Eurostat για Ελλάδα: Δημόσια δωρεάν Υγεία αλλά με το χέρι στην… τσέπη

Διαβάζεται σε 7'
Νοσοκομείο (αρχείο)
Νοσοκομείο (αρχείο) iStock

Παρά την καθολική υγειονομική κάλυψη, οι Έλληνες εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά την περίθαλψή τους. Τα νέα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν τις μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες.

Η ιατρική περίθαλψη εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό οικονομικό βάρος για χιλιάδες νοικοκυριά στην Ελλάδα, με τους οικονομικά ασθενέστερους πολίτες να αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε όσους βρίσκονται στα όρια της φτώχειας, καθώς ακόμη και άνθρωποι με υψηλότερα εισοδήματα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις δαπάνες υγείας.

Τα νέα στοιχεία της Eurostat για το 2025 αποτυπώνουν αυτή την πραγματικότητα, αναδεικνύοντας τις σημαντικές ανισότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν στην πρόσβαση στην περίθαλψη. Στην Ελλάδα, το 13,1% του πληθυσμού δηλώνει ότι το κόστος της ιατρικής φροντίδας αποτελεί μεγάλο οικονομικό βάρος, ποσοστό κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 13,5%.

Πίσω από τους αριθμούς, όμως, βρίσκεται και μια ευρύτερη αντίφαση: παρότι η χώρα διαθέτει δημόσιο σύστημα υγείας με καθολική κάλυψη βασικών υπηρεσιών, η πρόσβαση σε έγκαιρη και οικονομικά προσιτή περίθαλψη δεν είναι εξασφαλισμένη για όλους.

Οι μεγάλες αναμονές για ιατρικά ραντεβού, διαγνωστικές εξετάσεις και προγραμματισμένα χειρουργεία, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις προσωπικού και τις περιορισμένες δυνατότητες ορισμένων δημόσιων δομών, ωθούν ασθενείς να αναζητούν λύσεις στον ιδιωτικό τομέα, πληρώνοντας από την τσέπη τους.

Πρόκειται για ένα πρόβλημα που δεν αποτυπώνεται μόνο στις εμπειρίες των ασθενών, αλλά καταγράφεται πλέον και σε επίσημες ευρωπαϊκές εκθέσεις.

Διπλάσια η οικονομική επιβάρυνση για τους φτωχότερους Έλληνες

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το εισόδημα εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το πόσο βαριά αισθάνεται κανείς το κόστος της περίθαλψης.

Στην Ελλάδα, το 17,5% των πολιτών που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας δηλώνει ότι η ιατρική φροντίδα αποτελεί μεγάλο οικονομικό βάρος, έναντι 12% όσων δεν βρίσκονται σε αντίστοιχη κατάσταση.

Με άλλα λόγια, ακόμη και μεταξύ των πολιτών που δεν θεωρούνται οικονομικά ευάλωτοι, περίπου ένας στους οκτώ αντιμετωπίζει σημαντική οικονομική πίεση εξαιτίας των δαπανών υγείας.

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν συγκρίνονται τα χαμηλότερα με τα υψηλότερα εισοδήματα. Στο φτωχότερο 20% του ελληνικού πληθυσμού, το 17,7% αναφέρει μεγάλη οικονομική επιβάρυνση από την ιατρική φροντίδα, ενώ στο πλουσιότερο 20% το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 7,9%.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι οικονομικά ασθενέστεροι πολίτες αναφέρουν σοβαρή οικονομική πίεση με υπερδιπλάσια συχνότητα σε σχέση με τους πιο εύπορους. Την ίδια στιγμή, το γεγονός ότι σημαντικό ποσοστό ακόμη και των υψηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων αντιμετωπίζει αντίστοιχες δυσκολίες φανερώνει πως το πρόβλημα έχει ευρύτερες διαστάσεις.

Το παράδοξο του ΕΣΥ: Δημόσια περίθαλψη, αλλά με το χέρι στην τσέπη

Η οικονομική επιβάρυνση των ασθενών αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου η καθολική υγειονομική κάλυψη δεν συνεπάγεται πάντοτε και έγκαιρη πρόσβαση στις αναγκαίες υπηρεσίες.

Για έναν ασθενή που χρειάζεται μια διαγνωστική εξέταση, ένα ραντεβού με ειδικό γιατρό ή μια προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση, η πολύμηνη αναμονή μπορεί να καταστήσει την ιδιωτική περίθαλψη τη μόνη πρακτικά διαθέσιμη άμεση επιλογή. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυνατότητα να λάβει κανείς εγκαίρως την ιατρική φροντίδα που χρειάζεται συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την οικονομική του δυνατότητα να πληρώσει.

Η διαπίστωση αυτή υποστηρίζεται και από την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα του 2026, η οποία συνδέει ρητά το υψηλό επίπεδο ιδιωτικών πληρωμών για την υγεία με τις μεγάλες λίστες αναμονής και την προσφυγή των ασθενών σε ιδιωτικούς παρόχους, προκειμένου να παρακάμψουν τις καθυστερήσεις.

Σύμφωνα με την έκθεση, το 2023 περίπου το 34% των συνολικών δαπανών υγείας στην Ελλάδα καλύφθηκε απευθείας από τους πολίτες, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, που κινήθηκε κοντά στο 15%.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η εφαρμογή της Ενιαίας Λίστας Χειρουργείων και των απογευματινών χειρουργείων έχει συμβάλει στη μείωση των εκκρεμοτήτων για προγραμματισμένες επεμβάσεις. Παράλληλα, όμως, επισημαίνει ότι οι ανισότητες στην πρόσβαση και οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες παραμένουν σοβαρά προβλήματα.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της Eurostat για τις ανεκπλήρωτες ανάγκες περίθαλψης το 2024. Το 21,9% των πολιτών στην Ελλάδα που δήλωσαν ότι χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα ανέφερε ότι δεν κατάφερε να τη λάβει, εξαιτίας του κόστους, της μεγάλης αναμονής ή της απόστασης από τις υπηρεσίες υγείας. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έξι φορές μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 3,6%.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Ελλάδα, που δημοσιοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2025. Σύμφωνα με αυτήν, σχεδόν ένα στα δέκα ελληνικά νοικοκυριά αντιμετωπίζει καταστροφικές δαπάνες υγείας, δηλαδή πληρωμές τόσο υψηλές σε σχέση με τις οικονομικές του δυνατότητες ώστε να απειλείται η κάλυψη άλλων βασικών αναγκών, όπως η διατροφή, η στέγαση και οι λογαριασμοί.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει η υγεία, αλλά και κατά πόσο το δημόσιο σύστημα μπορεί να ανταποκριθεί εγκαίρως στις ανάγκες των πολιτών, χωρίς να τους υποχρεώνει να αναζητούν λύσεις ανάλογα με το πορτοφόλι τους.

Παρόμοια εικόνα και στην υπόλοιπη Ευρώπη

Οι οικονομικές ανισότητες στην περίθαλψη δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το κόστος της ιατρικής φροντίδας επιβαρύνει σημαντικά τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συγκεκριμένα, το 19,1% των πολιτών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας δηλώνει ότι η ιατρική φροντίδα αποτελεί μεγάλο οικονομικό βάρος, έναντι 12,5% όσων δεν αντιμετωπίζουν αντίστοιχο οικονομικό κίνδυνο.

Οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Στην Ιταλία, σχεδόν ένας στους δύο πολίτες που κινδυνεύουν από φτώχεια (47,6%) αναφέρει σοβαρή οικονομική επιβάρυνση από την περίθαλψη, ενώ στη Σλοβενία το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 5,6%.

Ιδιαίτερα έντονες διαφορές μεταξύ των οικονομικά ευάλωτων πολιτών και των υπολοίπων καταγράφονται στη Βουλγαρία, τη Λετονία και τη Ρουμανία, επιβεβαιώνοντας ότι η οικονομική δυνατότητα εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά την πρόσβαση σε προσιτή ιατρική φροντίδα.

Οι οικονομικά ασθενέστεροι αντιμετωπίζουν και περισσότερα προβλήματα υγείας

Η έρευνα της Eurostat αναδεικνύει, ωστόσο, και μια δεύτερη πλευρά των ανισοτήτων: οι άνθρωποι που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας δεν επιβαρύνονται μόνο περισσότερο οικονομικά, αλλά αναφέρουν συχνότερα και προβλήματα υγείας που δυσκολεύουν την καθημερινότητά τους.

Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 24,9% των οικονομικά ευάλωτων πολιτών δηλώνει ότι αντιμετωπίζει μέτριες ή σοβαρές δυσκολίες στο περπάτημα, έναντι 16,9% όσων δεν βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας.

Ανάλογη διαφορά καταγράφεται και στις δυσκολίες μνήμης και συγκέντρωσης, με ποσοστά 20,6% και 14,5% αντίστοιχα. Η ίδια τάση παρατηρείται και σε άλλες βασικές δραστηριότητες, όπως η όραση, η ακοή και η αυτοεξυπηρέτηση.

Έτσι, οι οικονομικά ασθενέστεροι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια διπλή επιβάρυνση: αναφέρουν συχνότερα προβλήματα υγείας που περιορίζουν την καθημερινότητά τους, ενώ διαθέτουν λιγότερους οικονομικούς πόρους για να καλύψουν τις ανάγκες περίθαλψής τους.

Στην Ελλάδα, η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εξαιτίας των διαπιστωμένων προβλημάτων πρόσβασης στο δημόσιο σύστημα υγείας. Γιατί όσο η έγκαιρη περίθαλψη εξαρτάται από τη δυνατότητα ενός ασθενούς να στραφεί στον ιδιωτικό τομέα, τόσο η οικονομική ανισότητα μετατρέπεται και σε ανισότητα στην υγεία.

Το κρίσιμο ερώτημα για την κυβέρνηση και το υπουργείο Υγείας δεν είναι, συνεπώς, μόνο αν οι πολίτες έχουν τυπικά δικαίωμα στη δημόσια περίθαλψη, αλλά αν μπορούν πράγματι να την εξασφαλίσουν όταν τη χρειάζονται, χωρίς να αναγκάζονται να πληρώσουν από την τσέπη τους για κάτι που το δημόσιο σύστημα οφείλει να τους παρέχει σύμφωνα με το Σύνταγμα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα