Σπουδαία έργα από σκάρτους ανθρώπους; Λίγες σκέψεις με αφορμή τις τρέχουσες αποκαλύψεις και καταγγελίες

Σπουδαία έργα από σκάρτους ανθρώπους; Λίγες σκέψεις με αφορμή τις τρέχουσες αποκαλύψεις και καταγγελίες
SHUTTERSTOCK

Ο Γιάννης Τριάντης γράφει για την κραυγαλέα αντίφαση μεταξύ σημαντικού πνευματικού έργου και κακοήθους βίου ορισμένων ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών.

Ένα μελαγχολικό παράδοξο, διακρίνεται στο βάθος των προσφάτων αποκαλύψεων για την απαράδεκτη συμπεριφορά ανθρώπων της τέχνης: η διάσταση μεταξύ έργου και βίου των δημιουργών.

Κραυγαλέα αντίφαση που σοκάρει και  προβληματίζει. Πνευματική γονιμότητα και σπουδαία έργα, αλλά κακόηθες ζην, από θεράποντες των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίοι στην «τέχνη της ζωής» αποδεικνύονται σκάρτοι, μισάνθρωποι, παλιάνθρωποι.

Το σύνηθες επιχείρημα για την αυταξία του έργου έχει βάση. Θαυμάζεις μια υπέροχη ταινία, ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας στο  θέατρο, ένα εξαίσιο μουσικό έργο, ένα ωραίο δημοσιογραφικό κείμενο και δεν ψάχνεις, δεν ενδιαφέρεσαι για το ποιόν και την συμπεριφορά του καλλιτέχνη ή του γραφιά.

Σου αρκεί αυτό που εισέπραξες. Αυτό που λειτούργησε ανατατικά μέσα σου. Που σε συγκίνησε. Που έθεσε σε κίνηση ρυθμιστικούς μηχανισμούς του εσωτερικού σου κόσμου, οι οποίοι επενεργούν δραστικά ευνοώντας τα καίρια. Τον δημιουργικό προβληματισμό, την έρευνα, το διάβασμα, το αναθεωρείν κ.ά.

Ακόμη κι αν ξέρεις -ή αν μάθεις αργότερα- ότι είναι καθαρματάκι ο γραφιάς με τήν χυμώδη γραφή ή ο ηθοποιός πού σε εντυπωσίασε, ακόμη και τότε κρατάς το έργο, την δημιουργία.

Βέβαια, η πιάτσα βοά. Και τα αποκαλυπτικά πεπραγμένα βάζουν σε δοκιμασία την πεποίθηση για την αυταξία του έργου. Διαπιστώνεται, δηλαδή, ότι ο γραφιάς-διανοούμενος, δημοσιογράφος κ.α.- δεν πιστεύει σχεδόν τίποτε από αυτά που γράφει. Ότι η ζωή του είναι ζωή που σέρνεται στον βάλτο. Και όζει.

Το ίδιο και οι τάδε εμπνευσμένοι της ποιήσεως, της μουσικής, του θεάτρου, του σινεμά. Τερατάκια, πρωταγωνιστές σε μοχθηρές κλίκες, «ευκλεώς στοιχημένοι» σε διμοιρίες εξουσιαστικής ισχύος, που έλεγε ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος.

Ομως το έργο τους λάμπει. Και τελικά δεν το πετάς.  Το κρατάς ερήμην του δημιουργού, το ξεχωρίζεις από αυτόν, κι ας λέει βιτριολικά εκείνος ο επιφανής Βοημός, ο Κάρλ Κράους, ότι «Ένα ποίημα είναι  καλό έως ότου μάθει κανείς ποιός το έγραψε»(«Ρήσεις και Αντιρρήσεις», εκδ. Opera ,1992).

Πες μου πώς γίνεται;

Το ζωοποιό έργο, λοιπόν, μετράει κι όχι η ποιότητα, ο χαρακτήρας και το ήθος του δημιουργού του. Όμως η απόφανση αυτή δεν είναι ικανή να απαντήσει σε μιάν άλλη απορία:

 Πως είναι δυνατόν η στενή σχέση των δημιουργών με την επικράτεια του καλού- τη γνώση, την μέθη του πνεύματος, το μέτρο και το ήθος- να μην διαμορφώνει αναλόγως την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα τους;

Πως γίνεται όχι απλώς να έχεις διαρκή συνάφεια με-αλλά να τρέφεσαι από- τα σπουδαία, χωρίς αυτά να σε διαποτίζουν και να καθορίζουν την ηθική της συμπεριφοράς σου; Γιατί πάει στράφι η αυτοεκπαίδευση στους λειμώνες της πνευματικής καλλιέργειας;

Απάντηση πειστική δεν υπάρχει. Ακόμη κι αν βηματίσει κανείς σε φιλοσοφικές ατραπούς και δεχτεί ότι το καλό και το κακό συνυπάρχουν στα ανθρώπινα ή οδηγηθεί στον λαβύρινθο της ψυχανάλυσης, η απορία δεν λύνεται.

Και μοιραία ανακύπτει ένα δομικής σημασίας ερώτημα: Μήπως υπερτιμάται ο ρόλος «των γραμμάτων και των τεχνών»; Μήπως ενισχύει, αντί να αμβλύνει, ενδιάθετες ροπές αλαζονείας και οίησης, στείρου διδακτισμού και «εισαγγελικής σκαιότητας»;

Μήπως το πανωφόρι του καλλιεργημένου δεν αρκεί όταν ενσκήπτει δριμύ το ψύχος των απαιτητικών καταστάσεων που δοκιμάζουν  τους ανθρώπους;

Ο Πασκάλ  Μπρυκνέρ, μιλώντας για την «Φυλακή του πνεύματος», σημειώνει ότι «η κουλτούρα μπορεί να σκοτώσει και την κουλτούρα και τους ανθρώπους της». Και διατυπώνει μια «απογοητευτική αλήθεια»:

 «Μπορεί κανείς να χαθεί και να αποκτηνωθεί με τον Ομηρο και  τον Γκέτε όσο και με τα πιο φτηνιάρικα προϊόντα» («Η μελαγχολική δημοκρατία», εκδ. «Αστάρτη», 1990).

Παρ' ότι ο Μπρυκνέρ μιλάει για ένα αρνητικό εν δυνάμει, για μιά  πιθανότητα («Μπορεί κανείς να χαθεί»), όσοι  ακούνε τη λέξη κουλτούρα και τραβάνε πιστόλι(*), νιώθουν να δικαιώνεται η δυσανεξία τους για τους καλλιεργημένους, τους κουλτουριάρηδες, όπως τους αποκαλεί η ξινή τους διάθεση.

Φυσικά, δεν χρειάζεται υπεράσπιση ο θαυμαστός κόσμος της γνώσης και της καλλιέργειας. Ούτε έχει νόημα η υπόμνηση του γεγονότος ότι άνθρωποι αγράμματοι διάγουν εν σοφία και  ζούν  ζωή φωτεινή και έντιμη.

Υπάρχει, όμως, και μιά άλλη αντινομία. Το διαζύγιο  ανθρώπων του πολιτισμού με την κοινωνία. Με τα προβλήματα, τα αιτήματα και τις ανάγκες της. Την αντινομία αυτή υπενθυμίζει εκείνος ο σπουδαίος κριτικός λογοτεχνίας, ο Τζώρτζ Στάινερ, που πέθανε πέρυσι, τέτοιες μέρες.

Συγκεκριμένα, διερωτάται πως είναι δυνατόν «μια τόσο υψηλή καλλιέργεια» να χτίζει πύργους «που μας απομονώνουν», πύργους που είναι πιο περίκλειστοι και από τους ελεφάντινους. «Δεν γνωρίζω ικανοποιητική απάντηση σε τούτο το ερώτημα», λέει ταπεινά ο λαμπρός διανοητής(«Η σιωπή των βιβλίων», εκδ. «Ολκός», 2008).

Τα τεθέντα ερωτήματα, έστω και αναπάντητα, συνιστούν υλικό γόνιμου προβληματισμού. Όπως και κάποια άλλα που συνδέονται με το πολιτικό πρόσημο των ανθρώπων. Επι παραδείγματι, καθαγιάζεται το ζήν κάποιου -και θεωρείται δεδομένο το ήθος του- μόνο και μόνο επειδή εμφορείται από ιδέες προοδευτικές;

Μεγάλη συζήτηση κι αυτή. Αξίζει να την ανοίξουμε…

(*) Η φράση «Όταν ακούω τη λέξη κουλτούρα τραβάω πιστόλι» κακώς αποδίδεται στον Γκαίμπελς. Ακούστηκε για πρώτη φορά σε θεατρικό έργο του ναζιστή συγγραφέα Χανς Γιόστ. Για διαφωτιστικές λεπτομέρειες ρίξτε μια ματιά στο εξαιρετικό ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου.

Διαβάστε τις Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο, με την αξιοπιστία και την εγκυρότητα του News247.gr.

SHARE:

24Media Network