Η μπλόφα της Ευρώπης που η Κίνα αγνόησε

Διαβάζεται σε 7'
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Σαρλ Μισέλ.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Σαρλ Μισέλ. AP

Με φόντο τον Νέο Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσπάθησε να πιέσει την Κίνα με απειλές και κατηγορίες. Τελικά, το Πεκίνο περισσότερο διασκέδασε με αυτές τις κατηγορίες παρά θορυβήθηκε.

Στις 7 Δεκέμβρη, ο Σαρλ Μισέλ και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ως Πρόεδροι του Συμβουλίου και της Επιτροπής της ΕΕ αντίστοιχα, συμμετείχαν στην 24η Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Κίνας με σκοπό να μεταφέρουν ένα αυστηρό μήνυμα στον Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ της Κίνας. Θα του ξεκαθάριζαν πως η Ευρώπη δεν θα επιτρέψει πλέον τις εμπορικές πρακτικές της Κίνας και πως, αν δεν αλλάξει ρώτα, το Πεκίνο θα πρέπει να περιμένει κυρώσεις από την ΕΕ. Το αποτέλεσμα ήταν μια τρύπα στο νερό καθώς ούτε τα επιχειρήματά τους ήταν στιβαρά ούτε οι απειλές τους πιστευτές.

Ο κ. Μισέλ και η κα φον ντερ Λάιεν έφτασαν το Πεκίνο, κατ΄αρχάς, με τέσσερεις κατηγορίες (που θύμιζαν πιο πολύ παράπονα):

Η πρώτη κατηγορία της ΕΕ αφορούσε την «ανισορροπία στο εμπορικό ισοζύγιο». Η κα φον ντερ Λάιεν το έθεσε γλαφυρά, υποστηρίζοντας ότι «από τα τρία κοντέινερς που φθάνουν [στην ΕΕ] από την Κίνα, τα δύο επιστρέφουν άδεια». Δεν υπάρχει, φυσικά, καμία αμφιβολία ότι οι συνεχιζόμενες ανισορροπίες στο εμπορικό ισοζύγιο μπορεί κάλλιστα να αντανακλούν μια αμοιβαίως επιβλαβή μερκαντιλιστική στρατηγική της οικονομίας που καταγράφει μόνιμα πλεονάσματα. Μόνο που το να κατηγορεί η ΕΕ την Κίνα για μερκαντιλισμό είναι σαν να λέει ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα. Μια γρήγορη ματιά των στατιστικών στοιχείων αποκαλύπτει ότι, κατά την τελευταία δεκαετία, το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Κίνας ήταν κατά μέσο όρο 1,65%, ενώ εκείνο της ευρωζώνης ήταν 2,24%. Την ίδια περίοδο, η ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, η Γερμανία, σημείωσε ένα εκτρηκτικό πλεόνασμα ύψους 7,44%.

Η δεύτερη κατηγορία της ΕΕ είναι ότι η κινεζική κρατική ενίσχυση ισοδυναμεί με «ντάμπινγκ» των κινεζικών εξαγωγών στις αγορές της Ευρώπης. Αναμφίβολα, οι κινεζικές εξαγωγές επιδοτούνταν κάποτε από τον κινεζικό κρατικό τομέα, όπως και ολόκληρος ο νεοσύστατος ιδιωτικός τομέας της. Μια τέτοια κατηγορία θα είχε νόημα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ίσως και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν, περιέργως, οι Βρυξέλλες – μαζί με την Ουάσιγκτον – αντί να διαμαρτύρονται για το κινεζικό ντάμπινγκ, εξυμνούσαν την εισαγωγή της Κίνας στα κυκλώματα εμπορίου και κεφαλαίων της Δύσης. Γιατί να προβάλλεται αυτή η κατηγορία τώρα που οι κατηγορία περί κινεζικού μερκαντιλισμού μπορεί εύκολα να αποδειχθεί ότι είναι αβάσιμη;

Οι κινεζικές μπαταρίες ή τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα (EVs) δεν γίνονται ανάρπαστα στην Ευρώπη λόγω κρατικών επιδοτήσεων, αλλά λόγω της ποιότητάς τους και του χαμηλού κόστους παραγωγής τους που οφείλονται στις μαζικές κινεζικές επενδύσεις. Σήμερα, τα κινέζικα φωτοβολταϊκά είναι τέτοιας ποιότητας που η ευρωπαϊκή βιομηχανία απλώς δεν μπορεί να τα ανταγωνιστεί με ή χωρίς μεγάλη κρατική ενίσχυση. Η Volkswagen, μία από τις μεγαλύτερες εγχώριες αυτοκινητοβιομηχανίες της Κίνας, για χρόνια πολλά εισήγαγε στην Κίνα ανταλλακτικά από τη Γερμανία (π.χ. αμορτισέρ) καθώς και βιομηχανικά ρομπότ. Σήμερα, η Volkswagen προμηθεύεται από την Κίνα όλα τα εξαρτήματα και τα κεφαλαιουχικά αγαθά που χρειάζεται για την παραγωγή αυτοκινήτων στην Κίνα, αυξάνοντας τα εμπορικά ελλείμματα της Ευρώπης. Και δεν είναι μόνο το εμπορικό πλεόνασμα που έχει αντιστραφεί: Αφού βασίστηκε για δεκαετίες σε γερμανούς μηχανικούς για να σχεδιάζουν τα αυτοκίνητά της στη Κίνα, η Volkswagen πλέον προβαίνει σε πρόσληψη έως και 3.000 Κινέζων μηχανικών για την επόμενη γενιά αμιγώς ηλεκτρικών αυτοκινήτων που σχεδιάζει να πουλήσει στην Κίνα και στην Ευρώπη.

Γιατί συμβαίνει αυτή η αντιστροφή; Διότι, από το 2008, και ενώ η ΕΕ επέβαλε αυστηρή λιτότητα σε όλη την Ευρώπη, εκμηδενίζοντας τις όποιες επενδύσεις στις βιομηχανίες της, η Κίνα ενίσχυσε τις επενδύσεις της στο περίπου 50% του εθνικού της εισοδήματος (ποσοστό που συνιστά παγκόσμιο ρεκόρ). Το να μιλά η κα φον ντερ Λάιεν για «μερκαντιλισμό» της Κίνας είναι γελοίο, ιδίως όταν μιλά και εκ μέρους των γερμανών βιομηχάνων που τα τελευταία πενήντα χρόνια πανηγυρίζουν για το συνεχές εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας έναντι της υπόλοιπης Ευρώπης, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Κίνας και του υπόλοιπου κόσμου. Αυτοί οι ίδιοι γερμανοί επιχειρηματίες, ό,τι κι αν λέει η κα φον ντερ Λάιεν στο Πεκίνο στους ηγέτες της Κίνας, γνωρίζουν ότι οι κινέζοι ομόλογοί τους που παράγουν φωτοβολταϊκά, μπαταρίες, ηλεκτρικά αυτοκίνητα κ.λπ. δεν χρειάζονται καμία κρατική ενίσχυση για να έχουν την εμπορική επιτυχία που παρατηρείται.

Η τρίτη κατηγορία του κ. Μισέλ και της κας φον ντερ Λάιεν ήταν πως το κινεζικό κράτος το κάνει πολύ δύσκολο στις ευρωπαϊκές εταιρίες να εξασφαλίζουν κινεζικές κρατικές συμβάσεις. Μαζί με τις δύο προηγούμενες κατηγορίες, αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους οι Βρυξέλλες εξαπολύουν απειλές για τιμωρητικά μέτρα κατά των κινέζων εξαγωγέων – ιδίως την απειλή υψηλών δασμών για τα κινέζικα ηλεκτρικά αυτοκίνητα (και την πράσινη τεχνολογία γενικότερα). Τίποτα όμως από αυτά δεν είναι πειστικά.

Στελέχη της Ευρωπαϊκής βιομηχανίας με τα οποία μιλούσα πρόσφατα παραδέχονται, σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, ότι οι απειλές των Βρυξελλών αποδεικνύουν τον πανικό των ηγετών της ΕΕ όταν συνειδητοποίησαν ότι η Ευρώπη έχει χάσει την ανταγωνιστικότητά της σε κρίσιμους τομείς. Ακόμα κι αυτοί οι ευρωπαίοι επιχειρηματίες, που θα καλοδέχονταν την στήριξη της ΕΕ κόντρα στους κινέζους ανταγωνιστές τους, απορούν με τις ανερμάτιστες απειλές της ΕΕ. Ένας από αυτούς ρώτησε ρητορικά: «Πιστεύει πραγματικά η φον ντερ Λάιεν ότι η απειλή δασμών στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα της BYD θα ενισχύσει τις [σ.σ. ευρωπαϊκές] εξαγωγές μας προς την Κίνα;».

Προφανώς, και ίσως και εύλογα, οι ευρωπαίοι επιχειρηματίες παραπονιούνται ότι οι επιχειρήσεις τους δεν αντιμετωπίζουν ίσους όρους ανταγωνισμού στην Κίνα, ιδίως όταν πρόκειται για κρατικές προμήθειες. Ναι, όμως κι αυτοί βλέπουν πως, ως αποτέλεσμα της τεράστιας πίεσης από την Ουάσινγκτον, οι κυβερνήσεις της ΕΕ αποκλείουν όλο και περισσότερο τις κινεζικές εταιρείες από τις προμήθειές τους. «Για να μην αναφερθώ», μου εκμυστηρεύτηκε ένας από αυτούς, «στο γεγονός ότι, από τότε που ξέσπασε η πανδημία, οι ίδιες οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν επωφεληθεί απεριόριστα των κρατικών ενισχύσεων».

Στην αρχή, ανέφερα μια τέταρτη κατηγορία του κ. Μισέλ και της κας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στον Πρόεδρο Ζι: Ότι η Κίνα «δεν στήριζε επαρκώς» τις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας, αρνούμενη να συνάψει με την Ευρώπη κοινό μέτωπο για τον τερματισμό της εισβολής του ρωσικού στρατού στην Ουκρανία. Αφήνοντας στην άκρη το σοβαρό ερώτημα της αποτελεσματικότητας αυτών των κυρώσεων, αυτή η κατηγορία κατά της κινεζικής κυβέρνησης από την κυρία Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αποκαλύπτει ακόμα πιο ξεκάθαρα την υποκρισία της: Καταδικάζει τον βομβαρδισμό νοσοκομείων από τον Πούτιν και τη στοχοποίηση του νερού, του ηλεκτρισμού και των τροφίμων των Ουκρανών, την ώρα που παραμένει σιωπηλή όταν το Ισραήλ κάνει εκατό φορές χειρότερα στη Γάζα. Πως να μην χαμογελούν ειρωνικά μπροστά της οι κινέζοι αξιωματούχοι στο Πεκίνο όπου πήγε να τους συναντήσει;

Συνοπτικά, η Ευρώπη αιμορραγεί κεφάλαια ενώ το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της υποχωρεί προς το «κόκκινο» ως αποτέλεσμα της ανόητης επιβολής σκληρής λιτότητας για πάνω από μια δεκαετία. Αυτή η πολυετής, εξωφρενική λιτότητα, σε συνδυασμό με το μαζικό τύπωμα χρήματος υπέρ τραπεζιτών και ραντιέρηδων, μαζί και με την μόνιμη αποτυχία να εδραιώσει την ουσιαστική τραπεζική ένωση, οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση επί δεκατρία χρόνια να ζει σε μια αντίφαση: Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόσο πολύ χρήμα στα χρηματοπιστωτικά κυκλώματα της Ευρώπης και την ίδια στιγμή οι ευρωπαϊκές επενδύσεις στις τεχνολογίες του μέλλοντος δεν ήταν ποτέ τόσο χαμηλές.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ευρώπη υπολείπεται τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Κίνας. Μόνο ως θλιβερή και μάταιη μπορεί να χαρακτηριστεί η επιλογή των ηγετών της ΕΕ να εθελοτυφλούν σε αυτή την πραγματικότητα και, αντί να την αντιμετωπίσουν σοβαρά, να εκτοξεύουν ανόητες κατηγορίες και μη πιστευτές απειλές προς την Κίνα.

Το πιο πάνω άρθρο αποτελεί απόδοση της μηνιαίας στήλης του Γιάνη Βαρουφάκη στο Project Syndicate

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα