ΟΙ DRAMACHINE ΚΑΙ Ο “ΥΣΤΕΡΟΣ ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ”
“Η Αθήνα μας τροφοδοτεί όλη την ώρα με content, κι εμείς ξεσπάμε τα νεύρα μας πάνω της”
Η Αθήνα που μας τρελαίνει, το άγχος, ο χορός και η αποτυχία που μπορεί να γίνει δημιουργία.
Με αφορμή την παρουσίαση του νέου τους δίσκου, “Χορός του Θανάτου”, στις 31 Οκτωβρίου στο ΙΛΙΟΝ Plus οι Dramachine μιλούν για τη μουσική ως αντανάκλαση της καθημερινής δυσφορίας σε μια πόλη που αλλάζει προς το χειρότερο και για την ανάγκη να συνεχίζεις να χορεύεις ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν απάλευτα.
Απ’ τη μία η μουσική σας μας κάνει να θέλουμε να κουνηθούμε, απ’ την άλλη οι στίχοι σας μας κάνουν να σκεφτούμε τη δυστυχία μας, τη δυσφορία μας, το άγχος… Τι σας γοητεύει σ’ αυτήν την αντίφαση; Γιατί το διαλέγετε αυτό;
Δεν είναι ακριβώς συνειδητή η αντίφαση, δεν είχαμε κάποιο σχέδιο στα μυαλά μας. Είμαστε κι εμείς αρκετά αγχώδεις, γεγονός που αποτυπώνεται τόσο στο στιχουργικό, όσο και στα υψηλά bpm, την ρυθμική αντανάκλαση της ταχυκαρδίας.
Το ότι όλο αυτό γίνεται χορευτικό είναι εντέλει ένα κάπως τυχαίο αποτέλεσμα. Μας αρέσει όμως.
Υπάρχουν συγκροτήματα-επιρροές σε αυτό το κομμάτι της μπάντας;
Το έκανε αρκετά καλά ο Jay Reatard με την χαρακτηριστική του ένταση και νευρικότητα, ανάμεσα σε άλλους και άλλες. Παρόλα αυτά, δεν είναι κάτι ασυνήθιστο ούτε στην ηλεκτρονική –ιδιαίτερα στην industrial, Electronic Body– ούτε στην punk μουσική: σκέψου, για παράδειγμα, το «Love will tear us apart», είναι σαν να το χορεύεις κάπως απαλά και με φοβερή χάρη, κατά τ’ άλλα οι στίχοι είναι σκέτη κατάθλιψη.
Ο τελευταίος σας δίσκος έχει ένα πολύ ωραίο και ιδιαίτερο εξώφυλλο. Θέλετε να μου πείτε ποιος το έφτιαξε και τι δείχνει όλο αυτό το ενδιαφέρον μπέρδεμα με τα σώματα;
Το εξώφυλλο είναι στην πραγματικότητα ένας πίνακας (δεν το λέμε μεταφορικά, είναι όντως ένας πίνακας, μεγάλος σαν τοίχος δωματίου), δημιούργημα του φίλου μας Tobias Cohrs. Του είπαμε την κεντρική ιδέα του Χορού του Θανάτου, ένα κορίτσι που φοράει τα καταραμένα κόκκινα παπούτσια και καταδικάζεται σε έναν ατέλειωτο χορό.
Το δημιούργημα, λοιπόν, του Tobias παίρνει αυτόν τον χορό και τον μετατρέπει σε μια συλλογική αναζήτηση της απόλαυσης και της ματαίωσής της: ο ήλιος που δύει σημάνει την ώρα της Αποκάλυψης, και ο χορός μπορεί τελικά να μοιάζει και με σφαγή.
Στο “Μη νομίζεις” συνεργάζεστε ξανά με τη Sci-Fi River. Πείτε μου αν θέλετε πώς προέκυψε και γιατί πιστεύετε ότι ταιριάζετε τόσο πολύ καλλιτεχνικά;
Ξανά και ξανά. Με τη Φένια (Sci-Fi River) μοιραζόμαστε μια φιλία χρόνων, υπάρχουν κοινές αναφορές, υπάρχει εμπιστοσύνη στο στιχουργικό ή στο μουσικό κομμάτι, παρόλο που τοποθετούμαστε σε διαφορετικά genres.
Ξέρεις, είμαστε σαν ποδοσφαιριστές που συνεννοούνται με τα μάτια πριν το χτύπημα του κόρνερ.
Από το “Δεν έχει μείνει τίποτα” του πρώτου άλμπουμ, περάσατε στο “Πάντα κάτι μένει” του τελευταίου σας άλμπουμ. Υπάρχει κάποια σύνδεση εδώ; Αλλάξατε γνώμη για κάτι; Ή είναι τυχαία η αναφορά;
Ένα φεγγάρι, μας έπιαναν άνθρωποι και μας έλεγαν «γράψτε ένα ακόμη “Δεν έχει μείνει τίποτα”». Η αλήθεια είναι πως βαρεθήκαμε να το ακούμε αυτό, και λίγο χλευάζοντας, λίγο για πλάκα, λίγο ντισσάροντας τους παλιούς μας εαυτούς, γράψαμε μια απάντηση.
Από τον παιδικό φόβο εγκατάλειψης στην εφηβική οργή, πέντε χρόνια δρόμος.
Στο Vios/ Mania ακούγεται επαναλαμβανόμενα το μονότονο “απέτυχα, απέτυχα, απέτυχα, απέτυχα” και στα αυτιά μου τουλάχιστον, μοιάζει και λίγο σαν ομολογία ενοχής, σαν να είναι μεγάλο έγκλημα να μην καταφέρεις κάτι. Είναι η κοινωνία τόσο εμμονική με την επιτυχία που δεν δέχεται τίποτα άλλο; Και ποιος ορίζει πότε κάποιος έχει αποτύχει στη ζωή του;
Το πες και μόνος σου, και όλα όσα λες ισχύουν. Όμως υπάρχει μια ακόμη παράμετρος: μπορούμε να φανταστούμε την αποτυχία όχι σαν κάτι αρνητικό αλλά σαν κάτι παραγωγικό και δημιουργικό. Τέτοια είναι η τέχνη της αποτυχίας, που έχει εμπνεύσει τόσα και τόσα κινήματα. Ή, αυτό εννοεί ο Λεξ όταν λέει: «η επιτυχία της αποτυχίας με έχει τρελάνει». Εμείς δεν προσπαθούμε να γλιτώσουμε από την αποτυχία.
Στο φετινό σας άλμπουμ, πού βλέπετε την εξέλιξή σας; Σε ποια στοιχεία του άλμπουμ; Υπήρξαν σημεία στα τραγούδια που να αισθανθήκατε ότι κάνατε κάτι που παλιότερα δεν θα τολμούσατε ή που δεν θα ξέρατε πώς να το κάνετε;
Υπάρχει ίσως μια εξέλιξη στο στιχουργικό, στην παραγωγή, στο songwriting, και σε άλλα πράγματα. Σε σχέση με παλιότερες δουλειές, είναι πιο synth driven και λιγότερο κιθαριστική, τα επίπεδα και οι λεπτομέρειες ακούγονται κάπως πιο καθαρά. Είναι συλλογική δουλειά, όλα αυτά τα πράγματα.
“Η πόλη με τρελαίνει, ο μήνας δεν μου βγαίνει, νικήσαν οι βλαμμένοι”. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον στίχο που να αποτυπώνει πιο εύστοχα το να ζεις στην Ελλάδα το 2026. Είναι τρία διαφορετικά προβλήματα; Είναι το ίδιο πρόβλημα με τρεις όψεις; Τι έχετε κάνει εδώ;
Ναι, είναι το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή η αθεράπευτη και επελαύνουσα δυσφορία στον ύστερο αθηναϊκό καπιταλισμό. Το να ξυπνάς το πρωί από το τρυπάνι, επειδή ανακαινίζονται τα πάντα. Το να έχουν πάει όλα στο θεό. Το να τρώμε εκδικητικά πρόστιμα απ’ την τροχαία. Δεν έχει γίνει λίγο απάλευτη η Αθήνα; Νικήσαν και οι βλαμμένοι, και αυτό είναι άλλη μια ήττα, μετά τις τόσες.
Κάτι τελευταίο. Σας περιγράφουν ως “αθηναϊκό συγκρότημα”. Τι σημαίνει για σας “αθηναϊκό”; Τι είναι αυτό που σας κάνει “αθηναϊκό”;
Τα ερεθίσματα από το περιβάλλον μας επηρεάζουν πολύ τη μουσική που γράφουμε. Αν ζούσαμε, λέμε τώρα, στη Γενεύη, μια πόλη που ξέρει να κρύβει τις ταξικές αντιθέσεις από το δημόσιο χώρο, ενδεχομένως να μην ήταν τόσο νευρική (όχι ότι δεν υπάρχουν punk μπάντες στη Γενεύη). Η Αθήνα μας τροφοδοτεί όλη την ώρα με content, κι εμείς ξεσπάμε τα νεύρα μας πάνω της. Για αυτό είμαστε «αθηναϊκό συγκρότημα» (αν και ο Γιώργος είναι από τον Πειραιά).
Οι Dramachine θα παρουσιάσουν το νέο τους άλμπουμ στις 31 Οκτωβρίου στο ΙΛΙΟΝ Plus παρέα με τους Klammers. Εισιτήρια ΕΔΩ