Καταστροφικές οι δαπάνες υγείας για 400.000 ελληνικά νοικοκυριά
Διαβάζεται σε 11'
Σχεδόν ένα στα δέκα ελληνικά νοικοκυριά αντιμετωπίζει οικονομική ασφυξία εξαιτίας των δαπανών υγείας. Τα φάρμακα, οι νοσηλείες και τα κενά στην ασφαλιστική κάλυψη επιβαρύνουν κυρίως τους οικονομικά ασθενέστερους.
- 05 Νοεμβρίου 2026 17:04
Περισσότερα από 400.000 ελληνικά νοικοκυριά αναγκάζονται να διαθέτουν τόσο μεγάλο μέρος των οικονομικών τους πόρων για υπηρεσίες υγείας, ώστε να απειλείται η δυνατότητά τους να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο 15ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ασθενών, σήμερα, Πέμπτη.
Όπως ανέφεραν οι ειδικοί, φάρμακα, νοσοκομειακή περίθαλψη, διαγνωστικές εξετάσεις, ιατρικές επισκέψεις και οδοντιατρικές υπηρεσίες συνθέτουν έναν λογαριασμό που για εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες αποδεικνύεται δυσβάσταχτος.
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Πανελλήνιο Συνέδριο Ασθενών αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα: 404.418 νοικοκυριά, δηλαδή το 9,5% του συνόλου, αντιμετώπισαν καταστροφικές δαπάνες υγείας, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2023, του τελευταίου έτους για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμες συγκρίσιμες μετρήσεις.
Πρόκειται για περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους που ζουν σε οικογένειες με εξαιρετικά υψηλή οικονομική επιβάρυνση λόγω προβλημάτων υγείας.
Την ίδια στιγμή, περίπου 302.249 νοικοκυριά, ποσοστό κοντά στο 7%, βρέθηκαν αντιμέτωπα με δαπάνες υγείας που τα οδήγησαν σε φτωχοποίηση, επιδείνωσαν την ήδη υπάρχουσα οικονομική τους αδυναμία ή τα έφεραν κοντά στο όριο της φτώχειας.
Οι δύο κατηγορίες δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες, καθώς ένα νοικοκυριό μπορεί να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα καταστροφικές και φτωχοποιητικές δαπάνες.
Τα δεδομένα προέρχονται από τη μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την οικονομική προστασία των ασθενών στην Ελλάδα, την οποία εκπόνησαν ο Μιχάλης Χλέτσος και ο καθηγητής Κοινωνιολογίας και Πολιτικής Υγείας του Παντείου Πανεπιστημίου Χαράλαμπος Οικονόμου.
Τι σημαίνει «καταστροφική δαπάνη υγείας»
Ο όρος δεν περιγράφει απλώς ένα μεγάλο ποσό που χρειάζεται να πληρώσει κάποιος για την περίθαλψή του. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία του ΠΟΥ, καταστροφικές χαρακτηρίζονται οι άμεσες πληρωμές υγείας που υπερβαίνουν το 40% της οικονομικής δυνατότητας ενός νοικοκυριού, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί το κόστος κάλυψης βασικών αναγκών, όπως η διατροφή, η στέγαση και η ενέργεια.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη ιατρική δαπάνη μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική για μια οικογένεια με χαμηλό εισόδημα, όταν τα χρήματα που απομένουν μετά την πληρωμή των ανελαστικών εξόδων είναι ελάχιστα.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η ανάγκη χρηματοδότησης μιας θεραπείας μπορεί να οδηγήσει στην εξάντληση αποταμιεύσεων, στον δανεισμό, στην πώληση περιουσιακών στοιχείων ή στην περικοπή άλλων απαραίτητων δαπανών.
Σε αρκετές περιπτώσεις, το δίλημμα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο: να πληρωθεί η αναγκαία περίθαλψη ή να αναβληθεί, με πιθανές επιπτώσεις στην υγεία του ασθενούς.
Νοσηλείες και φάρμακα απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών
Η ανάλυση των καταστροφικών δαπανών δείχνει ότι δύο κατηγορίες υπηρεσιών απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους.
Το 36% των καταστροφικών δαπανών σχετίζεται με τη νοσοκομειακή περίθαλψη και το 34% με την αγορά φαρμάκων, ενώ περίπου το 14% αφορά την οδοντιατρική φροντίδα. Το υπόλοιπο κατανέμεται κυρίως σε εξωνοσοκομειακές επισκέψεις, διαγνωστικές εξετάσεις και ιατρικά προϊόντα.
Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν την κατανομή των δαπανών ανά είδος περίθαλψης και όχι το ποσοστό των νοικοκυριών που επιβαρύνεται από κάθε υπηρεσία.
Η κατανομή αλλάζει σημαντικά ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των ασθενών. Στο φτωχότερο 20% των νοικοκυριών, τα φάρμακα αντιπροσωπεύουν το 57% των καταστροφικών δαπανών και η εξωνοσοκομειακή περίθαλψη περίπου το 18%.
Στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, τα φάρμακα εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική επιβάρυνση, με μερίδιο περίπου 40%, ενώ ακολουθούν η νοσηλεία με 21% και η οδοντιατρική περίθαλψη με 20,5%.
Στο πλουσιότερο πέμπτο των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν καταστροφικές δαπάνες, η εικόνα είναι διαφορετική: σχεδόν τα δύο τρίτα των σχετικών εξόδων συνδέονται με τη νοσοκομειακή περίθαλψη. Η κατανομή αυτή δείχνει ότι το κόστος μιας σοβαρής ασθένειας μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά ακόμη και οικογένειες με μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες.
Το 63% των καταστροφικών δαπανών συγκεντρώνεται στα φτωχότερα νοικοκυριά
Η μεγαλύτερη ανισότητα καταγράφεται μεταξύ των εισοδηματικών ομάδων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Χαράλαμπος Οικονόμου, περίπου το 63% των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν καταστροφικές δαπάνες υγείας ανήκει στο φτωχότερο πέμπτο.
Η μελέτη του ΠΟΥ δείχνει ακόμη ότι το 2023 σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά της οικονομικά ασθενέστερης κατηγορίας αντιμετώπιζε καταστροφικές δαπάνες, έναντι μόλις 3% στο πλουσιότερο πέμπτο.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι εμφανίζονται οι ηλικιωμένοι, οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και τα οικονομικά μη ενεργά άτομα. Το ποσοστό καταστροφικών δαπανών φτάνει το 15% στα νοικοκυριά με αρχηγό συνταξιούχο ή άτομο άνω των 60 ετών και το 14% σε εκείνα με αρχηγό άνεργο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου το 80% των νοικοκυριών με καταστροφικές δαπάνες έχει επικεφαλής άτομο ηλικίας άνω των 60 ετών. Η αυξημένη ανάγκη ιατρικής παρακολούθησης, η συχνότερη εμφάνιση χρόνιων νοσημάτων και τα περιορισμένα εισοδήματα καθιστούν αυτές τις οικογένειες ιδιαίτερα ευάλωτες.
Η Ελλάδα πληρώνει από την τσέπη της υπερδιπλάσια από την Ευρώπη
Η έκταση του προβλήματος συνδέεται άμεσα με τον τρόπο χρηματοδότησης του ελληνικού συστήματος υγείας.
Σύμφωνα με το Προφίλ Υγείας της Ελλάδας για το 2025, που εκπονήθηκε από τον ΟΟΣΑ και το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τα Συστήματα και τις Πολιτικές Υγείας, οι άμεσες ιδιωτικές πληρωμές αντιπροσώπευαν το 34,4% των συνολικών δαπανών υγείας το 2023, έναντι 15,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, η δημόσια και υποχρεωτική χρηματοδότηση κάλυπτε το 60,9% των δαπανών υγείας στην Ελλάδα, έναντι 80% κατά μέσο όρο στην ΕΕ.
Η διαφορά αντανακλά τη μεγαλύτερη οικονομική ευθύνη που επωμίζονται οι ίδιοι οι ασθενείς για την πρόσβαση σε υπηρεσίες περίθαλψης.
Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη ότι το 9,5% των ελληνικών νοικοκυριών με καταστροφικές δαπάνες υγείας υπερβαίνει αισθητά τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στο 6,4%.
Σχεδόν διπλασιάστηκε η συμμετοχή των ασθενών στα φάρμακα
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα στοιχεία για τη φαρμακευτική περίθαλψη. Ο Αντώνης Καρόκης, διευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων της φαρμακευτικής εταιρείας MSD, παρουσίασε στο συνέδριο μελέτη σύμφωνα με την οποία οι ιδιωτικές πληρωμές των ασθενών για φάρμακα αυξήθηκαν από 416 εκατ. ευρώ το 2012 σε εκτιμώμενα 810 εκατ. ευρώ το 2024.
Η επιβάρυνση δεν εξαντλείται στα καθιερωμένα ποσοστά συμμετοχής, όπως το 10% και το 25%. Οι ασθενείς μπορεί επίσης να πληρώνουν τη διαφορά ανάμεσα στη λιανική τιμή ενός φαρμάκου και στην τιμή αποζημίωσης που αναγνωρίζει ο ΕΟΠΥΥ.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα παρουσιάστηκε ασθενής με υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη και υψηλή χοληστερόλη, του οποίου η ετήσια φαρμακευτική αγωγή κοστίζει 1.980 ευρώ. Η επιβάρυνση του ίδιου ανέρχεται σε 396 ευρώ τον χρόνο.
Σύμφωνα με τη σύγκριση που παρουσίασε ο εκπρόσωπος της MSD, το σχετικό οικονομικό βάρος είναι σχεδόν τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου και τουλάχιστον τετραπλάσιο σε σχέση με τη Γερμανία.
Η υψηλή συμμετοχή μπορεί να έχει επιπτώσεις και στην τήρηση της θεραπείας. Όταν ένας ασθενής αδυνατεί να αγοράζει συστηματικά τα αναγκαία φάρμακα, αυξάνεται ο κίνδυνος διακοπής ή πλημμελούς λήψης της αγωγής.
Κατά τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν από την MSD, η ανεπαρκής συμμόρφωση στη θεραπεία μπορεί να συνδέεται με αύξηση των νοσηλειών κατά 2,4% έως 6,5% και πρόσθετο δυνητικά αποτρέψιμο νοσοκομειακό κόστος της τάξης των 500 εκατ. ευρώ.
Χιλιάδες ασθενείς στερούνται την περίθαλψη που χρειάζονται
Η οικονομική επιβάρυνση αποτελεί μόνο τη μία πλευρά του προβλήματος. Η άλλη αφορά όσους δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν και τελικά δεν λαμβάνουν την αναγκαία φροντίδα.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 21,9% των πολιτών που είχαν ανάγκη ιατρικής εξέτασης ή θεραπείας δήλωσε ότι δεν μπόρεσε να την πραγματοποιήσει λόγω κόστους, μεγάλης αναμονής ή απόστασης από τις διαθέσιμες υπηρεσίες. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 3,6%.
Για τα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα ανεβαίνει στο 32,3%, έναντι 6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ακόμη πιο έντονο είναι το πρόβλημα στην οδοντιατρική περίθαλψη. Το 27,1% όσων χρειάζονταν σχετικές υπηρεσίες ανέφερε ότι δεν κατάφερε να τις εξασφαλίσει, ενώ μεταξύ των πολιτών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας το ποσοστό ανέρχεται στο 52,8%.
Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι η πραγματική οικονομική επιβάρυνση δεν αποτυπώνεται μόνο στις δαπάνες που πραγματοποιούνται, αλλά και στις θεραπείες, εξετάσεις και υπηρεσίες που οι πολίτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν ή να αναβάλουν.
Το αποτύπωμα της οικονομικής κρίσης παραμένει
Η εξέλιξη των καταστροφικών δαπανών την τελευταία δεκαπενταετία είναι ενδεικτική.
Το 2008, πριν από την οικονομική κρίση, το ποσοστό τους βρισκόταν στο 7,2%. Το 2015 είχε αυξηθεί στο 10,5%, ενώ το 2020, εν μέσω πανδημίας, έφτασε στο 10,6%. Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση που ακολούθησε, το 2023 παρέμενε στο 9,5%, αισθητά υψηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα.
Ο Χαράλαμπος Οικονόμου συνέδεσε αυτή την εξέλιξη με τη μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης την περίοδο των μνημονίων, τις αυξημένες συμμετοχές των ασθενών και τους περιορισμούς στην πρόσβαση σε ορισμένες υπηρεσίες.
Η μελέτη του ΠΟΥ διαπιστώνει ότι, παρά τη βελτίωση της οικονομικής προστασίας σε σχέση με την κορύφωση της κρίσης, τα φτωχότερα νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες συγκρίσιμες με εκείνες της περιόδου εκείνης.
Οι χρόνιοι ασθενείς πληρώνουν και το έμμεσο κόστος
Η οικονομική επιβάρυνση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη για όσους ζουν με χρόνια νοσήματα.
Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν προκαταρκτικά ευρήματα μελέτης για ασθενείς με νόσο Crohn και ελκώδη κολίτιδα. Το 97% των συμμετεχόντων ανέφερε ιδιωτικές δαπάνες υγείας, με μέσο μηνιαίο κόστος 354 ευρώ, ενώ τέσσερις στους δέκα διέθεταν περισσότερο από το 25% του εισοδήματός τους για ανάγκες σχετικές με την ασθένεια.
Στις επιβαρύνσεις περιλαμβάνονται, πέρα από τις εξετάσεις και τα φάρμακα, υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης, διατροφικής συμβουλευτικής, μετακινήσεις και άλλες ανάγκες που συχνά δεν καλύπτονται επαρκώς.
Η πρόεδρος της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας, Μέμη Τσεκούρα, επισήμανε ότι ακόμη και μια δωρεάν προληπτική εξέταση μπορεί να παραμείνει απρόσιτη όταν ο ασθενής αδυνατεί να καλύψει το κόστος μεταφοράς. Επιπλέον, η ασθένεια μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα εργασίας του ασθενούς ή συγγενών που αναλαμβάνουν τη φροντίδα του.
Οι προτάσεις για την οικονομική προστασία των ασθενών
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνει μια σειρά παρεμβάσεων για τον περιορισμό των οικονομικών εμποδίων στην περίθαλψη.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διεύρυνση των απαλλαγών από συμμετοχές για τα χαμηλά εισοδήματα, η καθιέρωση ετήσιου ανώτατου ορίου πληρωμών ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του νοικοκυριού και η αντικατάσταση ορισμένων ποσοστιαίων συμμετοχών με μικρά, σταθερά ποσά.
Επιπλέον, προτείνεται η ενίσχυση της δημόσια χρηματοδοτούμενης οδοντιατρικής φροντίδας, η ευρύτερη κάλυψη εξωνοσοκομειακών θεραπειών και υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας, καθώς και η αντιμετώπιση των μεγάλων αναμονών και των άτυπων πληρωμών.
Σημαντική πρόταση αποτελεί επίσης η σύνδεση του δικαιώματος πρόσβασης σε πλήρη πακέτα παροχών υγείας με τη διαμονή στη χώρα και όχι αποκλειστικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών.
Από την πλευρά της MSD παρουσιάστηκαν δύο εναλλακτικά σενάρια για ασθενείς με πολλαπλά χρόνια νοσήματα: μείωση της συμμετοχής στα φάρμακα στο 10%, με εκτιμώμενο ετήσιο κόστος 120 εκατ. ευρώ, ή καθιέρωση ανώτατου ετήσιου ορίου πληρωμών 250 ευρώ, με εκτιμώμενο κόστος 160 εκατ. ευρώ.
Στη συζήτηση τέθηκε ακόμη η δυνατότητα εξοικονόμησης περίπου 170 εκατ. ευρώ μέσω μεγαλύτερων επιτρεπόμενων μειώσεων στις τιμές φαρμάκων. Πρόκειται για προτάσεις και οικονομικές εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν από εκπρόσωπο της φαρμακοβιομηχανίας και όχι για ήδη εγκεκριμένα μέτρα.
Παράλληλα, ο διοικητής του ΕΟΠΥΥ, Αθανάσιος Ζαμάνης, γνωστοποίησε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η αναθεώρηση του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας, με στόχο να ολοκληρωθεί η επεξεργασία του μέσα στον Νοέμβριο του 2026. Προανήγγειλε επίσης πρόγραμμα προληπτικής οδοντιατρικής φροντίδας για παιδιά, με προβλεπόμενη έναρξη στις αρχές του 2027.
Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι κατά πόσο οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις θα περιορίσουν την πραγματική οικονομική επιβάρυνση των ασθενών.
Η συζήτηση για τις καταστροφικές δαπάνες υγείας δεν αφορά αποκλειστικά τη χρηματοδότηση του ΕΣΥ. Αφορά τη δυνατότητα εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών να αντιμετωπίσουν μια ασθένεια χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο την οικονομική τους επιβίωση.
Και όσο περισσότερα από 400.000 νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν καταστροφικές δαπάνες, τόσο η πρόσβαση στην υγεία θα παραμένει, για σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας, όχι μόνο ζήτημα ιατρικής φροντίδας αλλά και οικονομικής αντοχής.