Η Ελλάδα κερδίζει στη βιομηχανία λόγω χαμηλού κόστους εργασίας – Βαριές οι αδυναμίες σε ενέργεια και παραγωγικότητα

Διαβάζεται σε 6'
Η Ελλάδα κερδίζει στη βιομηχανία λόγω χαμηλού κόστους εργασίας – Βαριές οι αδυναμίες σε ενέργεια και παραγωγικότητα
: κ. Βασίλης Καφάτος, Deloitte Partner - Growth Leader & Αντιπρόεδρος ΣΒΕ, κα Βίκυ Λοΐζου Γενική Διευθύντρια του ΣΒΕ, κ. Κωστής Χατζηδάκης, Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, κα Λουκία Σαράντη, Πρόεδρος του ΣΒΕ

Η Ελλάδα διαθέτει ορισμένα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, αλλά αυτά δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η πρόσβαση σε προσιτή ενέργεια, η αύξηση των επενδύσεων και η βελτίωση των θεσμών αποτελούν τις προϋποθέσεις για μια βιομηχανία με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και ισχυρότερη θέση στις διεθνείς αγορές.

Το χαμηλό κόστος εργασίας, παρά το ότι οι αμοιβές σε σχέση με άλλους κλάδους είναι  σημαντικά πιο γενναιόδωρες, αποτελεί το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της ελληνικής βιομηχανίας, την ώρα που το υψηλό ενεργειακό κόστος, η χαμηλή παραγωγικότητα και οι αδυναμίες του επιχειρηματικού περιβάλλοντος περιορίζουν την ανταγωνιστικότητά της. Αυτή είναι η βασική εικόνα που προκύπτει από τη μελέτη της Deloitte, η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), παρουσιάστηκε την Πέμπτη 5/11 και αποτυπώνει τη θέση της χώρας έναντι 23 ακόμη κρατών-μελών της ΕΕ.

Η μελέτη αξιολογεί την ανταγωνιστικότητα της μεταποίησης μέσα από οκτώ διαστάσεις, 23 υποδιαστάσεις και 108 δείκτες. Η Ελλάδα εντάσσεται στην ομάδα των χωρών με χαμηλή συνολική ανταγωνιστικότητα, μαζί με την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Κροατία. Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ενιαία. Σε ορισμένους τομείς η χώρα εμφανίζει αξιοσημείωτες επιδόσεις, ενώ σε άλλους καταγράφει σημαντικές υστερήσεις.

Συγκεκριμένα, η καλύτερη επίδοση εντοπίζεται στην υποδιάσταση του κόστους εργασίας, όπου η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση μεταξύ των 24 χωρών. Ο δείκτης αποτυπώνει την επίδραση του κόστους εργασίας στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και όχι το απόλυτο ύψος των μισθών. Η πρωτιά, πάντως, συνδέεται με τη χαμηλή μισθολογική βάση της χώρας, η οποία αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συνοδεύεται από αντίστοιχα υψηλή παραγωγικότητα.

Στις θετικές επιδόσεις περιλαμβάνονται επίσης η πέμπτη θέση στην ανταγωνιστικότητα τιμών και ποιότητας των προϊόντων, η ένατη στη δημιουργία τεχνολογίας, γνώσης και διανοητικής ιδιοκτησίας και η 11η στη φορολογική ανταγωνιστικότητα. Παράλληλα, η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση ως προς το ποσοστό των μεταποιητικών επιχειρήσεων που εισήγαγαν νέα ή σημαντικά βελτιωμένα προϊόντα, ενώ καταλαμβάνει την τρίτη θέση στην αύξηση του όγκου της μεταποιητικής παραγωγής, με άνοδο 16,2% το 2025 σε σύγκριση με το 2021.

Στον αντίποδα, η χώρα κατατάσσεται τελευταία, στην 24η θέση, στο ενεργειακό περιβάλλον και την αξιοπιστία των δικτύων, ενώ βρίσκεται στην 23η θέση στην παραγωγικότητα και αποδοτικότητα. Στην 21η θέση κατατάσσεται στο επιχειρηματικό και ρυθμιστικό περιβάλλον και στην 20ή στην κυκλική οικονομία και την κοινωνική ανθεκτικότητα. Οι επιδόσεις αυτές αναδεικνύουν τα εμπόδια που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις.

Ενέργεια και παραγωγικότητα τα μεγαλύτερα αγκάθια

Το ενεργειακό κόστος αποτελεί μία από τις σοβαρότερες πιέσεις για τη βιομηχανία. Σύμφωνα με τη μελέτη, η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 0,13 ευρώ ανά κιλοβατώρα, έναντι 0,10 ευρώ κατά μέσο όρο στις χώρες σύγκρισης. Ενδεικτικό της επιβάρυνσης είναι ότι το 72% των επιχειρήσεων θεωρεί το ενεργειακό κόστος σημαντικό εμπόδιο για την πραγματοποίηση επενδύσεων, ποσοστό διπλάσιο από τον μέσο όρο.

Παρότι, μάλιστα, η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη ως προς την ενεργειακή ένταση της μεταποίησης, βρίσκεται στην 23η θέση στην ενεργειακή διαφοροποίηση και στην εξάρτηση από εισαγωγές. Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για πιο ανταγωνιστική ενέργεια και μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού.

Αντίστοιχα προβληματική είναι η εικόνα της παραγωγικότητας. Η συμμετοχή της μεταποίησης στο ελληνικό ΑΕΠ ανέρχεται σε 9%, έναντι 14% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι επενδύσεις και ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου παραμένουν περιορισμένοι. Η χαμηλή παραγωγικότητα συνδέεται με την ανεπαρκή ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού και τη χαμηλή τεχνολογική και ψηφιακή ωριμότητα σημαντικού μέρους των επιχειρήσεων.

Στο επιχειρηματικό περιβάλλον, ιδιαίτερα αρνητική είναι η θέση της Ελλάδας στη χρηματοδότηση και στην ποιότητα των θεσμών, όπου καταλαμβάνει την 23η θέση. Παράλληλα, ο μέσος χρόνος για την έκδοση άδειας λειτουργίας φτάνει τις 64 ημέρες, έναντι 43 ημερών στον μέσο όρο της ΕΕ.

Ανάγκη για επενδύσεις, δεξιότητες και υποδομές

Στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στην τεχνολογία η Ελλάδα βρίσκεται στη 13η θέση. Ωστόσο, η συνολική κατάταξη αποκρύπτει σημαντικές αδυναμίες: στις ψηφιακές δεξιότητες και στη δυναμική της αγοράς εργασίας καταλαμβάνει την 22η θέση. Αντίστοιχα, παρά τις θετικές επιδόσεις στην ανάπτυξη νέων προϊόντων, η υιοθέτηση προηγμένων τεχνολογιών και η χρήση βιομηχανικών ρομπότ παραμένουν περιορισμένες.

Στην εξωστρέφεια και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα η χώρα βρίσκεται στη 14η θέση. Η ανταγωνιστικότητα τιμών και ποιότητας αποτελεί ισχυρό σημείο, ωστόσο η εξαγωγική απόδοση κατατάσσεται στην 21η θέση, ενώ η προσέλκυση διεθνούς κεφαλαίου και η συμμετοχή στις διεθνείς αλυσίδες αξίας παραμένουν αδύναμες.

Ανάλογη είναι η εικόνα στις υποδομές, όπου η Ελλάδα καταλαμβάνει τη 14η θέση συνολικά. Οι φυσικές υποδομές βρίσκονται στην 20ή θέση, με το σιδηροδρομικό δίκτυο να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα υστέρησης. Μάλιστα, η πυκνότητά του κατατάσσεται τελευταία μεταξύ των χωρών σύγκρισης, ενώ χαμηλή είναι και η συμμετοχή του στις χερσαίες εμπορευματικές μεταφορές. Καλύτερη είναι η εικόνα στις υπηρεσίες μεταφοράς, όπου η χώρα βρίσκεται στη 12η θέση.

ΣΒΕ: Ετήσιος μηχανισμός μέτρησης και προτάσεων

Στο φόντο αυτό, την ανάγκη να αξιοποιηθούν τα ευρήματα για τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής βιομηχανικής πολιτικής υπογράμμισε, κατά την τοποθέτησή της στη εκδήλωση, χθες,  η πρόεδρος του ΣΒΕ, Λουκία Σαράντη. Όπως ανέφερε, ο Σύνδεσμος επέλεξε να “σταθεί μπροστά στον καθρέφτη» και να μετρήσει με αντικειμενικό τρόπο την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας“, επισημαίνοντας ότι η πρωτοβουλία δεν περιορίζεται στην αποτύπωση της σημερινής κατάστασης.

Στόχος, όπως ειπώθηκε, είναι η δημιουργία ενός ετήσιου μηχανισμού παρακολούθησης, ο οποίος θα συνδυάζει τον δείκτη ανταγωνιστικότητας με έρευνα στις επιχειρήσεις και συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής. Η κ. Σαράντη, μάλιστα, τόνισε ότι απαιτείται ενιαίος κυβερνητικός σχεδιασμός, με κοινές προτεραιότητες και συντονισμένες δράσεις μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων. Ως βασικούς πυλώνες ανέδειξε την ανταγωνιστική ενέργεια, τους αποτελεσματικούς θεσμούς, τις επενδύσεις, την τεχνολογία και τις δεξιότητες, την εξωστρέφεια, καθώς και τα δίκτυα και τις υποδομές.

Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, που ήταν και βασικός ομιλητής,  αναφέρθηκε στην πρόοδο που έχει σημειώσει η ελληνική βιομηχανία τα τελευταία χρόνια. Όπως είπε, το μερίδιο της βιομηχανίας στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία αυξήθηκε από 13,8% το 2019 σε 15,8% το 2025, ενώ οι εξαγωγές αγαθών έφτασαν τα 48 δισ. ευρώ και δημιουργήθηκαν περισσότερες από 60.000 νέες θέσεις εργασίας.

Απέδωσε, δε, την πρόοδο στις προσπάθειες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, αλλά και στην οικονομική πολιτική των τελευταίων επτά ετών, με έμφαση στη δημοσιονομική σταθερότητα, τη μείωση φόρων, τη στήριξη των επενδύσεων και τις μεταρρυθμίσεις. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού, με το ενεργειακό κόστος να παραμένει βασική πρόκληση. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε παρεμβάσεις για τη μείωσή του, μεταξύ των οποίων η ελάφρυνση των χρεώσεων ΥΚΩ κατά 50% και μέτρα στήριξης της βιομηχανίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα