτάνει στα όριά του από τη μια μέρα στην άλλη. Η οργή συσσωρεύεται, συχνά σιωπηλά, ενώ συνεχίζεις να εργάζεσαι, να πληρώνεις, να προσπαθείς να βγάλεις άκρη με λογαριασμούς που δεν βγαίνουν πια. Η τιμή των καυσίμων μπορεί να είναι η σπίθα, αλλά θα ήταν ανόητο να αγνοήσουμε όλα όσα, στο μεταξύ, έχουν γίνει εύφλεκτη ύλη.

Και μέσα σ’αυτή την απόγνωση εντάσσονται οι κινητοποιήσεις των αγροτών και των οδηγών φορτηγών. Άντρες ξαπλωμένοι στην άσφαλτο των αυτοκινητοδρόμων, να κλαίνε από απελπισία. Άνθρωποι που το πρωί δέχονται ένα πρωινό γεύμα, στη διάρκεια της ημέρας ένα σάντουιτς, μια χειρονομία αλληλεγγύης από αγνώστους που ίσως αναγνωρίζουν στον αγώνα τους κάτι από τον δικό τους.

Η διαμαρτυρία, στο μεταξύ, ξεκινά από τα χαμηλά. Κυριολεκτικά. Από τον Νότο της χώρας, από τη Σικελία, την Καλαβρία, την Καμπανία, την Απουλία, τη Βασιλικάτα, το Μολίζε, από περιοχές όπου η απόσταση από τα κέντρα της εξουσίας δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα. Ανεβαίνει, συμβολικά, κατά μήκος της ιταλικής χερσονήσου, από τα χωράφια και τους χώρους φορτοεκφόρτωσης, από τις καμπίνες των φορτηγών και τους αυτοκινητοδρόμους, μέχρι τα κυβερνητικά μέγαρα και τα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, όπου, εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, ένα μέρος της ηγετικής τάξης μοιάζει να έχει χάσει σταδιακά κάθε επαφή με την πραγματικότητα που ισχυρίζεται ότι διοικεί.

Είναι μια γεωγραφία που μετατρέπεται σε πολιτική μεταφορά. Από κάτω προς τα πάνω, από εκείνους που κρατούν στην πράξη τη χώρα σε λειτουργία προς εκείνους που συζητούν για την τύχη της ανάμεσα σε ένα συνέδριο και μια συνέντευξη, συχνά χωρίς να γνωρίζουν την τιμή όσων συζητούν. Από τη μία πλευρά, όσοι πρέπει να υπολογίσουν πόσο κοστίζει να γεμίσουν ένα ρεζερβουάρ, αν αξίζει πια να πραγματοποιήσουν μια παράδοση, αν μια εργάσιμη ημέρα κινδυνεύει να κλείσει με ζημία. Από την άλλη, όσοι μιλούν για ποσοστά, οικονομικούς περιορισμούς, ισορροπίες και στρατηγικές, λες και η ζωή των ανθρώπων είναι ένα λογιστικό πρόβλημα που πρέπει να τακτοποιηθεί στην επόμενη σύσκεψη.

Δύο γλώσσες που μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετικές χώρες, παρόλο που η χώρα είναι η ίδια. Και ίσως αυτή να είναι ακριβώς η απόσταση που δυσκολότερα γεφυρώνεται: η απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που μιλούν για θυσίες και σε εκείνους που πρέπει να τις κάνουν, ανάμεσα σε εκείνους που διαχειρίζονται τις συνέπειες των δικών τους αποφάσεων και σε εκείνους που είναι αναγκασμένοι να τις υποστούν.

Η κινητοποίηση των οδηγών φορτηγών κάνει ξαφνικά ορατή αυτή την απόσταση, γιατί η διακοπή της μεταφοράς εμπορευμάτων πλήττει άμεσα μια καθημερινότητα που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε απαραβίαστη. Όταν τα φορτηγά σταματούν και οι παραδόσεις διακόπτονται, τα ράφια αδειάζουν, τα προϊόντα που αγοράζαμε χωρίς δεύτερη σκέψη γίνονται δυσεύρετα και ένα ολόκληρο σύστημα, θεμελιωμένο στην άμεση διαθεσιμότητα των πάντων, αποκαλύπτει πόσο εύθραυστη είναι η κανονικότητα που έχουμε οικοδομήσει.

Είναι μια εικόνα ισχυρή, που προκαλεί φόβο κυρίως σε μια κοινωνία η οποία έχει μάθει να θεωρεί την κατανάλωση φυσικό δικαίωμα, χωρίς σχεδόν ποτέ να αναρωτιέται για την εργασία, τους ανθρώπους και τις υλικές συνθήκες που την καθιστούν δυνατή.

Και να τον, λοιπόν, τον μέσο άνθρωπο. Εκείνον που μέχρι χθες ωρυόταν επειδή κανείς δεν διαμαρτυρόταν, επειδή οι Ιταλοί ήταν πρόβατα, επειδή επιτέλους έπρεπε να γίνει κάτι. Τώρα αγανακτεί κι αυτός, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: κάποιος τόλμησε να διαταράξει την καθημερινότητά του, το προϊόν που αναζητούσε δεν είναι διαθέσιμο, η παραγγελία του καθυστερεί να φτάσει, το σουπερμάρκετ δεν προσφέρει πια εκείνη την καθησυχαστική αφθονία στην οποία είχε συνηθίσει. Μέχρι χθες απαιτούσε την εξέγερση, σήμερα διαμαρτύρεται για τις συνέπειές της. Δεν έχει απαραίτητα κατανοήσει τους λόγους εκείνων που σταμάτησαν να εργάζονται απλώς ανακάλυψε πόσο του κοστίζει, σε όρους προσωπικής άνεσης, μια διαμαρτυρία που επιτέλους έχει κάποιο αποτέλεσμα.

Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο πικρές αντιφάσεις της χώρας μας: απαιτούμε να βρεθεί κάποιος με το θάρρος να εξεγερθεί, αρκεί η εξέγερση να μην εμποδίζει τη δική μας καθημερινότητα.

Ένα μέρος των ιταλικών μέσω μαζικής ενημέρωσης συμβάλλει σε αυτή την εικόνα, παρουσιάζοντας τις κινητοποιήσεις κυρίως μέσα από τα προβλήματα που προκαλούν: την κυκλοφορία που έχει παραλύσει, τις παραδόσεις που ακυρώθηκαν, τον ανεφοδιασμό που διακόπηκε. Είδηση γίνεται η ενόχληση που προκαλείται στην κανονικότητα, ενώ οι λόγοι που οδήγησαν ανθρώπους να τη διακόψουν περνούν σε δεύτερο πλάνο. Ο κόσμος ανησυχεί πολύ περισσότερο για το πόσο θα διαρκέσει η κινητοποίηση παρά για το πόσο αφόρητη έχει γίνει η κατάσταση εκείνων που κινητοποιούνται.

Στο μεταξύ, ο πόλεμος συνεχίζει να εισβάλλει στη ζωή μας, ακόμη κι αν δεν πλησιάζει γεωγραφικά τα σύνορά μας. Το κάνει μέσα από τις οικονομικές επιλογές, τις διεθνείς συμμαχίες, τις αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες, τις συνέπειες των γεωπολιτικών εντάσεων. Εισχωρεί στην τιμή των καυσίμων, στο κόστος των εμπορευμάτων, στις προοπτικές μιας επιχείρησης, στα εβδομαδιαία ψώνια μιας οικογένειας. Δεν χρειάζεται να πέσουν βόμβες στις πόλεις μας για να καταλήξει ένας πόλεμος να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτές.

Γι’ αυτό πρέπει να το επαναλάβουμε, χωρίς τυπικές διατυπώσεις: όχι στον πόλεμο. Όχι στην κανονικοποίησή του, στην ιδέα ότι η κλιμάκωση είναι αναπόφευκτη, ότι κάθε διεθνής κρίση πρέπει να βρίσκει τη λύση της σε μια νέα ένοπλη αναμέτρηση, ότι οι ζωές των ανθρώπων μπορούν να θυσιάζονται στον βωμό γεωπολιτικών ισορροπιών πάνω στις οποίες οι ίδιοι δεν έχουν καμία εξουσία. Έχουμε ήδη γίνει μάρτυρες αποφάσεων με καταστροφικές συνέπειες, τις οποίες έλαβαν κυβερνήσεις και ηγετικές τάξεις που πολύ συχνά επιχείρησαν να παρουσιάσουν τις επιλογές τους ως ιστορικές αναγκαιότητες, για να αφήσουν τελικά σε άλλους το βάρος να πληρώσουν το τίμημα.

Ο πόλεμος δεν είναι καιρικό φαινόμενο. Δεν ξεσπά επειδή αλλάζει ο άνεμος, δεν κλιμακώνεται επειδή το επιβάλλει η φυσική τάξη των πραγμάτων. Πίσω από κάθε κλιμάκωση υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, ανθρώπινες αποφάσεις, συμφέροντα, λανθασμένες εκτιμήσεις και χαμένες διπλωματικές ευκαιρίες. Η απόρριψη του πολέμου δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τις επιθετικές ενέργειες ή αρνούμαστε το δικαίωμα των λαών να υπερασπίζονται τον εαυτό τους, αλλά ότι αμφισβητούμε τη σταδιακή αποδοχή της ένοπλης βίας ως συνηθισμένης γλώσσας των διεθνών σχέσεων, την ώρα που από τους πληθυσμούς ζητείται να υπομείνουν τις οικονομικές και ανθρώπινες συνέπειές της.

Μπροστά σε όλα αυτά, τι έχει να προσφέρει η πολιτική;

Στους μαθητές που διαμαρτύρονται απαντά με καταστολή, αντιμετωπίζοντας τη διαφωνία ως ζήτημα διαχείρισης της δημόσιας τάξης. Στους εργαζομένους υπόσχεται παρεμβάσεις, αποζημιώσεις, προσωρινά μέτρα, μερικές παραχωρήσεις που παρουσιάζονται ως οριστικές λύσεις. Λες και όποιος ζητά να μπορεί να ζει από τη δουλειά του ζητά ελεημοσύνη.

Καταστολή για όσους διαμαρτύρονται, ελεημοσύνη για όσους δεν αντέχουν άλλο.

Η Τζόρτζια Μελόνι έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής της εικόνας πάνω στη δύναμη, την αποφασιστικότητα, την ικανότητα να αναλαμβάνει ευθύνες και να δίνει απαντήσεις. Όμως το να κυβερνάς δεν σημαίνει απλώς να επιδεικνύεις εξουσία, και η δύναμη που προβάλλεται στους λόγους δεν αρκεί για να ανακόψει τη φτωχοποίηση των προσδοκιών ούτε για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη εκείνων που αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι.

Όσο για την πολιτική παράδοση από την οποία προέρχεται ένα μέρος της σημερινής κυβερνητικής δεξιάς, δεν βλέπω κανέναν λόγο να της δείξω ιστορική επιείκεια. Ο φασισμός είχε ως μερικά από τα θεμέλιά του την καταστολή της διαφωνίας, την εξύμνηση της εξουσίας και την υποταγή των κοινωνικών συγκρούσεων σε μια τάξη πραγμάτων επιβεβλημένη άνωθεν. Όποιος διεκδικεί αυτή την παράδοση, καλλιεργεί τη νοσταλγία γι’ αυτήν ή εξακολουθεί να την θεωρεί ένα παρελθόν από το οποίο αρκεί να κρατά μόνο τις μισές αποστάσεις, δεν μπορεί να απαιτεί να ξεχνιούνται αυτές οι ρίζες κάθε φορά που συζητάμε για τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία και την ελευθερία. Από τους φασίστες σίγουρα δεν περιμένω μαθήματα δημοκρατίας, πόσο μάλλον ιδιαίτερη κατανόηση για όσους βγαίνουν στους δρόμους για να αμφισβητήσουν την κατεστημένη εξουσία.

Άλλωστε, ένα σημαντικό μέρος της χώρας εξακολούθησε επί χρόνια να πιστεύει ότι τα προβλήματα της Ιταλίας θα μπορούσαν να λυθούν, αν εμπιστευόταν έναν ισχυρό ηγέτη, κάποιον ικανό να επιβάλει την τάξη, να παίρνει γρήγορες αποφάσεις και να επιβάλλεται πάνω στις αντιφάσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας. Είναι ένας πειρασμός βαθιά ριζωμένος στην πολιτική μας κουλτούρα: να παραδίδουμε σε ένα πρόσωπο την ευθύνη της αλλαγής, συγχέοντας τη συγκέντρωση της εξουσίας με την εγγύηση της αποτελεσματικότητας. Και ύστερα, όταν οι υποσχέσεις συντρίβονται πάνω στην πραγματικότητα, να αναζητούμε απλώς ένα καινούργιο πρόσωπο στο οποίο θα εναποθέσουμε τις ίδιες ελπίδες.

Κι όμως, μέσα στις κινητοποιήσεις που συμβαίνουν σε όλη τη χώρα, κάτι θα μπορούσε να αρχίσει να ραγίζει σε αυτόν τον μηχανισμό. Όχι επειδή έχει ήδη γεννηθεί μια συλλογική συνείδηση ούτε επειδή μαθητές, αγρότες, οδηγοί φορτηγών και εργαζόμενοι ανακάλυψαν ξαφνικά ότι συμμετέχουν στον ίδιο αγώνα. Θα ήταν αφελές να το υποστηρίξουμε, όπως αφελές θα ήταν να θεωρούμε αυτομάτως δίκαιο κάθε αίτημα ή να φανταζόμαστε ότι κάθε πράξη ρήξης οδηγεί αναγκαστικά σε αλλαγή.

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι μάλλον η έκταση της δυσφορίας, η ικανότητά της να διαπερνά κοινωνικούς χώρους και επαγγελματικές κατηγορίες που μέχρι πριν λίγο έμοιαζαν να αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα. Οι σχολικές αίθουσες, οι χώροι εργασίας, οι αυτοκινητόδρομοι, τα σπίτια γίνονται διαφορετικοί τόποι μιας κοινής ανησυχίας, μέσα στην οποία συνυπάρχουν ο φόβος ότι δεν θα έχεις μέλλον και ο φόβος ότι θα χάσεις όσα έχτισες, ο φόβος ότι θα σε στείλουν να πολεμήσεις σε έναν πόλεμο και ο φόβος ότι δεν θα μπορείς πια να πληρώσεις για να γεμίσεις το ρεζερβουάρ και να πας στη δουλειά σου.

Και στη μέση βρισκόμαστε όλοι εμείς, συνηθισμένοι να ζούμε σαν το σύστημα που καθιστά δυνατή την καθημερινότητά μας να ήταν αιώνιο, άφθαρτο, δεδομένο. Κι όμως, αρκεί ένα ακινητοποιημένο φορτηγό, ένα άδειο ράφι, ένας δυσβάσταχτος λογαριασμός για να μας θυμίσει πόσο εύθραυστο είναι.

Δεν γνωρίζουμε αν αυτές οι κινητοποιήσεις θα συντελέσουν αποτελεσματικά στην αλλαγή, αν η οργή θα μπορέσει να μετατραπεί σε ένα κοινό πολιτικό αίτημα ή αν θα κατακερματιστεί, θα απορροφηθεί και θα εξουδετερωθεί για άλλη μια φορά. Στην Ιταλία είμαστε εξαιρετικά ικανοί και σε αυτό: να μετατρέπουμε τη δυσαρέσκεια σε παραίτηση, να περιμένουμε να περάσει, να αναζητούμε κάποιον πιο αδύναμο για να του φορτώσουμε την ευθύνη, να πείθουμε τον εαυτό μας ότι, κατά βάθος, δεν υπάρχει εναλλακτική.

Αυτή τη φορά, όμως, οι αντιφάσεις μοιάζουν να εμφανίζονται όλες μαζί. Ο πόλεμος έξω από τα σύνορα, η σύγκρουση ανάμεσα στις γενιές, η εργασία που δεν προσφέρει πια ασφάλεια, οι πόλεις που γίνονται ολοένα πιο απρόσιτες, τα σχολεία που καταρρέουν, οι θεσμοί που δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, το κόστος ζωής που καταβροχθίζει ακόμη και την ίδια τη δυνατότητα να σχεδιάσεις κάτι για το μέλλον. Και πάνω απ’ όλα, μια οργή που έρχεται από μακριά, που δεν γεννήθηκε μέσα σε μία εβδομάδα και που δεν μπορεί να μετρηθεί απλώς μετρώντας τα ακινητοποιημένα φορτηγά και τα χιλιόμετρα των ουρών στους δρόμους.

Είναι αυτή η τέλεια καταιγίδα;

Ίσως είναι ακόμη νωρίς για να το πούμε. Και ίσως το να μιλάμε για υβριδικό πόλεμο να μην είναι καν ο πιο σωστός τρόπος για να περιγράψουμε αυτό που ζούμε. Παραμένει, όμως, ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί κανείς να παραμερίσει: πόσο μακριά πρέπει να βρίσκεται ένας πόλεμος για να μπορούμε να συνεχίσουμε να θεωρούμε ότι δεν επηρεάζει τις ζωές μας;

Η σύγκρουση δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα από το μέτωπο. Μετριέται και στις συνέπειες που διαπερνούν μια κοινωνία, στους πόρους που αφαιρούνται από άλλες προτεραιότητες, στους φόβους που εισβάλλουν στα σπίτια, στις επιλογές που γίνονται υποχρεωτικές για εκείνους που δεν έχουν τη δύναμη να τις κάνουν οι ίδιοι.

Και δίπλα στον πόλεμο που διεξάγεται με όπλα υπάρχει ένας άλλος, λιγότερο θεαματικός αλλά όχι λιγότερο βαθύς, που διαπερνά τις κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις ανάμεσα στις γενιές. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε εκείνους που είχαν πρόσβαση σε ευκαιρίες, σταθερότητα, δικαιώματα και δυνατότητες εξέλιξης και σε εκείνους από τους οποίους σήμερα ζητούν θυσίες για να διατηρηθεί ένα σύστημα από το οποίο αποκομίζουν όλο και λιγότερα. Ανάμεσα σε εκείνους που υπερασπίζονται προνόμια τα οποία θεωρούν κεκτημένα και σε εκείνους που δεν έχουν καν τη δυνατότητα να τα αποκτήσουν. Ανάμεσα σε γενιές που έχουν καταναλώσει ένα μέρος του μέλλοντος και σε γενιές από τις οποίες ζητείται να δείξουν υπομονή, υπευθυνότητα, κατανόηση, να είναι πρόθυμες να στερηθούν ακόμη περισσότερα.

Λες και η υπομονή είναι ένας ανεξάντλητος πόρος. Λες και η αξιοπρέπεια, η ασφάλεια και η δυνατότητα μιας καλύτερης ζωής είναι υπερβολικές απαιτήσεις, αντί να αποτελούν τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες θα έπρεπε να στηρίζεται μια πολιτισμένη κοινωνία.

Δεν ξέρω αν παρακολουθούμε την αρχή κάποιου μεγάλου συμβάντος, αλλά θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε όλα αυτά απλώς ένα άθροισμα διαμαρτυριών, μια περίοδο αναταραχών, μια ενόχληση που προορίζεται να εξαφανιστεί από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Η δυσφορία που βλέπουμε να αναδύεται δεν γεννήθηκε από το τίποτα και δεν θα εξαφανιστεί απλώς επειδή κάποιος θα καταφέρει να ανοίξει ξανά έναν αυτοκινητόδρομο ή να επαναφέρει μερικά προϊόντα στα ράφια.

Μια χώρα μπορεί να αντέξει πολλά πράγματα. Μπορεί να συνηθίσει να είναι φτωχότερη, να ζει με μεγαλύτερη ανασφάλεια, να φοβάται περισσότερο. Μπορεί ακόμη και να πείσει τον εαυτό της ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κάνει. Όταν όμως ζητάς διαρκώς από τους ανθρώπους να παραιτούνται από κάτι, έρχεται η στιγμή που δεν απομένει σχεδόν τίποτα άλλο για να θυσιάσουν.

Και ίσως το πιο σοβαρό να μην είναι καν όσα μας στερούν, αλλά όλα εκείνα που έχουμε ήδη πάψει να ονειρευόμαστε ότι θα αποκτήσουμε.

Γιατί από μια χώρα μπορείς να αφαιρέσεις πολλά. Όταν όμως της στερείς ακόμη και την επιθυμία να φανταστεί ένα διαφορετικό μέλλον, δεν της ζητάς να αντέξει μια κρίση. Της ζητάς να αποδεχτεί την παράδοσή της“.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα