Υπάρχει αυτός ο ηγέτης;
Διαβάζεται σε 4'
Τίποτα δεν θα προχωρήσει στη χώρα αν δεν ενώσουμε δυνάμεις. Όλα, τα πάντα, από το πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι μας μέχρι τη Δημόσια Υγεία και Παιδεία μας χρειάζονται όλους, όπως είμαστε, με τις διαφορετικές πολιτικές μας ταυτότητες και πεποιθήσεις.
- 15 Σεπτεμβρίου 2026 06:52
Σε άρθρο του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του περασμένου Σαββάτου ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος περιγράφει, με τη γνωστή του μετριοπάθεια, το αδιέξοδο της Αθήνας: παρά τις μεμονωμένες προσπάθειες που γίνονται για να «μαζευτεί» η πόλη, η γενική εικόνα είναι αποκαρδιωτική. «Η Αθήνα απαιτεί επανεκκίνηση», καταλήγει.
Διαβάζοντάς το άρθρο του Νίκου Βατόπουλου σκεφτόμουν ότι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορεί να περιγραφεί η κατάσταση της χώρας από το 2019, μια χρονιά σταθμό που σήμανε και επισήμως το τέλος της περιπέτειας της κρίσης.
Ήταν μια ιστορική ευκαιρία το 2019: οι φαντασιώσεις της Μεταπολίτευσης για τον τρόπο που λειτουργεί η Οικονομία είχαν πλέον διαλυθεί, οι πολιτικές που οδήγησαν στην χρεοκοπία είχαν επαρκώς αναλυθεί, είχε γίνει, εν πολλοίς κατανοητό ότι «λεφτόδεντρα» δεν υπάρχουν και οι Έλληνες στο σύνολό μας -άσχετα αν ψηφίσαμε τη Νέα Δημοκρατία σε εκείνες τις εκλογές που αναδείχθηκε αυτοδύναμη- ήμασταν έτοιμοι για μεγάλες υπερβάσεις. Κι όμως, έγιναν ελάχιστα κι από αυτά, τα ελάχιστα, έγιναν πρόχειρα και αποσπασματικά. Ακόμα και το πολυδιαφημισμένο Gov.gr, μια ψηφιοποίηση της γραφειοκρατίας αποδείχτηκε αφού το πιο σημαντικό, η απλοποίηση των διαδικασιών περιορίστηκε στα εύκολα, τα επιφανειακά.
Όσο για τις περίφημες «χρόνιες παθογένειες»; Όχι απλώς δεν έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν αλλά σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στις αγροτικές επιδοτήσεις, χειροτέρεψαν. Βλέπετε, έπρεπε να γίνει η Κρήτη μπλε…
Αποδείχθηκε, λοιπόν, για ακόμα μια φορά, ότι μια ισχυρή ηγεσία με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν αρκεί. Δεν είναι θέμα πολιτικής βούλησης, όχι. Αν και ξέρουμε πλέον ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ενδιαφερόταν να κάνει όσα είχε υποσχεθεί, ακόμα κι αν είχε την περίφημη βούληση, δεν θα κατάφερνε πολλά και ο λόγος, βέβαια, είναι ότι η επίλυση των προβλημάτων στο σύγχρονο κόσμο, είτε αφορούν τις μεγάλες πόλεις είτε τη χώρα στο σύνολό της απαιτεί μεγάλες και ευρείες κοινωνικές συμμαχίες.
Μόνο που οι συμμαχίες σφυρηλατούνται με πρωτοβουλία του ισχυρότερου και στο βαθμό που με αφορά, αυτή είναι η βασική κριτική μου για τον Κυριάκο Μητσοτάκη: όταν ανέλαβε Πρωθυπουργός ήταν πανίσχυρος και μπορούσε να απλώσει το χέρι σε όλους, να τους προσκαλέσει στο τραπέζι της διαβούλευσης κι ας του αρνούνταν την πρόσκληση. Άλλωστε, στην τελευταία του προεκλογική ομιλία το 2019 είχε υποσχεθεί ότι θα υπερβεί τους πρόσφατους διχασμούς της περιόδου της κρίσης και θα ενώσει τους Έλληνες. Έκανε το αντίθετο: προσπάθησε να κρατήσει ζωντανό το «ΑντιΣύριζα» και όταν ο ΣΥΡΙΖΑ μας τελείωσε βρήκε και βρίσκει διάφορες προφάσεις να διχάζει.
Φυσικά έτσι κάνουν όλοι. Ο διχασμός είναι το εύκολο καταφύγιο ενός πολιτικού συστήματος που συνεπικουρούμενος από τον Τύπο ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη δική του επιβίωση. Όμως, είπαμε: Το 2019 όλα ήταν διαφορετικά και θα συμφωνήσω με το άρθρο του Ηλία Ντίνα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της περασμένης Κυριακής – άλλωστε το έχω γράψει κι εγώ ήδη – ότι το 2019 ήταν ένα νέο 1974 και η ιστορική αυτή ευκαιρία χάθηκε.
Τίποτα δεν θα προχωρήσει στη χώρα αν δεν ενώσουμε δυνάμεις. Όλα, τα πάντα, από το πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι μας μέχρι τη Δημόσια Υγεία και Παιδεία μας χρειάζονται όλους, όπως είμαστε, με τις διαφορετικές πολιτικές μας ταυτότητες και πεποιθήσεις.
Συμφωνούμε λοιπόν: η χώρα, η Αθήνα, τα χωριά, τα πάντα απαιτούν επανεκκίνηση. Ξέρουμε τι πρέπει να γίνει. Το θέμα είναι να βρεθεί εκείνος που χωρίς εγωισμό και με μεγάλη αυτοπεποίθηση, θα απλώσει το χέρι, λέγοντας απλώς: «Αυτό θα το κάνουμε».
Έτσι απλά και κυρίως σε πρώτο, συμπεριληπτικό, πληθυντικό. Οπότε, το πραγματικό ερώτημα διατυπώνεται κάπως έτσι: Υπάρχει ο ηγετης που θα ενώσει την Κοινωνία απέναντι στα προβλήματά της;