Γερμανική ακροδεξιά και διπλή αρνητική συνείδηση
Διαβάζεται σε 6'
Η επιτυχία της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν σηματοδοτεί απλώς την επιστροφή του γερμανικού εθνικισμού. Εκφράζει μια βαθύτερη μεταβολή της ιστορικής συνείδησης: τη μετατροπή μιας διπλής αρνητικής συνείδησης —της γερμανικής ενοχής και της ανατολικογερμανικής εμπειρίας ήττας και υποτίμησης— σε μια πολιτική της αναγνώρισης, της υπερηφάνειας και της αντιστροφής του στίγματος. Η αρνητικότητα δεν εξαφανίζεται· μεταφέρεται στον Άλλο.
- 09 Σεπτεμβρίου 2026 11:48
Στη Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκεται η πόλη που φιλοξενεί το Bauhaus, το κίνημα μοντερνισμού στην αρχιτεκτονική. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) επιτέθηκε προεκλογικά στο Bauhaus ως «παρέκκλιση του μοντερνισμού» και πρότεινε την αντικατάσταση του συνθήματος του κρατιδίου από «Σκέψου μοντέρνα» (moderndenken) σε «Σκέψου γερμανικά» (Deutsch denken).
Κάτι παρόμοιο είχαν επιχειρήσει και οι Γιαπωνέζοι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν επιχειρούσαν να υπερβούν την μοντέρνα σκέψη με το ιαπωνικό πνεύμα.
Λεπτομέρειες για την πολιτική ανάλυση; Καθόλου. Κάτι συμβαίνει εδώ με τη νίκη της AfD, και αυτό που συμβαίνει έχει βάθος. Μια παρόμοια στροφή της κοινής γνώμης σε ένα κόμμα-αποσυνάγωγο δείχνει μεταβολές όχι στις ιδέες, αλλά στο πώς αλλάζει ο τρόπος που στη Γερμανία ευρύτατα στρώματα αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ιστορικά και τη θέση τους στον κόσμο. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική αλλαγή. Είναι αλλαγή του καθεστώτος ιστορικότητας.
Η μεταπολεμική πολιτική τάξη και η συνταγματική φιλελεύθερη κουλτούρα στη Γερμανία βασίστηκαν στην έννοια της «αποναζιστικοποίησης» (Entnazifizierung). Είχε πολύ ευρύτερο περιεχόμενο από τη δική μας «αποχουντοποίηση» και πολύ μεγαλύτερο βάθος και φιλοσοφική επεξεργασία.
Στον πυρήνα της έννοιας αυτής ήταν το να λογαριαστούν οι Γερμανοί με το παρελθόν τους (Vergangenheitsbewältigung). Όχι να αποστηθίσουν την ιστορία τους, αλλά να την σκεφτούν κριτικά. Να δουν κατάματα τα εγκλήματά τους και να αναγνωρίσουν τις αιτίες που τους οδήγησαν σ’ αυτά.
Πάνω σε αυτές τις έννοιες δημιουργήθηκε η δημόσια κουλτούρα αυτοκριτικής μνήμης: ενοχή, ευθύνη, Ολοκαύτωμα, δημοκρατία, συνταγματικό πατριωτισμό (Verfassungspatriotismus).
Γρήγορα η μετατροπή ενός παρόμοιου αιτήματος μεταβλήθηκε σε μια κωδικοποιημένη ηθική κατήχηση ως προς την ιστορία. Μια κατήχηση που στάθηκε αδύνατο να διατρήσει τη μαζική νοοτροπία του τί μπορεί να είναι ένας Γερμανός. Να αισθάνεται ταυτόχρονα ως η ατμομηχανή της Ευρώπης και της ΕΕ, ως το βιομηχανικό και τεχνολογικό εργαστήριό της, ως ο κληρονόμος του Μπαχ, του Γκαίτε και της μεγάλης φιλοσοφικής παράδοσης, και ταυτόχρονα ως μέλος ενός αποτυχημένου έθνους που υποκίνησε δυο παγκόσμιους πολέμους, που έσπασε τα μούτρα του και στους δυο με άπειρα θύματα, που διαλύθηκε το κράτος του που θεωρούσε απαύγασμα του πολιτισμού του, που εν τέλει, αντιλαμβανόταν την ιστορία του ως ενοχή.
Ενοχή για το Ολοκαύτωμα που επεκτεινόταν ως το να μην αναγνωρίζει καμιά άλλη σύγχρονη γενοκτονία όπως αυτή που διέπραξαν οι πατέρες του.
Πόσο σε βάθος, και πόσο σε χρόνο, θα μπορούσε να επικρατήσει μια επιβεβλημένη απέξω και από πάνω αίσθηση πατροκτονίας; Πόσο θα μπορούσε να αντέξει μια αίσθηση ιστορίας η οποία εστιάζεται στο σφάλμα της ιστορικής πορείας;
Μια από τις κεντρικές θέσεις της AfD είναι η αναθεώρηση της διδασκαλίας της ιστορίας, ώστε να δοθεί τέλος στον «εθνικό μαζοχισμό» και στη «διαιώνιση μιας νεύρωσης» γύρω από τον ναζισμό. Δεν πρόκειται για κάτι επί μέρους. Είναι η αντίδραση στην αρνητική συνείδηση μέσα από την οποία όχι μόνο τα λαϊκά στρώματα που δεν συμμετέχουν στα πολιτισμικά δρώμενα, αλλά μεγάλο μέρος των μεσαίων και καλλιεργημένων στρωμάτων μοιραζόταν.
Η νίκη της AfD εκφράζει την αντιστροφή αυτής της αρνητικής συνείδησης. Όπως και η νίκη του Χίτλερ στον Μεσοπόλεμο εξέφραζε την αντίδραση στην ταπείνωση στην ήττα του 1918 και στην πολιτική που επέβαλαν οι δυτικοί σύμμαχοι. Και εδώ ερχόμαστε στην αντιπαράθεση ανάμεσα στον μοντερνισμό και το γερμανικό πνεύμα.
Στην Σαξονία-Άνχαλτ, όμως, όπως και στην παλιά πρώην Ανατολική Γερμανία, υπάρχει και ένα δεύτερο ηττημένο παρελθόν. Και αυτό προέρχεται από την εμπειρία της από το 1945 ως το 1989, από την εμπειρία της DDR, δηλαδή της Λαϊκής Δημοκρατίας. Είναι μια συνείδηση στέρησης.
Η Ostalgie, δεν σημαίνει νοσταλγία του κομμουνισμού, αλλά ταύτιση με εκείνους που ανέτρεψαν τον κομμουνισμό. Διαμαρτύρεται για την έλλειψη αναγνώρισης σε αυτούς που έριξαν το τείχος, στους πραγματικούς πρωταγωνιστές του ιστορικού 1989, και οι οποίοι, παρά τις υποσχέσεις, από τότε, θεωρούνται δευτεροκλασάτοι Γερμανοί.
Η εξέγερση εναντίον αυτής της διπλής αρνητικής συνείδησης έρχεται ως αντίστροφή του στίγματος και ως προβολή, στη θέση του, της ταυτότητας και της υπερηφάνειας. Γι’ αυτό και η αντίδραση απέναντι στη «στένωση» (Verengung) της Γερμανικής ιστορίας μέσω της επικέντρωσής της στα σφάλματα του 20ου αιώνα, και το άνοιγμα στην μεγάλη γερμανική διαχρονία.
Τον προηγούμενο μήνα, η κοινοβουλευτική ομάδα της AfD ζήτησε επίσημα μια «θεμελιώδη ανακατεύθυνση της γερμανικής κουλτούρας μνήμης» προς τις «κορυφές» και όχι μόνο τις «σκοτεινές σελίδες» της γερμανικής ιστορίας.
Μην νομίζουμε ότι το αίτημα αυτό είναι μόνο γερμανικό. Η ανάγκη να γίνεται αντιληπτή μια χώρα ως μια διαχρονική και σε βάθος αιώνων ιστορία που υπερβαίνει τη μοντέρνα εποχή είναι μια παγκόσμια τάση της εποχής που εκφράζεται με την ανάδυση της έννοιας της πολιτισμικής επικράτειας (civilizational state). Η Κίνα, η Ρωσία, η Τουρκία δεν περιορίζονται στην τραυματική μοντέρνα φάση της ιστορίας τους και δεν σκέπτονται μοντέρνα αλλά εθνικά.
Η AfD και επιχειρεί μια διπλή αντιστροφή: από την ενοχή στην υπερηφάνεια· από την υστέρηση στην αυθεντικότητα· από το «εμείς είμαστε το πρόβλημα» στο «οι άλλοι μάς έχουν καταστήσει πρόβλημα».
Αυτή η αντιστροφή της διπλής αρνητικής συνείδησης δεν εξαφανίζει το στοιχείο της αρνητικότητας αλλά το μεταβιβάζει. Πού; Μα στους ξένους, ζητώντας όχι μόνο την απαγόρευση νέων μεταναστεύσεων, αλλά την ξενηλασία (remigration, επαναπροώθηση). Επιμένω όμως στην ελληνική λέξη ξενηλασία, γιατί εκφράζει μια βαθιά πολιτισμική αντίδραση των κοινωνιών όταν αισθάνονται ότι απειλούνται, με μεγάλο ιστορικό βάθος, πέραν των ορίων της νεωτερικότητας.
Αλλά η αντιστροφή της διπλής αρνητικής συνείδησης δεν αφορά μόνο την ξενηλασία. Περιλαμβάνει και την φιλελεύθερη ελίτ που επιβάλλει πολυπολιτισμικότητα, πολιτική ορθότητα, ανεκτική μεταναστευτική πολιτική, πράσινη μετάβαση, ευρωπαϊσμό και μια «ενοχική» σχέση προς τη γερμανική ιστορία.
Και εδώ είναι το κλειδί για να καταλάβουμε πώς ό,τι συμβαίνει στην Σαξονία-Άνχαλτ αφορά όλη τη Γερμανία, και ό,τι αφορά τη Γερμανία αφορά στο σύνολό της την πολιτική κουλτούρα που εγκαθιδρύθηκε ως υπέρβαση του πολέμου και στη συνέχεια των κληρονομιών που ο πόλεμος αυτός άφησε στη Δύση. Η απόρριψη και καταδίωξη του Άλλου γίνεται μηχανισμός αποκατάστασης του τραυματισμένου Εμείς.