Αρχείο Βλοντάκη

“ΗΤΑΝ ΓΡΑΦΤΟ Η ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΤΗΝ ΦΡΙΚΗ”. ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΒΛΟΝΤΑΚΗ

Οι βομβαρδισμοί των Χανίων, η φρίκη του αλβανικού μετώπου, η πείνα της Κατοχής και η σταδιακή διάλυση της ανθρώπινης αλληλεγγύης μέσα από το «Πολεμικόν Ημερολόγιον 1940–1941» του Χανιώτη Μιχάλη Βλοντάκη.

Στις 24 Οκτωβρίου του 1915 γεννήθηκε στα Χανιά ένας άνθρωπος που, κατά την επιγραμματική βιογραφική σημείωση των οικείων του, «θὰ μποροῦσε νὰ γίνει λόγιος, παρὰ λίγο νὰ γίνει χρυσοχόος, τελικὰ ἔγινε ἔμπορος».

Ο Μιχαήλ Γ. Βλοντάκης υπήρξε μια πολυσχιδής φυσιογνωμία της προπολεμικής κρητικής κοινωνίας: ένας άνθρωπος του εμπορίου με βαθιά πνευματική καλλιέργεια, πάθος για τη μελέτη και αξιοσημείωτη λογοτεχνική ευαισθησία. Όταν τον Οκτώβριο του 1940 εκλήθη υπό τα όπλα, εντασσόμενος στο 14ο Σύνταγμα Πεζικού της θρυλικής 5ης Μεραρχίας Κρητών, πήρε μαζί του ένα τετράδιο. Σε αυτό κατέγραψε, μέρα με την ημέρα, τη βίαιη είσοδο της γενιάς του στον όλεθρο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αρχείο Βλοντάκη

Την 1η Νοεμβρίου του 1940, λίγες ημέρες μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, οι σειρήνες και οι καμπάνες του συναγερμού διακόπτουν την καθημερινότητα των Χανίων. Οι κάτοικοι της πόλης αντικρίζουν για πρώτη φορά τη φρίκη των αεροπορικών βομβαρδισμών.

Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Μιχάλης Βλοντάκης, ένας νέος Χανιώτης που λίγες ημέρες αργότερα θα εγκαταλείψει την Κρήτη για το μέτωπο.

Το ημερολόγιο έχει μια ιδιαιτερότητα. Ξεκινά ως μαρτυρία ενός ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον πόλεμο και σταδιακά μετατρέπεται σε μια αφήγηση για την πείνα, την κοινωνική αδιαφορία, τη μοναξιά και την αγωνιώδη προσπάθεια διατήρησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Στις σελίδες του, ο πόλεμος δεν περιορίζεται στις μάχες, στις νίκες και στις ήττες των στρατών. Είναι μια κατάσταση που εξαπλώνεται σε κάθε πλευρά της ζωής, διαλύει την καθημερινότητα και δοκιμάζει ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις ανθρώπινες σχέσεις.

Το κείμενο του ημερολογίου καλύπτει τη χρονική περίοδο από την 28η Οκτωβρίου 1940 έως και τις 11 Δεκεμβρίου 1941.

Αρχείο Βλοντάκη

«Είδαμε σήμερα τον πόλεμο με τα μάτια μας»

Την Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 1940, ο Βλοντάκης καταγράφει την πρώτη άμεση εμπειρία του από τη βία του πολέμου:

-«Είδαμε σήμερα τον πόλεμο με τα μάτια μας, τη φρίκη του, την αγωνία του, και συναδελφωθήκαμε ίσως με το θάνατο. Ήταν δυό η ώρα ύστερα από το μεσημέρι. Τα Χανιά γεμάτα κόσμο, που ακόμα δεν πίστευε πως η φρίκη του πολέμου θα μπορούσε ν’ απλωθεί στη μικρή ειρηνική μας πόλη. Κι’ ακούστηκαν γοργά, ανατριχιαστικά, καμπάνες να δίδουν το σύνθημα του συναγερμού…

Ο κόσμος δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα τον κίνδυνο και περίμενε στα πεζοδρόμια, κυττάζοντας τον ουρανό. Σε λίγο ακούστηκε ο βόμβος των αεροπλάνων, οι υπόκωφοι κρότοι των αντιαεροπορικών βλημάτων που έσκαζαν στον αέρα και, τέλος, τα κακαρίσματα των πολυβόλων και ο κρότος από το μακρινό πέσιμο μιας βόμβας. Σιγά-σιγά συνειδητοποιείται ο κίνδυνος και ο κόσμος τρέχει να χωθεί στα υποτυπώδη καταφύγια…»

Η πρώτη αντίδραση των κατοίκων είναι σχεδόν η δυσπιστία. Ο πόλεμος υπάρχει ήδη, αλλά φάνταζε ως κάτι μακρινό. Αφορούσε στρατιώτες, τα σύνορα, τις πολεμικές ανακοινώσεις. Χρειάστηκε να ακουστεί ο κρότος της πρώτης βόμβας την Παρασκευή 1η Νοεμβρίου 1940 για να γίνει αντιληπτό ότι η ίδια η πόλη είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης.

Στις δύο μετά το μεσημέρι, οι καμπάνες σήμαναν συναγερμό. Ο άμαχος πληθυσμός, που αρχικά κοιτούσε με περιέργεια τον ουρανό χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο, βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο ιταλικής αεροπορικής επιδρομής. Τα εχθρικά αεροσκάφη κατέβηκαν χαμηλά, πολυβολώντας τους δρόμους.

Αρχείο Βλοντάκη

Ο Βλοντάκης βρέθηκε εγκλωβισμένος σε ένα πρόχειρο καταφύγιο. Βρέθηκε να μοιράζεται τον χώρο με ένα ετερόκλητο πλήθος που πάσχιζε να σωθεί:

«Μαθητούδια με τις τσάντες τους, που γελούν μπροστά στον κίνδυνο, ένας κύριος άψογα ντυμένος με το τσιγάρο στο στόμα, μια γυναικούλα που έχει χάσει μέσα στο συναγερμό το παιδί της, ένας χοντρός αξιωματικός και μια μικρούλα μοναχή, μαζύ μ’ άλλους, και κάμποσοι φαντάροι…».

Μια βόμβα έπληξε λοξά το ίδιο το κτίριο όπου είχαν καταφύγει. Ο κρότος, η σκόνη, τα σπασμένα τζάμια και η κατάρρευση των τοίχων δημιούργησαν σκηνικό πανικού. Όταν το αργό χτύπημα της καμπάνας σήμανε τη λήξη του συναγερμού, το σπίτι στεκόταν ακρωτηριασμένο, με τα παράθυρά του να κρέμονται «σαν σπασμένες φτερούγες πληγωμένου πουλιού».

Η πραγματική φρίκη, ωστόσο, αποκαλύφθηκε λίγο παρακάτω, προς τη Σχολή Χωροφυλακής. Μια άλλη βόμβα ισοπέδωσε ένα παρακείμενο καφενείο, καταπλακώνοντας τους θαμώνες. Ανάμεσα στα ερείπια, ένας λοχίας σώθηκε ως εκ θαύματος σφυρίζοντας ασταμάτητα μέσα από τα χώματα με μια σφυρίχτρα στο στόμα. Για τους υπόλοιπους, η κατάληξη υπήρξε μακάβρια:

«Ώρες πολλές ύστερα βγάζανε από τα ερείπια ματωμένα κομμάτια από σάρκες. Και τα κομμάτια αυτά από κομμένα χέρια και πόδια, τα ματωμένα ρούχα με τ’ άντερα και τα σκώτια φορτωνόντουσαν σε μια σούστα. Τρέχανε ακόμη αίμα. Ένα αίμα πηχτό, που ανακατεύτηκε με το χώμα κι’ έγινε μια ματωμένη λάσπη. Η σούστα γέμισε μέχρι πάνω. Κι’ έφυγε, ενώ η λάσπη που έτρεχε από τη σούστα άφινε μια κοκκινόμαυρη γραμμή στην άσπρη σκόνη του δρόμου».

Την επομένη, 2 Νοεμβρίου, τα αεροσκάφη επανήλθαν. Μια εμπρηστική βόμβα τύλιξε στις φλόγες το εργοστάσιο Μαλλινάκη, ενώ ο Δημοτικός Κήπος υπέστη βαρύτατο πλήγμα. Οι βόμβες και τα πολυβόλα θέρισαν τα δέντρα, αφήνοντας πίσω τους αμέτρητα νεκρά πουλιά να κείτονται στο έδαφος. Στον δρόμο προς τη Σούδα, διαμελισμένα άλογα και συντρίμμια συμπλήρωναν την εικόνα της καταστροφής.

Η καταστροφή δεν αποτυπώνεται με αριθμούς, αλλά μέσα από τα οικεία πράγματα που παύουν να υπάρχουν όπως τα γνώριζαν οι άνθρωποι.

Ο πόλεμος έχει εισβάλει στον χώρο της καθημερινής ζωής.

Τα Χανιά είχαν μετατραπεί σε πόλη-φάντασμα.

Αρχείο Βλοντάκη

Ο αποχαιρετισμός της Κρήτης

Δεκαπέντε ημέρες αργότερα, το Σάββατο 16 Νοεμβρίου, ο Βλοντάκης ετοιμάζεται να αναχωρήσει από την Κρήτη.

Η αγωνία του δεν αφορά μόνο τις μάχες που τον περιμένουν. Αφορά κυρίως την πιθανότητα να μη δει ποτέ ξανά τον τόπο του και τους ανθρώπους που αγαπά.

«Σήμερα τελειώνουν τα ψέμματα… Φεύγουμε… Για πού; Άγνωστο. Κανείς δεν ξέρει. Τα φού-φού των φαντάρων και των αξιωματικών δίνουν και παίρνουν.

Πάνω στα χώματα της Κρήτης είναι μετρημένες οι ώρες μας πια, κι’ έρχονται δάκρυα στα μάτια στη σκέψη πως δεν θα ξαναδούμε ίσως τα μέρη και τα πρόσωπα τ’ αγαπημένα.»

Το ξημέρωμα της 17ης Νοεμβρίου βρήκε το λιμάνι της Σούδας ασφυκτικά γεμάτο από πολεμικά, επιβατηγά και φορτηγά πλοία. Χιλιάδες Κρητικοί περίμεναν κάτω από τις ελιές τη σειρά τους για την επιβίβαση. Παρά τις αυστηρές απαγορεύσεις, ομοβροντίες από πυροβολισμούς έσχιζαν τον αέρα: οι φαντάροι αποχαιρετούσαν την πατρίδα τους με μπαλωθιές, γνωρίζοντας πως πολλοί δεν θα την ξανάβλεπαν ποτέ.

Από εδώ και πέρα, ο Βλοντάκης θα ζει με τη διαρκή αβεβαιότητα του πολέμου, σε τόπους ξένους, μέσα σε συνθήκες που συχνά φτάνουν στα όρια της ανθρώπινης αντοχής.

Αρχείο Βλοντάκη

 

Στο αλβανικό μέτωπο: Το άλογο που πέθαινε αβοήθητο, χωρίς καν να του δίνεται η χαριστική βολή

Η απομάκρυνση του 14ου Συντάγματος Πεζικού από τις κρητικές ακτές σήμανε την έναρξη μιας μακράς, βασανιστικής πορείας προς το μέτωπο, η οποία εξελίχθηκε μέσα από διαδοχικά στάδια γεωγραφικής και ψυχικής αποξένωσης. Η επιχείρηση μεταφοράς της 5ης Μεραρχίας οργανώθηκε με όρους εκτεταμένης ναυτικής επιχείρησης: δεκαοκτώ πλοία συνολικά —εννέα πολεμικά συνοδείας και άλλα τόσα επιβατηγά και μεταγωγικά, ανάμεσά τους γνώριμα σκαριά των ακτοπλοϊκών γραμμών όπως η «Έλση», η «Ελένη», η «Αλμπέρτα», η «Κορινθία» και η «Αρντέννα»— συγκρότησαν τη νηοπομπή που διέσχισε το Αιγαίο.

Παρά τη διαρκή απειλή εχθρικών υποβρυχίων και αεροπορικών επιδρομών, η θάλασσα παρέμεινε γαλήνια. Το πέρασμα από τον κόλπο της Χαλκίδας μέσα στη νύχτα πρόσφερε μια από τις σπάνιες στιγμές συγκινησιακής ανάπαυλας, καταγεγραμμένη με έντονο λυρισμό:

«Να η Χαλκίδα με τ’ ονομαστό στενό της, με τα παράξενα νερά, να το γιοφύρι που άνοιξε να περάσουμε, να μέσα στο σκοτάδι οι σιλουέττες των σπιτιών της παραλίας και κόσμος κάμποσος που μας χαιρετά με τα μαντήλια και μας ζητωκραυγάζει… Θάθελα να ξανακάνω το ταξίδι αυτό. Μα να είναι ειρήνη… Τα βαπόρια γεμάτα φως, χαρά, κέφι…».

Τον Δεκέμβριο του 1940, οι περιγραφές του ημερολογίου μεταφέρονται στα βουνά της Αλβανίας.

Στις 13 Δεκεμβρίου γράφει:

«Λάσπη απελπιστική, ανυπόφορη, κάθε μονοπάτι και κάθε δρομάκι είναι αδιάβατα. Είχε βρέξει και το χώμα, ζυμωμένο από τα πατήματα χιλιάδων φαντάρων και ζώων, έχει γίνει λάσπη κατακόκκινη, γλιστερή, σχεδόν ρευστή.

Στο δρόμο το χιόνι έχει παγώσει, έχει γίνει κρύσταλλο και τα ζώα φορτωμένα γλιστρούν σε κάθε τους βήμα… Πολλά, εξηντλημένα από τις συνεχείς πορείες, δεν έχουν τη δύναμη να σηκωθούν πια σαν πέσουν.»

Λίγες σελίδες αργότερα, ο συγγραφέας περιγράφει μία εικόνα που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη του:

«Θυμήθηκα ένα άλογο που προχθές μες στο χιόνι έσπασε το πόδι του. Μάταια προσπαθούσε να ξανασηκωθεί. Το ξεφόρτωσαν κι’ έμεινε μες στο χιόνι… Στα μάτια του καθρεφτιζότανε όλη η προσπάθειά του να ζήσει, όλη η φλόγα της ζωής. Θα μου μείνει για πάντα αξέχαστη η ματιά του.

Είναι κάτι που δεν μπορώ να περιγράψω. Λες και ζητούσε βοήθεια από όλους που περνούσαν μπροστά του και το κύτταζαν. Μα όλοι περνούσαν μπροστά του αδιάφοροι, χωρίς κανείς να μπορεί να το βοηθήσει ή τουλάχιστον να έχει το θάρρος να του χαρίσει τον λυτρωτή θάνατο.»

Το άλογο που πεθαίνει αβοήθητο γίνεται σύμβολο της βίας του πολέμου, μιας βίας που δεν περιορίζεται στον άνθρωπο και δεν προϋποθέτει πάντοτε την παρουσία ενός εχθρού.

Η αδυναμία των στρατιωτών να βοηθήσουν το ζώο τούς μετατρέπει σε αναγκαστικούς θεατές του πόνου του.

Εμφανίζεται ήδη ένα μοτίβο: η ανθρώπινη αδυναμία, αλλά και η αδιαφορία, μπροστά στον πόνο.

Αρχείο Βλοντάκη

«Οι άνθρωποι μένουν πάντα οι ίδιοι και σκορπίζουν με τα ίδια τους τα χέρια τη φρίκη»

Την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 1940, το τμήμα εισήλθε στην απελευθερωμένη Κορυτσά. Η πόλη παρουσίαζε μια εικόνα έντονης αντίφασης: τα καταστήματα ήταν γεμάτα ιταλικά προϊόντα πολυτελείας —μπισκότα, καραμέλες, μαρμελάδες και κονσέρβες— τα οποία οι στρατιώτες αγόραζαν μαζικά, ενώ οι φούρνοι ξεπουλούσαν τη φρέσκια παραγωγή τους σε λίγα λεπτά.

Ωστόσο, το βλέμμα του διανοούμενου στρατιώτη μαγνητίστηκε από ένα άλλο σημείο. Στην είσοδο της πόλης, δίπλα στο κατεστραμμένο αεροδρόμιο, αντίκρισε το γαλλικό στρατιωτικό νεκροταφείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου:

«Εξακόσιοι σαράντα Γάλλοι στρατιώτες που πέσανε στον άλλο πόλεμο είναι εδώ θαμμένοι. Μια μαρμαρένια πλάκα στημένη στη σιδερένια πόρτα πάνω γράφει πως πέσανε για τη λευτεριά και την ειρήνη των λαών. Τι τραγική ειρωνεία… Ασφαλώς τα κόκκαλά τους θα τρίζουν από αγανάκτηση τώρα που ξανά πάνω στη γη απλώθηκε η κατάρα του πολέμου. Πόσοι και πόσοι και πάλι θα χάσουν τη ζωή τους, πριν ακόμη καλά-καλά τη γνωρίσουν. Πόσα και πόσα σαν κι’ αυτό που βλέπουμε νεκροταφεία δεν θα στηθούν και πάλι… Οι άνθρωποι μένουν πάντα οι ίδιοι και σκορπίζουν με τα ίδια τους τα χέρια τη φρίκη, την καταστροφή και το θάνατο».

Ο στοχασμός αυτός μπροστά στους 640 ομοιόμορφους σταυρούς συμπύκνωνε την απόλυτη τραγικότητα της εμπειρίας του μετώπου: τη συνειδητοποίηση ότι η ανθρώπινη ιστορία εγκλωβίζεται σε έναν αέναο κύκλο αυτοκαταστροφής, όπου οι διακηρύξεις περί ειρήνης διαψεύδονται διαρκώς από τα ίδια τα γεγονότα.

Αρχείο Βλοντάκη

Η Κατοχή: Ο πόλεμος συνεχίζεται χωρίς μάχες

Μετά τη γερμανική εισβολή του Απριλίου 1941 και τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού, η ορμητική εποποιία των αλβανικών βουνών διαλύθηκε βίαια μέσα στα συντρίμμια της κατάρρευσης του μετώπου. Για χιλιάδες οπλίτες της 5ης Μεραρχίας Κρητών, η συνθηκολόγηση δεν σήμανε απλώς το τέλος των μαχών, αλλά την έναρξη μιας ιδιότυπης, επώδυνης περιπλάνησης μακριά από τον τόπο καταγωγής τους. Ο Μιχαήλ Βλοντάκης, έχοντας επιβιώσει από τις κακουχίες του πολέμου και νοσηλευτεί σε στρατιωτικό θεραπευτήριο, καταγράφει την οριστική του έξοδο στην κατεχόμενη Πάτρα την Τετάρτη 4 Ιουνίου 1941.

Η πόλη που αντίκρισε δεν θύμιζε σε τίποτα την ενθουσιώδη κοιτίδα του 1940. Αποκομμένος από την οικογένειά του, χωρίς σταθερό κατάλυμα και μετέωρος σε ένα περιβάλλον οξύτατης ακρίβειας, ο άλλοτε μαχητής του 14ου Συντάγματος βρέθηκε να περιφέρεται άσκοπα, διανυκτερεύοντας σε ξενοδοχεία υπό την προσδοκία μιας στοιχειώδους εργασίας. Το ψωμί είχε ήδη μετατραπεί σε δυσεύρετο αγαθό, με τις κατοχικές αρχές να επιβάλλουν διανομή μόλις εξήντα δραμίων άρτου ανά πενθήμερο για κάθε πολίτη.

Το βαθύτερο ψυχολογικό ρήγμα, ωστόσο, σημειώθηκε λίγες ημέρες αργότερα, όταν οι δυνάμεις κατοχής και οι τοπικές αρχές απαίτησαν την πλήρη αποστρατικοποίηση της καθημερινότητας. Την Τρίτη 10 Ιουνίου 1941, ο τοπικός Τύπος δημοσίευσε τη διαταγή απαγόρευσης της κυκλοφορίας με στρατιωτική στολή. Για τον αφοπλισμένο στρατιώτη, η αφαίρεση του χιτωνίου δεν αποτελούσε απλή αλλαγή ενδυμασίας, αλλά την ολοκληρωτική απογύμνωση της αξιοπρέπειάς του:

«Χθες το βράδυ στις βραδυνές εφημερίδες δημοσιεύθηκε ότι απαγορεύεται η κυκλοφορία με στρατιωτικήν περιβολήν. Να γράψω ότι έσφιξα τα χέρια μου από μίσος κι’ έτριξα τα δόντια μου από αγανάκτηση είναι περιττό. Όλη τη νύκτα δεν έκλεισα μάτι. Συλλογιζόμουν τι έπρεπε να κάμω. Ξημέρωσε η Τρίτη. Στην απελπισία μου κτύπησα την πόρτα σημαίνοντος Πατρινού. Άκουσα λόγια παρηγοριάς κι’ έφυγα μ’ ένα κουστούμι ρούχα. Ντύθηκα. Ένοιωσα τον εαυτό μου αλλοιώτικο άνθρωπο. Νόμισα ότι ξαναγεννήθηκα. Κάποιο καινούργιο κουράγιο δημιουργήθηκε μέσα μου και φαντάσθηκα τον εαυτό μου δυνατό και πάλι κι’ άξιο να παλέψει για να ζήσει».

Αρχείο Βλοντάκη

«Μια κοινωνία χωρίς τη συναίσθηση της στοιχειωδέστερης ανθρώπινης αλληλεγγύης»

Στις 7 Ιουνίου 1941, ο Βλοντάκης καταγράφει κάτι που τον συγκλονίζει περισσότερο από την έλλειψη των υλικών αγαθών.
Είναι η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στη δυστυχία των άλλων. Η καθημερινή εμπειρία της Κατοχής αποκάλυπτε ένα αγεφύρωτο ταξικό και ηθικό χάσμα:

«Αργά κυλήσανε οι μέρες χωρίς να κατορθώσω τίποτα. Τα συναισθήματα που ένιωσα αυτές τις μέρες προτιμώ να μην τα γράψω. Ίσως ποτέ στη ζωή δεν ένιωσα τόσο μίσος, ίσως ποτέ δεν αισθάνθηκα τόσο μια κοινωνία χωρίς τη συναίσθηση της στοιχειωδέστερης ανθρώπινης αλληλεγγύης.

Αν εξαιρέσει κανείς μερικές τιμητικές εξαιρέσεις, που κι’ αυτές προήρχοντο από τα κατώτερα στρώματα, μερικά λόγια που βάλσαμο χύνουν στις πονεμένες ψυχές, οι άλλοι, οι μεγαλόσχημονες, εκτός από τα γεμάτα υποκρισία και ψευτιά λόγια τους, τίποτε άλλο δεν προσφέρουν.

Και κανείς δεν προσέχει εκείνον που πονεμένος κάθεται σε κάποιο καφενείο κι’ ενώ ένα δάκρυ αργοκυλά από τα μάτια του, η σκέψη του πετά στην Κρήτη την ολοκαύτωτη ράχη και προσπαθεί να μαντέψει: αν υπάρχει τίποτε ή αν όλα είναι ερείπια και συντρίμμια.

Όλοι περνούν αδιάφοροι.»

Η πείνα και η διάλυση της καθημερινότητας

Μπροστά σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, η μνήμη στρεφόταν στις ανέμελες εικόνες της προπολεμικής ζωής. Την 1η Ιουλίου 1941, κλεισμένος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο υπό τον θόρυβο των οικιακών εργασιών της σπιτονοικοκυράς του, σημειώνει με βαθιά μελαγχολία:

«Με των ημερών το πέρασμα αρχίζω να συνηθίζω στην ιδέα πως η επιστροφή στην Κρήτη δεν θάναι και τόσο σύντομη… Πόσες φορές μου φαίνονται ψέμμα όλα όσα είναι γραμμένα στο ημερολόγιό μου σαν το πιο απίθανο μυθιστόρημα… Και το ξύπνημα απ’ τ’ όνειρο είναι σκληρό… κι’ η καρδιά ματώνει. Ματώνει στη θύμηση ενός ρημασμένου σπιτιού και μιάς μάννας που δεν γνώρισε ίσως ακόμα τη χαρά. Ματώνει στη θύμηση παλιών ευτυχίας ονείρων γκρεμισμένων τώρα… Καλοκαίρι, μπάνια, εκδρομούλες, βόλτες στού Μπόλαρη και στην παραλία, ξενύχτια στού Χαχαρίδη και στη Χαλέπα… μακρινό όνειρο μοιάζουν όλα».

Στις 3 Ιουλίου περιπλανιέται στην πόλη της Πάτρας και αντικρίζει σκηνές που αποτυπώνουν την έκταση της κοινωνικής εξαθλίωσης.
«Σπαταλώντας τις ώρες της αργίας, άσκοπα περιφέρομαι στην Πάτρα και σκηνές απ’ το μεγάλο δράμα που παίζεται βλέπω.

Σε μια πόρτα, κρατώντας στην αγκαλιά της τ’ αναιμικό παιδί της κοιμισμένο ή λιπόθυμο, κάθεται μια μάνα, μάταια προσπαθώντας τον οίκτο των περαστικών να προκαλέσει για καμμιά δραχμή.

Πιο πέρα μια ατέλειωτη ουρά περιμένει έξω από κάποιο μπακάλικο λίγο λάδι… Χλωμά πρόσωπα, χωμένα μάτια. Ένα γεροντάκι μάταια προσπαθεί με τα λιγοστά δόντια λίγα σύκα να μασήσει και να ξεγελάσει την πείνα του.

Και πιο πέρα, στον ίδιο δρόμο, ήχοι εύθυμης μουσικής βγαίνουν από κάποιο κέντρο, πικρή ειρωνεία για εκείνους που λίγο πιο κάτω πεινούν.»

Στην ίδια καταχώριση γράφει για την κατάσταση των ανθρώπων:

«Ερείπια τα σπίτια, ερείπια τα κορμιά, ερείπια κι’ οι ψυχές ακόμη.»

Η φράση αυτή συνοψίζει τη διαδρομή ολόκληρου του ημερολογίου.

Στην αρχή, τα ερείπια είναι τα κτίρια που καταστρέφονται από τις βόμβες. Αργότερα, είναι τα σώματα που εξαντλούνται από τις κακουχίες και την έλλειψη τροφής.

Στο τέλος, ερείπια γίνονται και οι ψυχές των ανθρώπων.

Δεν πρόκειται μόνο για τη φυσική εξόντωση που προκαλεί ο πόλεμος. Πρόκειται για μια σταδιακή εσωτερική φθορά που απειλεί να αφαιρέσει από τον άνθρωπο την ικανότητα να αισθάνεται και να ενδιαφέρεται για τον πόνο του άλλου. Ενώ η πλειοψηφία των ανθρώπων πεινούσαν, κάποιοι άλλοι διασκέδαζαν…

Αρχείο Βλοντάκη

Ένα καινούργιο είδος ανθρώπου, οι μαυραγορίτες και το ψωμί ως πολυτέλεια

Καθώς περνούν οι μήνες, η κατάσταση επιδεινώνεται.

Τον Σεπτέμβριο του 1941, ο Βλοντάκης περιγράφει την εξάπλωση της μαύρης αγοράς, τις δυσβάσταχτες τιμές των τροφίμων και την εμφάνιση ανθρώπων που κερδοσκοπούν από την ανάγκη.

«Μαύρη αγορά. Το καινούργιο είδος των ανθρώπων που τρέχουν εδώ κι’ εκεί και προσφέρουν σ’ εκείνους που μπορούν να πληρώσουν, βεβαίως, μια οκά λάδι πεντακόσιες δραχμές και μια οκά φασόλια τετρακόσιες.

Κάθε πρωί και κάθε βράδυ το τραίνο που περνά από την παραλία είναι γεμάτο από μαυραγορίτες. Σκαλωμένοι πάνω στις στέγες, πλάι σε μπόγκους και κοφίνια δέχονται τις καπνιές της μηχανής. Όλοι σε λίγο γίνονται κατάμαυροι, πράμα που δικαιολογεί τ’ όνομά τους.»

Τον Οκτώβριο γράφει:

«Ακόμη χειρότερα τα πράματα. Το ψωμί είναι κάτι το πολύτιμο. Φαίνεται πως η κατάρα “Φούρνος μην καπνίσει” έφτασε στον τόπο μας. Τα σταφύλια που ως τα τώρα έσωζαν την κατάσταση τελειώσανε πια.»

Ο πόλεμος ως μία κατάσταση πέρα από το πεδίο της μάχης

Από την πρώτη καταχώριση των βομβαρδισμών των Χανίων έως τις τελευταίες σημειώσεις από την Πάτρα, το ημερολόγιο του Μιχάλη Βλοντάκη αποτυπώνει τη σταδιακή μεταμόρφωση του πολέμου.

Αρχικά, ο κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός. Έχει τη μορφή των αεροπλάνων, των βομβών, των όπλων, της παγωνιάς και του θανάτου στο μέτωπο.

Αργότερα αποκτά διαφορετικές μορφές: είναι το ψωμί που δεν υπάρχει, η εργασία που δεν βρίσκεται, η αδυναμία επικοινωνίας με την οικογένεια, η μάνα που ζητιανεύει κρατώντας το εξαντλημένο παιδί της, οι άνθρωποι που περνούν αδιάφοροι μπροστά από τη δυστυχία.

Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμάζεται σε κάθε στάδιο.

Στην αρχή, με την ανάγκη να αντιμετωπίσει κανείς τον φόβο και τον θάνατο. Στη συνέχεια, με την προσπάθεια να αντέξει τις στερήσεις και την ανασφάλεια. Και τελικά, με την ανάγκη να διατηρήσει την ανθρωπιά του σε έναν κόσμο όπου η δυστυχία τείνει να γίνει τόσο συνηθισμένη, ώστε να μη συγκινεί πια.

Η μαρτυρία του Βλοντάκη δεν αποτελεί μια απλή εξιστόρηση γεγονότων του 1940 και του 1941. Μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες αναδεικνύει κάτι που συχνά απουσιάζει από τις επίσημες αφηγήσεις των πολέμων: τη μακρόχρονη επίδραση της βίας πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ζουν, αισθάνονται και σχετίζονται μεταξύ τους.

Ο ίδιος δεν χάνει εντελώς την πίστη του στον άνθρωπο. Ακόμη και στις πιο σκοτεινές καταχωρίσεις του αναγνωρίζει τις μικρές πράξεις αλληλεγγύης, τη συμπόνια και την ικανότητα μιας απλής ανθρώπινης χειρονομίας να επαναφέρει την ελπίδα.
Ίσως γι’ αυτό το ημερολόγιό του διατηρεί τη δύναμή του τόσες δεκαετίες αργότερα.

Επειδή μας υπενθυμίζει ότι η πραγματική καταστροφή του πολέμου δεν μετριέται μόνο στους νεκρούς και στα ερείπια. Μετριέται και σε όσα χάνουν οι ζωντανοί στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν.

Στην πείνα, στον φόβο, στην αποξένωση, στη διάλυση της εμπιστοσύνης και, πάνω απ’ όλα, στον κίνδυνο να πάψει η δυστυχία του άλλου να μας αφορά.

Το κείμενο κλείνει με ένα επιγραμματικό τετράστιχο, αφιερωμένο στην αξία της ανθρώπινης ελπίδας απέναντι στη σκληρότητα της πραγματικότητας:

«Όσο πιο πολλές χίμαιρες κυνηγάμε
κι’ όσο βαθύτερα ονειροπολούμε
τόσο ψηλότεροι είμαστε στο ανάστημα
και τόσο ευτυχέστεροι στη ζωή».

Και ίσως, τελικά, η πιο σημαντική μορφή αντίστασης απέναντι σε αυτή τη διάλυση να βρίσκεται στην προσπάθεια να διατηρηθεί ζωντανή η ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Info:

Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο του Μιχάλη Βλοντάκη «Πολεμικόν Ημερολόγιον 1940–1941». Το αρχειακό υλικό διασώθηκε χάρη στη φροντίδα της οικογένειάς του, της Πόπης και του Γιώργου Βλοντάκη, και εκδόθηκε το 2007 από τις εκδόσεις «Οδός Πανός», υπό την επιμέλεια της Ελεάννας Λαμπάκη. Σύμφωνα με τους επιμελητές, οι καταχωρίσεις της περιόδου 28 Οκτωβρίου 1940 – 18 Ιανουαρίου 1941 είχαν υποστεί επεξεργασία και μεταγραφή από τον ίδιο τον συγγραφέα περίπου 25 χρόνια αργότερα, ενώ τα μεταγενέστερα κείμενα αποτελούν αυτούσιες ημερολογιακές σημειώσεις.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα