DIMAND: Η βιώσιμη ανάπτυξη ως μοχλός μετασχηματισμού των ελληνικών πόλεων
Διαβάζεται σε 6'
Η συζήτηση για την υπερθέρμανση του πλανήτη και την ανάγκη περιορισμού των εκπομπών CO2 δεν αποτελεί πλέον μια αφηρημένη περιβαλλοντική ανησυχία, αλλά μια πραγματικότητα που επηρεάζει άμεσα την οικονομία, τις επενδύσεις και τον τρόπο λειτουργίας των πόλεων.
- 26 Ιουνίου 2026 10:00
Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από κλιματικές προκλήσεις, ενεργειακή αβεβαιότητα και αυξανόμενες απαιτήσεις για υπεύθυνη ανάπτυξη, η ανάγκη για πιο ανθεκτικά και αποδοτικά μοντέλα αστικής εξέλιξης γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική.
Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται το ESG, ένα πλαίσιο που συνδέει την επιχειρηματική δραστηριότητα με την περιβαλλοντική υπευθυνότητα, την κοινωνική συνεισφορά και τη διαφάνεια στη διοίκηση. Οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον να σχεδιάζουν με όρους ανθεκτικότητας και μακροπρόθεσμης αξίας, ενσωματώνοντας τη βιωσιμότητα σε κάθε πτυχή της λειτουργίας τους. Το real estate αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς εφαρμογής αυτής της φιλοσοφίας.
Οι πόλεις, ως βασικά κέντρα οικονομικής δραστηριότητας, συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος της ενεργειακής κατανάλωσης και των εκπομπών. Κατά συνέπεια, ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζονται και αξιοποιούνται τα ακίνητα επηρεάζει καθοριστικά την πορεία προς μια πιο βιώσιμη οικονομία. Η ανάγκη για ενεργειακά αποδοτικά κτήρια, έξυπνες υποδομές και καλύτερη ποιότητα ζωής οδηγεί σε μια ριζική αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η DIMAND αποτελεί έναν από τους βασικούς εκφραστές της νέας εποχής στην ελληνική αγορά ακινήτων. Η εταιρεία έχει υιοθετήσει μια στρατηγική που βασίζεται στην επανάχρηση και αναβάθμιση του υφιστάμενου κτηριακού αποθέματος, αποφεύγοντας την άναρχη επέκταση των πόλεων και και επενδύοντας στην αναβίωση εμβληματικών ακινήτων με νέα χρήση και προοπτική.
Η επιλογή αυτή δεν είναι μόνο περιβαλλοντικά υπεύθυνη, αλλά συμβάλλει και στη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας για τις πόλεις και τις τοπικές κοινωνίες. Μέσα από την αξιοποίηση παλαιών κτηρίων και βιομηχανικών εγκαταστάσεων, μειώνεται η ανάγκη για νέες κατασκευές και περιορίζεται η χρήση πρώτων υλών. Ταυτόχρονα, δημιουργούνται νέοι χώροι δραστηριότητας που επαναφέρουν στη ζωή περιοχές οι οποίες είχαν χάσει τη δυναμική τους.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης είναι το Piraeus Port Plaza, οι πρώην εγκαταστάσεις της καπνοβιομηχανίας Παπαστράτος στον Άγιο Διονύσιο, αποδεικνύοντας ότι η μετατροπή παλαιών βιομηχανικών χώρων μπορεί να δημιουργήσει νέα επιχειρηματικά οικοσυστήματα. Η αξιοποίηση του υφιστάμενου κελύφους επέτρεψε τη δημιουργία ενός σύγχρονου βιοκλιματικού συγκροτήματος μεικτών χρήσεων που φιλοξενεί σχεδόν 7.500 εργαζομένους, διατηρώντας παράλληλα στοιχεία της αρχικής αρχιτεκτονικής ταυτότητας.
Αντίστοιχα, ο Πύργος Πειραιά, ο οποίος για σχεδόν μισό αιώνα παρέμενε ανενεργός, αποτελώντας ένα «κενό» στο αστικό τοπίο, σήμερα, έχει μετατραπεί σε ένα σύγχρονο, ενεργειακά αποδοτικό κτήριο. Ο πρώτος πράσινος ουρανοξύστης της χώρας, φιλοξενεί γραφεία, καταστήματα, F&B, γυμναστήριο και χώρο Wellness. Η αναβάθμισή του δεν αφορά μόνο το ίδιο το ακίνητο, αλλά λειτουργεί ως μοχλός ευρύτερης αναζωογόνησης της περιοχής.
Στη Θεσσαλονίκη, το HUB 26, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα βιώσιμης αστικής αναγέννησης. Πρόκειται για το πρώτο μεγάλης κλίμακας, βιοκλιματικό, επιχειρηματικό πάρκο της Βόρειας Ελλάδας, σχεδιασμένο με βάση τις αρχές της αειφορίας και με γνώμονα την ευημερία των χρηστών του. Σήμερα φιλοξενεί κορυφαίες πολυεθνικές εταιρείες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και περισσότερους από 2.500 εργαζομένους, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αναβάθμιση και την αναζωογόνηση της δυτικής εισόδου της πόλης. Η ανάπτυξη αυτή έχει ήδη λειτουργήσει ως καταλύτης για την προσέλκυση νέων επενδύσεων και την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Η ανάπλαση του πρώην εργοστασίου ΦΙΞ, ακριβώς απέναντι από το HUB 26, ενσωματώνει μια ακόμη διάσταση της στρατηγικής της εταιρείας. Το έργο επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ιστορικό βιομηχανικό τοπόσημο της Θεσσαλονίκης, το οποίο παρέμενε για 40 ολόκληρα χρόνια αναξιοποίητο, μετατρέποντάς το σε ένα πολυλειτουργικό συγκρότημα που θα περιλαμβάνει κατοικίες, χώρους φιλοξενίας, πολιτισμού και εμπορικές χρήσεις. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένα νέο μοντέλο αστικής ανάπτυξης, όπου διαφορετικές δραστηριότητες συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται σε έναν ενιαίο χώρο και η γειτονιά αποκτά 24ωρη λειτουργία. Το masterplan φέρει την υπογραφή του διεθνώς διακεκριμένου αρχιτεκτονικού γραφείου Foster + Partners.
Η επενδυτική δραστηριότητα της DIMAND επεκτείνεται και σε ακόμα μεγαλύτερης κλίμακας projects, όπως, το Κτήμα Καμπά και η ανάπτυξη στις Γούρνες Ηρακλείου. Τα έργα αυτά εντάσσονται επίσης στη λογική των μικτών χρήσεων και αποσκοπούν στη δημιουργία ολοκληρωμένων προορισμών που συνδυάζουν εργασία, φιλοξενία και εμπορικές χρήσεις.
Η ενεργειακή διάσταση αποτελεί βασικό πυλώνα όλων αυτών των έργων. Η ενσωμάτωση τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας, η αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών και η χρήση «έξυπνων» συστημάτων διαχείρισης συμβάλλουν στη μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος. Τα κτήρια δεν λειτουργούν πλέον ως παθητικοί καταναλωτές, αλλά ως ενεργά στοιχεία ενός πιο αποδοτικού ενεργειακού συστήματος. Παράλληλα, η ηλεκτροκίνηση ενσωματώνεται στον σχεδιασμό των νέων αναπτύξεων, με τη δημιουργία υποδομών φόρτισης και τη σύνδεση με βιώσιμα μέσα μεταφοράς. Η αλλαγή αυτή επηρεάζει όχι μόνο την κινητικότητα, αλλά και τον τρόπο οργάνωσης των αστικών χώρων.
Ταυτόχρονα, η κοινωνική διάσταση της ανάπτυξης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Η έλλειψη προσιτής κατοικίας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα των σύγχρονων πόλεων. Σε αυτό το πλαίσιο, πρόθεση της DIMAND είναι να εξετάσει επενδύσεις στον τομέα της κοινωνικής κατοικίας, ώστε να αναδειχθεί η ανάγκη για πιο ισορροπημένα μοντέλα ανάπτυξης, που λαμβάνουν υπόψη, όχι μόνο την απόδοση αλλά και την κοινωνική συνοχή.
Οι προκλήσεις, ωστόσο, παραμένουν σημαντικές. Η αύξηση του κόστους κατασκευής, η ενεργειακή κρίση και η οικονομική αβεβαιότητα απαιτούν μεγαλύτερη ευελιξία και προσεκτικό σχεδιασμό. Οι επενδύσεις πρέπει να είναι ανθεκτικές και να μπορούν να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς.
Παρά τις δυσκολίες, η κατεύθυνση είναι σαφής. Το real estate μετατρέπεται σε βασικό πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης, με τα ακίνητα να λειτουργούν ως υποδομές που επηρεάζουν άμεσα την οικονομία και την κοινωνία.
Το παράδειγμα της DIMAND δείχνει ότι η μετάβαση αυτή δεν αποτελεί μελλοντικό στόχο, αλλά ήδη διαμορφώνει την πραγματικότητα. Μέσα από έργα που συνδυάζουν καινοτομία, περιβαλλοντική υπευθυνότητα και κοινωνική προσέγγιση, δημιουργείται ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η δημιουργία νέων κτηρίων, αλλά η διαμόρφωση πόλεων που μπορούν να αντέξουν στο μέλλον. Και σε αυτή την κατεύθυνση, η βιωσιμότητα δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαιότητα.