Αλέξανδρος Αβραμίδης

ΠΑΝΚ ΑΛΗΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΜΗΧΑΝΑΚΙΑ – Ο ΠΕΤΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΑΤ ΤΡΙΚ

Μια συζήτηση με την ψυχή της μπάντας, που εξακολουθεί να παίζει με τους δικούς της όρους.

Το “καταραμένο” πανκ ροκ τρίο θα κατηφορίσει στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου για χάρη του Delines Fest, και αυτήν ήταν η ευκαιρία που έψαχνα από το 2015, όταν τους πρωτοέμαθα (άργησα, ναι) για να μιλήσω με τον Πετρή, τον άνθρωπο πίσω από τη φωνή, το μπάσο, τους στίχους και τη μουσική της μπάντας.

Αφοπλιστικά χειμαρρώδης ο ίδιος, μου έκανε τη χάρη να θυμηθεί την πανκ Θεσσαλονίκη των 00s, το ανούσιο -κατ’ αυτόν- ελληνικό ροκ της εποχής και να φτάσουμε στο σήμερα, στο “νερωμένο πανκ ροκ”, περνώντας μέσα από τραγούδια-σταθμούς των Χατ Τρικ.

Και όλα αυτά, παρότι ξεκίνησα την κουβέντα μας με μία αστοχία:

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Είσαι οπαδός, έτσι; Το “Χιλιόμετρα στην Εθνική” το έχεις γράψει για τα ταξίδια με την ομάδα σου;
Όχι. Οπαδός δεν είμαι ούτε ήμουν ποτέ. Για τα ταξίδια γενικά το έγραψα. Όλος ο κόσμος ταξιδεύει για την καψούρα του. Μπορεί να είναι η ομάδα του, το κορίτσι του, η μπάντα που παίζει ή γουστάρει. Εγώ του έφτιαξα ένα soundtrack να του κρατάει συντροφιά και να του θυμίζει ότι κάποιοι εκεί έξω τον νιώθουν.

Αλήθεια; Έχω δει πολλές φορές να το χρησιμοποιούν ως οπαδικό σύνθημα.
Για κάποια πράγματα, η διαδικασία δεν είναι αυτή που φαντάζεται ο κόσμος.

Εγώ πάντα γράφω διφορούμενα. Αυτό είναι το στυλ μου. Μπορώ δηλαδή να μιλήσω για πολιτική, μιλώντας για ερωτικά.

Το ξέρω ότι μας ακούνε και τα παιδιά στα γήπεδα. Οι περισσότεροι φίλοι μας το ζούσαν στην κερκίδα. Κι εμείς παίζουμε γι’ αυτούς από πάντα, όχι επειδή τώρα είναι μόδα.

Πάντα προσπαθούσα αυτούς που λέμε “χούλιγκανς” να μην τους αφήνω εκτός κάδρου.

Άμα συμφωνώ μ’ αυτό; Δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό που κατάντησε το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Αν ήμουν εγώ πρωθυπουργός θα το απαγόρευα.

Ναι, αλλά εγώ έχω δει σε άλλη συνέντευξή που λες ότι το ποδόσφαιρο είναι ο τρόπος που έχουν βρει οι άντρες για να ξεσπάνε την επιθετικότητά τους, εφόσον δεν γίνονται τόσοι πόλεμοι όπως παλιά.
Ε, θα έκανα πολέμους. (σ.σ. γελάμε)

“Να τους σκοτώσουμε όλους”…
Γι’ αυτό μη με ψηφίσετε. Δεν με νοιάζει. Δεν έχω παιδιά, δεν περιμένω ένα καλύτερο αύριο, ούτε καν το θέλω.

Πόσο χρονών είσαι;
43. Και πριν από δυο τρεις μέρες είχα και γενέθλια.

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Έχεις πει πώς για να μπεις στην πανκ σκηνή, πήγαινες στα μαγαζιά για να γνωρίσεις τους ανθρώπους που παίζουν πανκ στη Θεσσαλονίκη. Υπήρχαν δηλαδή τέτοια μέρη στη Θεσσαλονίκη, που ήταν κυρίως πανκ και μετά όλα τα υπόλοιπα;
Ε, ναι. Εμείς είχαμε καταλήψεις, μπαράκια, είχαμε στέκια δικά μας κι όχι πολιτικά. Υπήρχε φάση τρελή. Ήταν ένα τεράστιο κεφάλαιο στη ζωή της Θεσσαλονίκης που ξεκίνησε το 2004- 2005.

Καταλήψεις καθαρά πανκ; Όχι πολιτικές;
Ναι, για το πανκ… Για το ροκ εντ ρολ της υπόθεσης. Ήταν χωρίς κινητά τότε. Τι να σου λέω τώρα;

Ήμασταν παρέες, ταξιδεύαμε για τις συναυλίες…

Δηλαδή υπήρχε φάση, απλά ήταν για λίγους. Έπρεπε να είσαι μούτρο.

Σήμερα, βέβαια, δεν υπάρχουν πια αυτές οι φάσεις ούτε και τα παρεάκια.

Κατάλαβα. Επίσης σκεφτόμουν ότι τη δεκαετία του 2000 που ξεκινήσατε, το ελληνικό ροκ είχε αρχίσει να πέφτει.
Τότε το ελληνικό ροκ δεν είχε να πει απολύτως τίποτα. Φέρε μου ό, τι κυκλοφόρησε τότε και θα δεις. Το ένα θα είναι πιο γλυκανάλατο, ξενέρωτο, αερολογία, χιλιοπαιγμένα πράγματα σε mid τέμπο, απ’ το άλλο. Με μια φωνή λες και είσαι αριστερούλης. Μια ατελείωτη θυματοποίηση. “Και χάνομαι και μένω στο χτες”.

Μαλακίες. Ατελείωτοι ολόκληροι δίσκοι, τίποτα.

Υπήρχαν δυο τρεις άνθρωποι που έγραφαν στίχο αιχμηρό. Όλοι οι άλλοι ήταν, άστα…

Κανένας δεν μιλούσε για τίποτα που να ενδιαφέρει τα παιδιά.

Και τότε έβγαινε μια άλλη φάση από πίσω, νέες μπάντες που ξαναζωντανέψαμε το πανκ ροκ, που ελάχιστοι την πήραν μυρωδιά.

Ναι, πολλοί άργησαν να σας μάθουν. Εγώ όταν σας έμαθα, κάπου το ‘15, ήδη γεμίζατε το Gagarin.
Φίλε, εμείς γεμίζαμε μαγαζιά και ακόμα και τώρα κάνουμε τέτοιο χαμό που δεν το κάνουν τα μεγάλα ονόματα. Αλλά επειδή είμαστε αυτοί που είμαστε και είμαι αυτός που είμαι, οι Χατ Τρικ δεν είναι safe σαν μπάντα, με πιάνεις; Είμαστε λίγο απρόβλεπτοι. Είναι το ταμπεραμέντο της μπάντας που λένε.

Εννοείς ότι δεν μπορεί να σε εμπιστευτεί ένας που έχει ένα μαγαζί;
Όχι, εννοώ ότι δεν διεκδικούμε τη θέση σε σταρ σύστεμς, μουσικά κινήματα και μίζερους συνεταιρισμούς μουσικών. Δηλαδή προτιμάω να έχω την ησυχία μου και να είμαι έξω από πολλά.

Θέλεις να μου πεις ένα;
Ένα παράδειγμα θα σου πω. Αυτήν τη στιγμή και για καμιά δεκαετία, είμαστε η no1 ελληνόφωνη μπάντα στην Ελλάδα.

Θέλω να ψάξεις εσύ και να βρεις, ποιος ραδιοφωνικός σταθμός, σάιτ, οτιδήποτε, μας έχει βάλει έστω και μία φορά σε ένα top 10…

Εννοείς ακόμα και στα μουσικά site;
Ναι φίλε μου, ναι.

Να σου πω ένα παράδειγμα; Ήταν 2020, είχαμε βγάλει τον δίσκο “Ταραχές στη Βαβέλ”, γεμίζαμε μαγαζιά και είμαι στο αυτοκίνητο κι ακούω έναν ροκ σταθμό να λέει το Top10 ελληνικών μπαντών για το 2020.

Ε, λέω “πρώτοι θα ‘μαστε”. Τελειώνει το Top10 και δεν είμαστε πουθενά. Κι έχω έρθει μέχρι εδώ. Λέω “ρε μαλάκες αυτό είναι σαν να γίνεται επίτηδες. Είναι σαν να έκανες best of ελληνικό ροκ για το ‘90 και να μην έβαζες τις Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά”.

Θες να σου πω πόσα ντοκιμαντέρ για το ροκ και το πανκ ροκ υπάρχουν; Βρες έστω ένα που να μας αναφέρουν. Ούτε σε ντοκιμαντέρ για τη μουσική σκηνή της Θεσσαλονίκης δεν μας έβαλαν. Σαν να μην υπάρχουμε.

Χωρίς να θέλω να δικαιολογήσω κανέναν, νομίζω ότι πολλές φορές οι πιο αντεργκράουντ μπάντες βγάζουν κι ένα “δεν με νοιάζουν ρε φίλε τα σάιτ ή τι θα πεις εσύ”… Οπότε και ένας δημοσιογράφος μπορεί να φοβηθεί να σας στείλει για συνέντευξη, μπορεί να σκεφτεί “αυτοί θα με βρίσουν”. Κατάλαβες; Να νιώθουν ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να σας προσεγγίσουν.
Εμένα πολλοί φίλοι μου, μου λένε πως όταν βγαίνουμε έξω φαίνομαι πολύ αυστηρός, σχεδόν τραμπούκος. Εγώ πιστεύω ότι είμαι αξιαγάπητος. Καταλαβαίνεις πως το λέω; Ίσως αυτό που βγάζουμε σαν μπάντες να μην το αντιλαμβανόμαστε, επειδή εμείς ξέρουμε κανονικά τι είμαστε… Αλλά έχει λογική αυτό που λες.

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Επίσης σε έχω δει να λες ότι δεν σου αρέσει να μιλάς για πολιτική, να κατηχείς, γιατί την άλλη μέρα μπορεί να έχεις αλλάξει άποψη. Είχες πει ότι “λέω κάποια πράγματα τώρα και σε μερικά χρόνια μεγαλώνω και θα σκέφτομαι αλλιώς”.
Ναι. Και σου λέω και το εξής: Άσε τις μπάντες, φέρε μου φιλόσοφους, φέρε μου όποιον θέλεις και να τον πω “Θέλω να πω στον κόσμο τι να κάνει. Για πες μου τι να του πω;”.

Θα μου πει “δεν ξέρω ρε φίλε”. Και το κάθε βλαμμένο εικοσάχρονο ξέρει και έχει αποφασίσει ποιο είναι το καλύτερο. Δεν πάει έτσι.

Κι όσο μεγαλώνεις ξέρεις ότι αυτά που λες, γράφονται.

Με εμάς παίζει και μια πολύ μεγάλη παρεξήγηση. Ο κόσμος νομίζει πως παλιά ήμασταν κινηματικοί και παίζαμε σε φάσεις του κινήματος. Πως χρησιμοποιήσαμε το κίνημα για να ανέβουμε και μετά το πουλήσαμε για να αρχίσουμε να βγάζουμε λεφτά. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Παίξαμε για το κίνημα μόνο όταν μας το ζήτησαν και για συγκεκριμένα πράγματα, με τα οποία συμφωνούσαμε.

Και μέχρι εκεί.
Μέχρι εκεί. Ποτέ δεν ήταν κανείς μας σε κανένα αναρχικό στέκι, σε καμία αναρχική συνέλευση κτλ.

Ο κόσμος δεν έρχεται για την μουσική σε αυτές τις συναυλίες. Δεν είναι πανκ κοινό, δεν έχει να κάνει με τη μουσική. Είναι πολιτικό κοινό.

Ένα πολύ μεγάλο μέρος του πανκ είναι ένα οικοδόμημα που άμα φύγει η πολιτική από τη μέση θα καταρρεύσει κατευθείαν. Δεν θα ξανασχοληθεί ποτέ κανείς.

Εμείς θέλαμε κόσμο που να έρχεται για τους Χατ Τρικ. Ο μόνος τρόπος για να φιλτράρεις το ποιος έρχεται για σένα είναι να βάλεις εισιτήριο. Εγώ δεν ήθελα να είναι από κάτω η σάρα και η μάρα, που δεν έχει σχέση με τη συναυλία.

Αυτά τα κινηματικά απλά τα βλέπαμε τριγύρω και λέγαμε “α, υπάρχουν κι αυτοί όπως υπάρχουν οι αριστεροί, όπως υπάρχουν οι κνίτες, οι τάδε κτλ”.

Μ’ αρέσει που λες ότι παίζεις ροκ εντ ρολ για τη χαρά της υπόθεσης, για να διασκεδάζει ο κόσμος και δεν λες κάτι βαρύγδουπο.
Τι άλλο κάνουμε δηλαδή; Να πούμε ότι χτίζουμε συνειδήσεις;

Εμείς παίζουμε λάιβ για το ροκ εντ ρολ. Δηλαδή σαν mindset είμαστε πιο κοντά στους AC/DC, παρά στους Crass και στους Exploited.

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Σήμερα το πανκ πώς το βλέπεις;
Η φάση έχει γίνει πολύ χλιαρή, προκειμένου να τους χωρέσει όλους.

Αν δεις αγώνες ταεκβοντό του ‘80, ο κόσμος έφευγε με φορεία. Μετά όμως για να το βάλουν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, το έκαναν με point system που μοιάζει με το τένις. Το νέρωσαν που λέμε.

Έτσι έχει νερωθεί και το πανκ. Ο κόσμος από κάτω είναι ultra basic καθημερινά καλά παιδιά. Το πιάνεις πώς το λέω; Αν δηλαδή σε μια συναυλία φωνάξω “παιδιά, ποιος έχει κλέψει ένα μηχανάκι από δω πέρα στη ζωή του”, θα πούνε όλοι “Αααα, τι είναι αυτά; Κανείς. Μα, ο άλλος δούλεψε για να το αγοράσει”… Ενώ παλιότερα οι μισοί είχαν έρθει με κλεμμένα μηχανάκια.

Εγώ σε εκείνη τη φάση ήμουν. Τώρα αυτό το πράγμα το καταλαβαίνω αλλά…

Κατάλαβα. Το βλέπεις λίγο σαν μια αναπαράσταση, ότι απόψε θα κάνουμε πως ήταν το πανκ παλιά. Θα ντυθούμε πανκ, θα παίξουμε λίγο αυτό το παιχνίδι και τέλος.
Ρετρό! Ρετρό! Αυτό.

Εγώ έχω τρέλα να παρακολουθώ αναπαραστάσεις μαχών του εμφυλίου πολέμου που κάνουν οι Αμερικάνοι. Ντύνονται Βόρειοι και Νότιοι, τρέχουν να πάρουν οχυρά κτλ, και μετά βγάζουν τις στολές και πάνε και τρώνε παρέα. Αυτό ακριβώς μου θυμίζει.

Σε ποια εποχή πιστεύεις θα ζούσες 100% το πανκ; Σε όλη την αλήθεια του;
Αν δεις, παραδείγματος χάρη, την πανκ σκηνή στις Φιλιππίνες ή στη Βραζιλία, είναι επικίνδυνο. Έχει να κάνει και με το πού πάει αυτό το πράγμα. Δηλαδή εμάς το πανκ μας ήρθε επί ΠΑΣΟΚ.

Καύλα. Περνούσαμε ωραία. Σε εμάς πέρασε σαν μια μουσική υποκουλτούρα, όπως ήταν και το new wave, το rockabilly κτλ.

Μόνο κάποιοι άνθρωποι που είχαν την πετριά το έζησαν λίγο πιο βαθιά. Αλλά αν με ρωτάς, θα ήθελα να το ζούσα το ’80.

Στην Ελλάδα;
Όπου είναι. Με μια σκληρή παρέα.

Αλέξανδρος Αβραμίδης

 

Το πανκ σου έχει και μελωδία μέσα, δεν είναι μόνο αυτό το άτεχνο πράγμα, το “βαράμε, βαράμε και τελειώσαμε”. Μπορεί να το ακούσει ο οποιοσδήποτε. Είναι πιο crossover.
Καταλαβαίνω τι λες. Αν μαγειρέψω για κόσμο δεν θα φτιάξω ένα φαγητό που να αρέσει μόνο σε μένα.

Καταλαβαίνω τις μπάντες που παίζουν πιο πειραματικά και προσπαθούν να πρωτοπορήσουν. Εμείς παίζουμε για να γλεντάει ο κόσμος, γι’ αυτό και φτιάχνουμε τα τραγούδια μας πιο ευκολοάκουστα.

Εγώ όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί, δεν νιώθω καλλιτέχνης ή μουσικός. Νιώθω προπονητής. (σ.σ. είναι προπονητής ζίου ζίτσου)

Δηλαδή όταν καμιά φορά με κοιτάζω στον καθρέφτη, τότε θυμάμαι ότι έχω τατουάζ.

Είμαι αλλού, γι’ αυτό. Είμαι τρελάκιας και χάνομαι σε πράγματα. Τι θέλω να σου πω δηλαδή; Ότι η μουσική δεν είναι η σημαντικότερη ατζέντα στη ζωή μου.

Δεν ήταν ποτέ;
Ποτέ. Καταλαβαίνω πως μπορεί να το σκέφτεται κάποιος, που έχει την μπάντα του σημαία και προχωράει αλλά για μένα δεν ήταν το big thing. Μονίμως έτρεχα κάτι άλλο. Οι Χατ Τρικ ήτανε η καύλα μου.

Γιατί βάζεις μελωδία; Από πού πιστεύεις είναι επηρεασμένος ο τρόπος που γράφεις μουσική;
Θα σου πω -ντρέπομαι λίγο- αλλά σε ένα τραγούδι είχα πει “πες μου που ζουν οι μελωδίες πριν φυτρώσουν μέσα στο μυαλό”.

Δεν ξέρεις, ε;
Νομίζω πως έχει να κάνει με το τι μουσική άκουσες μικρός.

Δηλαδή κάποιες μελωδίες, τότε που τις άκουσες πρώτη φορά, χαράκτηκαν μέσα σου και από τότε τις αναμασάς.

Το πανκ ροκ είναι απλά ακόρντα και απλές μελωδίες -ματζόρε, μινόρε. Δεν είναι κάτι τρελό. Όλα τα έχεις ξανακούσει δέκα φορές. Ήδη υπάρχουν τα μπιτς και τα riffs και εσύ απλά τα στιβάζεις όσο καλύτερα γίνεται, σαν το ραπ, και αυτό επειδή το editing γίνεται πλέον ψηφιακά. Πράγμα που κάνει την όλη διαδικασία της παραγωγής της μουσικής μηχανική.

Με τυφλοσούρτη δηλαδή γίνονται όλα. Δεν καθόμαστε να αφουγκραστούμε τα στάχυα στον άνεμο και να παίξουμε στο ηλιοβασίλεμα. (σ.σ. γελάμε)

Δηλαδή πιο πολύ διακοσμητές είμαστε, παρά αρχιτέκτονες.

Ένας φίλος μου σας είχε περιγράψει ως ερωτικό πανκ ροκ, επειδή ξέρεις, έχεις κάποια τραγούδια όπως το “Αν δεν έχω εσένα”, που έχουν φουλ έρωτα μέσα.
Τώρα, ξες, πρέπει να ρίξω το επίπεδο για να συνεννοηθούμε.

Έλα, ρίχτο.
Αυτοί που τα λένε αυτά μάθανε το πανκ ροκ χτες. Το πανκ ροκ πάντα είχε ατελείωτη αναφορά σε αυτά τα θέματα, γιατί ως είδος είναι 100% μέσα στη ζωή.

Δεν μου το είπε αρνητικά. Για καλό το είπε.
Ναι. Και ξέρεις γιατί γίνεται; Γιατί υπάρχει μια ειλικρίνεια σε αυτό. Γιατί όλους μια γυναίκα ή ένας άντρας τους ταλαιπωρεί. Κανείς δεν στεναχωριέται για τον πόλεμο στην Ουγκάντα. Το πιάνεις; Και αυτή είναι η ειλικρίνεια.

Μ’ αρέσει πολύ ο στίχος σου “όλα όσα θεωρούσα δεδομένα τα ανατρέπω για μαλάκες σαν εσένα”. Υπάρχει κάποια ιστορία από πίσω;
Έχει να κάνει με τον περίγυρο. Όταν είσαι μαζί με κάποιους που λένε “είμαστε εδώ γι αυτό” και όταν έρθει η ώρα γι’ αυτό κάνουν κάτι άλλο. Ε, “Σας βαρέθηκα”. “Η αλητεία σας, αφρός στη μπύρα σας”.

Ήταν και άλλες εποχές και άλλη ηλικία. Είχαμε και άλλες δραστηριότητες…

Για πες μια δραστηριότητα γιατί πχ στο “Κοπρόσκυλο για πάντα” φαίνεται σαν να σε έχουν συλλάβει κάποιες φορές.
Εντάξει, αυτό δεν είναι κάτι. Νομίζω πως όλους τους έχουν τραβήξει μια φορά στο τμήμα.

Όταν είσαι πιτσιρικάς κάνεις και καμιά ψιλο-παραβατικότητα, δεν μπορείς να ακολουθείς όλους τους νόμους. Πάμε καλά τώρα; Οπότε πολλές φορές σε μαγκώνανε.

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Είδα που έλεγες ότι η καλύτερη περίοδος που πέρασες με την μπάντα -και ίσως και στη ζωή σου- ήταν τα πρώτα χρόνια σας. Αλλά δεν λες και τίποτα συγκεκριμένο. Λες πχ ότι “εντάξει, πίναμε πολύ”… Θες να μου πεις μια ιστορία, βάλε με λίγο στο κλίμα να καταλάβω γιατί πέρναγες τόσο ωραία.
Ε, να… Τώρα τι να σου πω;

Όταν είσαι μικρός δεν έχεις πλήρη αντίληψη των καταστάσεων. Δηλαδή ένας φίλος μου έλεγε πως όταν γεννιούνται τα μωρά είναι σαν να έχουν φάει LSD. Ξέρεις, βλέπουν πράγματα κτλ. Και σιγά σιγά μεγαλώνοντας, τους φεύγει η επίδραση αυτού του πράγματος.

Ε, κι εμείς απ’ τα 20 μέχρι τα 30 -κάπου εκεί πρέπει να σταμάτησε- ζούσαμε σε έναν άλλο ρυθμό…

Είχες όμως και κανονική δουλειά, έτσι; Ήσουν και τσαγκάρης.
Ναι. Ήμουν τσαγκάρης.

Μικρός τα κάνεις όλα. Είσαι και μέσα στην τρέλα και μέσα στο “πάμε να κάνουμε κι αυτό και εκείνο”… Δεν κωλώνεις.

Δηλαδή ήταν εποχές που το να πήγαινες εκδρομή με μια πανκ μπάντα ήταν σαν να πηγαίνουν χούλιγκανς μίας ομάδας σε άλλη πόλη. Είχε σασπένς. Έχω γράψει τραγούδια για αυτά.

Πήγαινες, παραδείγματος χάριν, στην Καβάλα ντυμένος πανκ για συναυλία και οι πόντιοι της πόλης δεν το έβλεπαν με καλό μάτι.

Εμένα μου άρεσε η παραβατικότητα που είχαμε. Και που δεν νιώθαμε και το βάρος όσων κάναμε.

Το οποίο ήρθε μετά τα 30 δηλαδή;
Μετά έρχεται η επίγνωση των πραγμάτων. Μετά αρχίζεις και αντιλαμβάνεσαι την επικινδυνότητα και την ματαιότητα.

Μικροί που λες, μπαίναμε σε ένα αμάξι, τύφλα μεθυσμένοι όλοι, και κάναμε οχτάρια. Βλάκες. Δεν το λέω πως ήτανε μαγκιά, αλλά πότε περνάει πραγματικά καλά μια παρέα; Όταν μεθυσμένοι κάνουν οχτάρια, ρε φίλε, μην κοροϊδευόμαστε.

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Θέλω να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Το “Για την Ελένη” έχει κάποια σύνδεση με το “Εδώ μωρή θα λέγεσαι Μαρία” των Ενδελέχεια; Το θυμάσαι;
Δεν το ξέρω.

Μα, με αυτό το στόρι υπάρχουν εκατό τραγούδια. Είναι και αυτό μέσα στη ζωή.

Πάντως θέλει και θάρρος για να πεις αυτό το τραγούδι.
Κοίτα, εμείς όταν βγήκαμε και τα λέγαμε αυτά, το πανκ είχε ξεφύγει και έλεγε γενικότητες και αερολογίες. Εμείς φέραμε πίσω τον αιχμηρό και ρεαλιστικό στίχο, και μετά ακολούθησε ένα ολόκληρο τρένο με αντίστοιχα στιχάκια.

Δεν τα λέγανε έτσι. Τα είχαν πει οι Γκρόβερ με αυτόν τον τρόπο, αλλά ήταν πολύ πιο παλιά.

Εμάς μας έλεγαν “λαϊκούς”… Ότι παίζουμε λαϊκό πανκ, επειδή είχαμε αυτό το καψουροτέτοιο, που λέγαμε “κούκλα μου γλυκιά” κλπ. Επειδή τραγουδούσαμε όπως μιλούσαμε, δεν χρησιμοποιούσαμε άλλη γλώσσα. Δηλαδή η Γενιά του Χάους δεν νομίζω μεταξύ τους να μιλούσαν “άγγελοι χωρίς φτερά…”.

Εμείς βγήκαμε και τα είπαμε όπως ήτανε.

Από πότε άρχισες να γράφεις στίχους; Από μικρός;
Όχι… Εγώ ρε φίλε είχα φαγωθεί να γίνω πανκ ρόκερ. Όποιος με ξέρει, το ξέρει αυτό. Είμαι χούλιγκαν μουσικός. Πώς το λένε; Άμα για να τα καταφέρω χρειαζόταν να παίξω και ντραμς, θα μάθαινα και ντραμς. Άμα χρειαζόταν να γράψω στίχους, θα έγραφα και στίχους. Όταν χρειάστηκε να κουβαλήσω, κουβάλησα… Κάνω ό, τι χρειάζεται.

Δηλαδή δεν το είδα σαν “πωπω πρέπει να εκφραστώ, έχω πράγματα να πω, να μοιραστώ”. Καμία σχέση. Η πανκ μπάντα χρειάζεται και μπασίστα. Χρειάζεται και στιχάκια. Ποιος θα τα γράψει; Μάγκες, νομίζω το ‘χω.

Όταν έπαιξες στην μπάντα πρώτη φορά το “κοίτα μαλάκα το φεγγάρι”, τι σου είπαν;
Δεν γινόταν έτσι ρε. Δεν κάναμε παρουσίαση τραγουδιών. Έδειχνες το τραγούδι, “να, τα ριφάκια πάνε έτσι, εδώ παίξε έτσι” κτλ…

Βρίσκαμε το πώς παίζεται το τραγούδι και μετά άρχιζα να τραγουδάω ό, τι έβγαινε από το μυαλό μου. Και με σταματούσαν. “Τι λες εδώ ρε;”. “Α, λέω αυτό”. “ΟΚ, θα το φωνάζουμε μαζί”. Και σιγά σιγά γινόταν το κομμάτι.

Αυτό το τραγούδι, το “Σε χίλια χρόνια”, έτυχε να το είχα γραμμένο από παλιά…

Αλλά έχεις πει ότι το βάλατε τελευταία στιγμή στον δίσκο. Και τελικά είναι το μεγαλύτερο χιτ σας σε εισαγωγικά. Ας μην το πούμε “χιτ”, που μπορεί να μη θες, είναι η λέξη κάπως…
Όχι, γιατί να μην το πούμε. Τι άλλο να κάνει ένα τραγούδι χιτ;

ΟΚ, τότε να το λέμε “το τραγούδι που άγγιξε τις περισσότερες ψυχές και επικοινώνησε περισσότερα μηνύματα”. (σ.σ. γελάμε)

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Υπάρχει άλλο τραγούδι που θέλεις να μου πεις την ιστορία, για να μη σε ζαλίζω με το να στα λέω ένα ένα.
Όχι, με την έννοια που το λες. “Να, εκεί που περπατούσα μου έτυχε αυτό και κάθισα και το έγραψα”.

Τα περισσότερα τραγούδια που γράφω έχουν να κάνουν με αυτό που με ταλαιπωρεί, με αυτό που επεξεργάζεται το μυαλό μου εκείνο τον καιρό, μέσα από ένα φίλτρο που έχω μάθει με τα χρόνια, ένα τυφλοσούρτη που έχω για να συμπληρώνω τα τετράστιχα, για να βγαίνει το κομμάτι.

ΟΚ. Το καλοκαίρι στο Λυκαβηττό πόσο κόσμο είχατε;
Ωχ, δεν ξέρω.

Ήταν η μεγαλύτερη συναυλία που έχετε κάνει ποτέ;
Όχι, η μεγαλύτερη συναυλία που κάναμε ήταν τώρα τον Σεπτέμβριο στο Αστεροσκοπείο. Τρεις χιλιάδες κόσμος.

Να σου κάνω και αυτήν την κλασική ερώτηση που κάνουν σε όλους, ότι πού γουστάρεις περισσότερο να παίζεις; Σε ένα κλαμπάκι με 200 άτομα ή μπροστά σε χιλιάδες κόσμο;
Και να σε ρωτήσω κι εγώ: τι απαντάνε; Σε μικρά κλαμπάκια, να φανταστώ…

Νιώθω ότι σε τσαντίζω…
Όχι, ακούς; Είναι το στυλ μου έτσι. Είμαι θεατρίνος. Μη μασάς. (σ.σ. γελάμε)

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Έχω μια χαζή απορία με τους πανκ ρόκερς, μην ξενερώσεις: γιατί κάνετε την φωνή σας πιο βραχνή όταν τραγουδάτε. Πώς προέκυψε αυτό;
Μάγκα μου, άκου. Θα σου αρέσει αυτό. Όταν γράψαμε τον πρώτο δίσκο, δεν είχαμε ιδέα πως μπορεί να γινόταν οτιδήποτε με την μπάντα αυτή. Ήταν ένα χαβαλέ πρότζεκτ με μια παρέα που πηγαίναμε ταβέρνες και καραγουστάραμε τις ζωές μας με άλλα πράματα. Αλλά όλοι γουστάραμε τρελά και το πανκ ροκ. Φόλα.

Στην πρώτη ηχογράφηση πήγαμε τύφλα μεθυσμένοι. Πιτσιρικάδες. Και εγώ τραγουδούσα μ’ αυτό το γρέζι. Και έτσι γράφτηκαν αυτά τα φωνητικά.

Αργότερα, πάω στον δεύτερο δίσκο να τραγουδήσω κανονικά και δεν έμοιαζε με τον πρώτο, και γι’ αυτό αναγκάστηκα να τραγουδήσω και στον δεύτερο έτσι. Και πλέον αυτό κατοχυρώθηκε σαν φωνή.

Την άλλη μέρα μετά το λάιβ μπορείς να μιλήσεις;
Ναι. Το κάνω χρόνια και έχω βρει τον τρόπο. Ή απλά έτσι ρυθμίστηκα.

Στα λάιβ σε χαλάει το πριν και το μετά, που θα καπνίσεις 20 πακέτα, που θα πιείς και πόσα ξύδια, που θα τσιρίζεις το βράδυ μέσα στο αυτί του άλλου στο μπαρ.

Εγώ βγάζω μέχρι τρία λάιβ συνεχόμενα. Μετά κλείνει η φωνή.

 

Αλέξανδρος Αβραμίδης

Θέλω να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο. Μπορεί να σου φανεί λίγο δύσκολη ερώτηση, αλλά δεν το κάνω με κακία, δεν θέλω να παρεξηγηθείς.
Τώρα πια στην μπάντα έχεις μείνει μόνο εσύ από την αρχική σύνθεση -το πιο σημαντικό μέλος εννοείται, εσύ έγραφες τη μουσική, τους στίχους κτλ. Αλλά τώρα που έχουν έρθει άλλοι στη θέση των πρώτων μελών, και που μετά άλλαξαν και αυτοί, δεν είναι σαν να έχει σταματήσει λίγο να είναι μπάντα οι Χατ Τρικ; Σαν να είναι “εσύ και οι μουσικοί σου”; Σαν να είναι ένα προσωπικό πρότζεκτ πια;
Σίγουρα θα ήθελα να τα είχε φέρει έτσι η ζωή που να μην είχαμε σταματήσει να παίζουμε παρέα οι συγκεκριμένες ψυχοσυνθέσεις.

Σίγουρα. Όπως σίγουρα θα ήθελα να έχω αράξει όλη μου τη ζωή με το πρώτο κορίτσι που κοιμήθηκα. Να μην έχουν περάσει από πάνω μου πόσα άλλα κορμιά. Καλά, κακά, άσχημα, οτιδήποτε…

Αλλά αυτό δεν πάει να πει πως όποια κοπέλα γνωρίσω τώρα θα έχουμε κάτι ψεύτικο. Αυτό δεν πάει να πει πως με όποιον μουσικό παίξω τώρα, δεν θα νιώθω μπάντα.

Καταλαβαίνω πλήρως τι λες. Κι εγώ θα ήθελα να έχω μείνει με τον πρώτο κολλητό που έκανα στο δημοτικό. Αυτό θα ήταν το πιο ωραίο. Αλλά δεν γίνεται ρε φίλε γιατί είναι πολλά τα χρόνια. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Πες μου ποιο παρεάκι έχει μείνει ίδιο; Όχι μουσικά. Γενικά. Εσύ κάνεις παρέα με τους ίδιους ανθρώπους που έκανες πριν 20 χρόνια;

Ακριβώς ίδιους; Όχι.
Αυτό είναι το λογικό. Αν όμως με κάποιους ήσασταν μαζί και βγάζατε λεφτά, ίσως με τον καιρό να λέγατε “ΟΚ, ζούμε τις ζωές μας ξεχωριστά, απλά θα δουλεύουμε παρέα”.

Σε εμάς, και να υπήρχε κάτι τέτοιο, δεν θα το κάναμε. Κανέναν δεν ένοιαξε αυτό. Κατάλαβες; Όταν σταματήσαμε να κάνουμε παρέα, κανέναν δεν ένοιαξε τι θα κάνουμε με την μπάντα. Η παρέα ήταν αυτό που μας κρατούσε. Δεν βάλαμε μπροστά κάτι άλλο. Δεν είπαμε “ΟΚ, να τα βρούμε, γιατί πρέπει να παίζουμε και τώρα έχουμε μέλλον λαμπρό μπροστά μας”. Στα αρχίδια όλων μας.

Ωστόσο, νιώθεις ότι επειδή το έχεις γράψει ο ίδιος, ότι ΟΚ, δεν κάνεις και κάτι τόσο άσχημο. Είναι ένα δικό σου τραγούδι στο τέλος της ημέρας.
Άσχημο σε καμία περίπτωση. Ένα live Χατ Τρικ είναι από τα ωραιότερα πράγματα που μπορείς να δεις μέσα στην σαπίλα του μοντέρνου κόσμου. Αλλά πιάνω τι λες και έχει λογική.

Άκου. Το γεγονός ότι οι Χατ Τρικ έπιασαν και έκαναν μια καλή μαγιά που μας πήγε τα υπόλοιπα χρόνια, δεν έχει να κάνει τόσο με τα τραγούδια σαν τραγούδια -παρότι ήμασταν τυχεροί που είχαμε και τσαχπίνικα κομμάτια- αλλά έχει να κάνει με το ποιοι ήταν οι άνθρωποι που έπαιζαν στην μπάντα. Το πιάνεις πώς το λέω;

Ήμασταν όλοι πολύ δυνατές προσωπικότητες. Ήμασταν και γαμώ τα άτομα.

Δηλαδή δεν είναι πως αν δίναμε αυτά τα τραγούδια στη δίπλα παρέα θα έκανε κάτι.

Κατάλαβα τι λες. Ότι είχε το χρώμα το δικό σας, έβγαιναν μέσα απ’ την χημεία σας.
Η χημεία, οι προσωπικότητες, το ποιος είναι ποιος. Πραγματικά αυτό έχει να κάνει και με το ποιος είναι ο μουσικός… Ήμασταν πιο φευγάτοι από τους άλλους. Το ακούς στα ακουστικά σου, ρε φίλε.

Και τώρα που η μπάντα πάει πολύ καλύτερα από τότε, υπάρχουν στιγμές που η καρδιά μου μαλακώνει πάνω στο stage τόσο, που σκέφτομαι “και να ήταν εδώ τώρα οι άλλοι δύο να βλέπανε τι χαμό κάναμε”.

Γιατί ο χαμός δεν είναι δικός μου. Προέρχεται από μια πυρηνική έκρηξη που ξεκίνησε τότε. Εγώ δεν είμαι βλάκας να λέω ό, τι να ‘ναι… Ξέρω ακριβώς τι ήταν, αλλά ξέρω ακριβώς και τι είναι. Είμαι ο τελευταίος επιζών. Ούτε θα περηφανευτώ αλλά ούτε θα απολογηθώ για αυτό.

Info:

Οι Χατ Τρικ θα εμφανιστούν στις 7 Νοεμβρίου στο Delines Fest στο Gagarin 205 μαζί με τους Over 9000, Tony Bluebird και TAKI ΤΣΑΝ & DJ ALX. Εισιτήρια ΕΔΩ

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα