Ευαγγελία Ράντου: Ο χορός είναι το καταφύγιό μου

Διαβάζεται σε 12'
Ευαγγελία Ράντου: Ο χορός είναι το καταφύγιό μου

Η σπουδαία Ελληνίδα χορεύτρια Ευαγγελία Ράντου έχει επιστρέψει στη γενέτειρά της, την Κέρκυρα, όπου τιμά τον χορό με το ΙΟΝ on move και πολλά άλλα. Φέτος 6-15 Νοεμβρίου ο κόσμος θα απολαύσει δέκα ημέρες σύγχρονου χορού και performance στο παλιό γκαράζ του πατέρα της, το σύγχρονο Garage21.

Το ION_on move 2026 επιστρέφει στην Κέρκυρα από τις 6 έως τις 15 Νοεμβρίου, παρουσιάζοντας ένα δεκαήμερο πρόγραμμα αφιερωμένο στον σύγχρονο χορό και την performance. Παραστάσεις, χορογραφικές δημιουργίες, προβολές, συζητήσεις και εκπαιδευτικές δράσεις συνθέτουν τη φετινή διοργάνωση του Garage21, φέρνοντας σε επαφή δημιουργούς από διαφορετικές καλλιτεχνικές διαδρομές με το κοινό του νησιού.

Με αφετηρία το 2022, το ION Arts Festival εξελίσσεται σε έναν χώρο συνάντησης και ανταλλαγής γύρω από τις σύγχρονες παραστατικές τέχνες. Με επίκεντρο το σώμα, την κίνηση και τις πολλαπλές μορφές έκφρασής τους, το ION_on move επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία του σύγχρονου χορού στην πολιτιστική ζωή της Κέρκυρας.

Σε όλα τούτα πρωτοστατούν οι αδελφές Ράντου και εδώ φιλοξενούμε την Ευαγγελία, μία γυναίκα που όταν βλέπεις στη σκηνή σου κόβει την ανάσα και κάνει την καρδιά σου να χτυπά πολύ γρήγορα. Της το είπα αλλά η σεμνοτητά της, της φέρνει απλά στα χείλη ένα «ευχαριστώ» και συνεχίζει να μιλά για όσα κάνει σαν να είναι φυσιολογικά και αυτονόητα όταν υπάρχει αυτή η αγάπη από πίσω.

Σκέφτομαι πως υπάρχουν άνθρωποι που κάποια στιγμή αποφασίζουν τι θα κάνουν στη ζωή τους και υπάρχουν κι εκείνοι για τους οποίους αυτή η απόφαση μοιάζει να έχει ληφθεί πολύ προτού μπορέσουν οι ίδιοι να την ονομάσουν. Η Ευαγγελία Ράντου ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία. Στα τριάμισι της χρόνια βρέθηκε για πρώτη φορά σε μια σχολή χορού στην Κέρκυρα, ένα παιδί από μια οικογένεια χωρίς καμία σχέση με την τέχνη, και από τότε, ουσιαστικά, δεν σταμάτησε ποτέ να χορεύει.

Σήμερα, στα 49 της, μπορεί να κοιτάξει αυτή τη διαδρομή από κάποια απόσταση και να αναγνωρίσει μέσα της πράγματα που τότε δεν μπορούσε να καταλάβει: τη γενναιοδωρία δύο γονιών που, χωρίς καλλιτεχνικές καταβολές, έδωσαν στις δύο κόρες τους το δικαίωμα να ακολουθήσουν έναν δρόμο αβέβαιο· τη δύναμη της αδελφής της, Μαίρης, με την οποία μοιράστηκε πολλά από τα χρόνια του χορού αλλά και τη δημιουργία του δικού τους χώρου στην Κέρκυρα· τη στιγμή που, νεαρή σπουδάστρια της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, είδε δύο παραστάσεις και κατάλαβε σχεδόν σωματικά προς τα πού ήθελε να κινηθεί.

Και έπειτα ήρθαν οι συνεργασίες. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Robert Wilson, ο Γιώργος Λάνθιμος, η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη. Ονόματα και εμπειρίες που θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν τα παράσημα μιας καριέρας. Εκείνη, όμως, μιλά γι’ αυτά σχεδόν χαμηλόφωνα. Γιατί, όπως λέει, ποτέ δεν αισθάνθηκε ότι βρισκόταν εκεί για να κατακτήσει κάτι. Περισσότερο ένιωθε πως υπηρετούσε κάτι μεγαλύτερο από την ίδια.
Ίσως γι’ αυτό και η σημαντικότερη λέξη που χρησιμοποιεί όταν μιλά για τη σκηνή δεν είναι «επιτυχία». Είναι «καταφύγιο».

Γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Κέρκυρα. Ο χορός πώς μπαίνει στη ζωή σου;

Προέρχομαι από μια οικογένεια που δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την τέχνη. Ο πατέρας μου ήταν από μια φτωχή οικογένεια, κατέβηκε από το χωριό του για να δουλέψει και εγώ μεγάλωσα ουσιαστικά μέσα στα συνεργεία αυτοκινήτων.

Οι γονείς μου ήταν πολύ νέοι όταν παντρεύτηκαν, η μητέρα μου ήταν 18 όταν έκανε εμένα. Και τώρα που έχω μεγαλώσει μπορώ να καταλάβω περισσότερο πόσο μεγάλο δώρο μάς έκαναν αυτοί οι δύο άνθρωποι. Στην Κέρκυρα, βέβαια, υπήρχε πάντα μια διαφορετική σχέση με τον πολιτισμό. Λόγω της ιστορίας του νησιού, της δυτικής επιρροής, υπήρχαν φιλαρμονικές, σχολές χορού, μια διαφορετική κουλτούρα σε σχέση με πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας εκείνη την εποχή. Η μητέρα μου, λοιπόν, με πήγε σε μια σχολή χορού όταν ήμουν τριάμισι ετών.

Κανονικά δεν δέχονταν παιδιά πριν από τα τέσσερα και θυμάμαι ότι τους είχε παρακαλέσει να με πάρουν γιατί έβλεπε ότι μου άρεσε. Το ίδιο συνέβη αργότερα και με την αδελφή μου, τη Μαίρη, που είναι τρία χρόνια μικρότερή μου και επίσης χορεύτρια. Έτσι μπήκαμε στον χορό και δεν σταματήσαμε ποτέ.

Δεν υπήρξε λοιπόν η στιγμή που είπες «θα γίνω χορεύτρια»;

Όχι. Για μένα ήταν σχεδόν αυτονόητο. Θυμάμαι στο Λύκειο τους φίλους μου να αρχίζουν να συζητούν τι θα κάνουν, τι σχολές θα δηλώσουν, αν θα δώσουν Πανελλήνιες. Και τότε συνειδητοποίησα κι εγώ ότι υποτίθεται πως έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω. Η σκέψη ήρθε και σχεδόν αμέσως είπα: «Θα πάω στην Κρατική». Δεν είχα αναρωτηθεί σοβαρά για κάποια άλλη πορεία. Μπήκα στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, έφυγα από την Κέρκυρα στα 18 μου και αργότερα ήρθε και η Μαίρη, στα 16 της περίπου.

Όταν μπήκες στην Κρατική αντιλαμβανόσουν ότι έχεις ένα ιδιαίτερο χάρισμα;

Καθόλου, ούτε καν. Νομίζω ότι πρέπει να θυμόμαστε και κάτι άλλο: τότε η πληροφορία ήταν πολύ λιγότερη. Ένα παιδί από την επαρχία που ερχόταν στην Αθήνα και έμπαινε στην Κρατική δεν είχε την πρόσβαση που υπάρχει σήμερα σε εικόνες, παραστάσεις, ανθρώπους, σχολές, τεχνικές. Και εγώ ήμουν πάντα ένα αρκετά κλειστό παιδί. Στην Κρατική, στην αρχή, το μόνο που προσπαθούσαμε να κάνουμε ήταν να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της σχολής. Παράλληλα πηγαίναμε να δούμε ό,τι παράσταση παρουσιαζόταν. Ήταν πολύ λιγότερα τα πράγματα τότε και, όταν κάτι ερχόταν, πηγαίναμε κατευθείαν.

Κάπου εκεί συνέβησαν δύο πράγματα που με καθόρισαν. Είδα ένα σόλο της ομάδας Sinequanon, που μόλις είχε επιστρέψει από τη Νέα Υόρκη, και θυμάμαι να παρακολουθώ χωρίς να μπορώ ακριβώς να επεξεργαστώ τι συμβαίνει, αλλά να νιώθω: «Αυτό είναι. Αυτό θέλω». Είχε να κάνει με την ποιότητα της κίνησης, την αισθητική, την ατμόσφαιρα. Την ίδια περίπου περίοδο είδα και τη «Μήδεια» του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Κι όμως, με συνεπήραν και οι δύο. Νομίζω ότι αυτές οι δύο εμπειρίες με βοήθησαν να ξεκαθαρίσω μέσα μου τι ήθελα να αναζητήσω.

Υπήρξε κάποιος άνθρωπος που σου είπε τότε «Ευαγγελία, μπορείς, το έχεις»;

Οι πρώτοι άνθρωποι που μου έρχονται στο μυαλό είναι οι γονείς μου.
Και έχει σημασία ότι δεν ήταν άνθρωποι του χώρου. Δεν μπορούσαν, βέβαια, να κρίνουν τεχνικά αν ήμουν καλή ή όχι όμως στην πορεία, βλέποντάς με στις παραστάσεις, καταλάβαιναν περισσότερα. Εκείνο όμως που ήξερα πάντα ήταν ότι βρίσκονταν δίπλα μου, ότι έδιναν και σε μένα και στη Μαίρη τη δύναμη που χρειαζόμασταν.

Και βέβαια η αδελφη μου. Ηταν αυτή που πάντα με κρατούσε και μου έλεγε μπορείς, το έχεις, μη φοβάσαι, λάμπεις.. πίστευε πάντα σε εμένα και μέχρι σήμερα με αγκαλιάζει όταν χρειάζεται και μετά με «σπρώχνει» μπροστά , και αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ για εκείνη.

Ο χώρος του χορού, ειδικά παλιότερα, δεν ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρος στις καλές κουβέντες. Υπήρχε πολύ περισσότερο η λογική της σκληραγωγίας. Παρ’ όλα αυτά, στην Κρατική υπήρξαν άνθρωποι που σε δύσκολες προσωπικές στιγμές με προστάτευσαν. Θυμάμαι την Εύα Παπάζογλου και την Ντένη Ευθυμίου, δασκάλες μου τότε, που αντιλήφθηκαν ότι περνούσα μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο και με αγκάλιασαν. Μου είπαν ουσιαστικά: «Μπορείς. Το έχεις. Πρέπει να δουλέψεις με αυτό». Ήταν μια στιγμή στην οποία θα μπορούσε να καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα.

Και έπειτα ήρθε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου.

Φυσικά. Όταν ο Δημήτρης με είδε σε μια παράσταση και ήρθε να μου προτείνει να κάνω τη «Μήδεια», ήρθε με όλο του τον ενθουσιασμό. «Σε θέλω. Θέλω εσύ να είσαι η Μήδεια μου, πάμε να το κάνουμε». Ήταν μια πολύ σημαντική συνεργασία που κράτησε αρκετά χρόνια. Υπήρξαν οι Ολυμπιακοί, η «Μήδεια», αρκετές ακόμη παραστάσεις, και στη συνέχεια συνεργασίες με ανθρώπους όπως ο Robert Wilson, ο Γιώργος Λάνθιμος, η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη. Είμαι βαθιά ευγνώμων για όλη αυτή την πορεία.

Αλλά ήμουν πάντα άνθρωπος χαμηλών τόνων. Και οι συνεργασίες αυτές, όσο σημαντικές κι αν είναι, στο δικό μου μέσα συνδέονται με κάτι πολύ βαθύτερο: με τη σχέση μου με αυτόν τον χώρο.

Τον αποκαλείς «καταφύγιο».

Ναι. Πάντα αισθανόμουν ότι υπηρετώ κάτι υψηλότερο από εμένα. Τώρα που έχω μεγαλώσει μπορώ να δω καλύτερα γιατί. Ήμουν πάντα ένα ήσυχο, εσωστρεφές παιδί. Το να μπαίνω στη διαδικασία μιας παράστασης ήταν σαν να μου επιτρέπεται να πηγαίνω κάπου αλλού. Να εφευρίσκω άλλους κόσμους, άλλες εκδοχές του εαυτού μου. Στον χορό δεν υπάρχει απαραίτητα ο ρόλος όπως υπάρχει στο θέατρο, με ένα συγκεκριμένο κείμενο ή έναν χαρακτήρα. Για μένα όμως κάθε παράσταση είχε πάντα κάτι από αυτή τη λειτουργία: μια δυνατότητα να επανεφεύρω τον εαυτό μου. Να πάω κάπου αλλού σωματικά, να ανακαλύψω κάτι που δεν γνώριζα ότι υπάρχει.

Και ίσως επειδή οι καλλιτέχνες είμαστε συχνά άνθρωποι με μεγαλύτερες ευαισθησίες, ο κόσμος του στούντιο και ακόμη περισσότερο ο κόσμος της παράστασης υπήρξε για μένα ένας προστατευμένος κόσμος απέναντι σε όσα συμβαίνουν έξω. Απέναντι στον τρόπο που ζούμε, στις δυσκολίες, στην αδικία. Για ένα διάστημα μπαίνεις σε έναν κόσμο που μπορείς να τον πλάσεις. Μπορείς να εκφραστείς, να συνδεθείς με τη μουσική, με το σώμα σου, με τους άλλους ανθρώπους στη σκηνή και τελικά με το κοινό. Και όλοι μαζί να μοιραστείτε, έστω για λίγο, μια κοινή εμπειρία.

Ο χορευτής αισθάνεται πραγματικά το κοινό;

Βεβαίως. Και ίσως μερικές φορές ακόμη πιο έντονα και από τον ηθοποιό επειδή η επικοινωνία περνά μέσα από την ενέργεια του σώματος. Οι χορευτές έχουμε ίσως λίγο πιο ενεργές «αντένες», επειδή αυτή είναι η δουλειά μας. Μπορείς να καταλάβεις αν το κοινό είναι μαζί σου, αν παρακολουθεί, αν υπάρχει αδιαφορία ή δυσφορία. Φυσικά δεν αφορά μόνο το κοινό.

Αφορά και εσένα. Ως επαγγελματίας έχεις ένα κουμπί που πρέπει να πατήσεις για να κάνεις την παράσταση στο επίπεδο που οφείλεις. Αλλά παραμένεις άνθρωπος. Υπάρχει η καθημερινότητα. Δεν ξυπνάς κάθε μέρα με την ίδια ψυχολογική ή συναισθηματική κατάσταση. Άρα αυτό που συμβαίνει στη σκηνή είναι κάθε φορά ένα δούναι και λαβείν.

Όταν μιλάμε για τον χορό επιστρέφει συνεχώς το στερεότυπο της θυσίας, του πόνου, του σώματος που καταπονείται.

Δεν μου αρέσει ιδιαιτέρως η λέξη «θυσία». Έχω πονέσει πάρα πολύ. Έχω τραυματισμούς, το σώμα μου πονάει και σήμερα. Έχω μια φωτογραφία από ένα σεμινάριο όπου από τα πόδια μου έχει φύγει σχεδόν όλο το δέρμα. Αλλά δεν θυμάμαι ποτέ να σκέφτηκα «οι φίλοι μου θα πάνε εκδρομή κι εγώ πρέπει να πάω στην πρόβα» και να νιώσω ότι στερούμαι κάτι. Δεν με ένοιαζε. Πρέπει να θυμόμαστε ότι ο χορευτής κάνει ένα είδος πρωταθλητισμού.

Από πολύ μικρή ηλικία εκπαιδεύουμε συνεχώς το σώμα μας ώστε να μπορεί επαγγελματικά να ανταποκριθεί σε όσα θα του ζητήσει ένας χορογράφος. Και στον σύγχρονο χορό αυτά μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικά πράγματα κάθε φορά. Παίζεις συνεχώς με τα όρια. Υπάρχει καταπόνηση, υπάρχουν τραυματισμοί. Αλλά για μένα αυτό ήταν πάντα μέρος αυτού που επέλεξα να κάνω, όχι μια θυσία που μου επιβλήθηκε.

Και τελικά επιστρέφεις στην Κέρκυρα.

Ουσιαστικά ζω μόνιμα εδώ από την περίοδο του κορωνοϊού και μετά, αλλά ο χώρος μας υπάρχει από τα τέλη του 2012. Με τη Μαίρη ερχόμασταν συχνά στην Κέρκυρα και θέλαμε έναν χώρο όπου θα μπορούσαμε να περνάμε δημιουργικά τον χρόνο μας. Έτσι πήραμε το παλιό γκαράζ του πατέρα μου και το μετατρέψαμε σε στούντιο και μικρό θέατρο. Ο πατέρας μου βοήθησε πάρα πολύ για να γίνει. Και αυτό το παλιό γκαράζ, όλα αυτά τα χρόνια, έχει φιλοξενήσει περισσότερους από 120 καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο, παραστάσεις, εργαστήρια, συναντήσεις. Μέχρι την περίοδο του κορωνοϊού δουλεύαμε παράλληλα με διάφορες ομάδες και χορογράφους και τρέχαμε και τον χώρο. Το 2022 οργανώσαμε το πρώτο φεστιβάλ.

Το οποίο στην αρχή είχε διαφορετική ταυτότητα.

Ναι. Οι δύο πρώτες διοργανώσεις, το 2022 και το 2023, ήταν περισσότερο πολυθεματικές. Είχαμε θέατρο, live μουσική και άλλες μορφές τέχνης.
Οι δύο τελευταίες διοργανώσεις όμως έχουν πλέον ξεκάθαρη κατεύθυνση προς τον σύγχρονο χορό. Και αυτό θέλουμε να παραμείνει και από εδώ και πέρα.
Φέτος συμμετέχουν ομάδες από την Ελλάδα που έχουν όμως διεθνή πορεία και παρουσία, ενώ έχουμε και βραδιά προβολών με έργα καλλιτεχνών που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό. Θέλουμε να δημιουργηθεί εδώ ένας χώρος πραγματικής συνάντησης.

Έχει κάτι σχεδόν κυκλικό αυτή η ιστορία. Ξεκίνησες ως ένα κοριτσάκι που η μητέρα του παρακαλούσε μια σχολή χορού στην Κέρκυρα να το δεχτεί λίγο νωρίτερα και τώρα δημιουργείς εσύ έναν τόπο για να συναντιούνται άλλοι χορευτές.

Ναι. Και ίσως τώρα μπορώ να καταλάβω και καλύτερα τι σημαίνουν όλα αυτά.
Γιατί τελικά αυτός ο χώρος, ο χορός, η σκηνή, δεν υπήρξε ποτέ μόνο η δουλειά μου. Υπήρξε ένας τρόπος να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, να επικοινωνώ και να υπάρχω μέσα στον κόσμο. Και αυτό, με κάποιον τρόπο, συνεχίζεται ακόμη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα