Γερμανία: Σχέδια για αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη

Διαβάζεται σε 4'
Friedrich Merz
Friedrich Merz AP Photo

Η Γερμανία προωθεί σχέδια για σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης έως τα 70 έτη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2090, στο πλαίσιο προτάσεων επιτροπής που στηρίζει ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς

Η Γερμανία θα αυξήσει σταδιακά το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης περίπου στα 70 έτη έως τις αρχές της δεκαετίας του 2090, σύμφωνα με προτάσεις επιτροπής που στηρίζει ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, στο πλαίσιο της προσπάθειας ενίσχυσης του συνταξιοδοτικού συστήματος απέναντι στη γήρανση του πληθυσμού.

Παρουσιάζοντας τα συμπεράσματά της σήμερα, Τρίτη (23/6), μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων που συστάθηκε για να εξετάσει μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα ανέφερε ότι το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης θα πρέπει να συνδέεται με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, ενώ προτείνεται και η κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης.

«Κανένας πολίτης δεν χρειάζεται να ανησυχεί», δήλωσε ο Μερτς, σημειώνοντας ότι τα μέτρα θα αποτρέψουν την κατάρρευση του πιεσμένου συνταξιοδοτικού συστήματος και θα ενισχύσουν το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών. Οι νέοι, όπως είπε, θα αποκτήσουν «λόγο αισιοδοξίας», καθώς οι αλλαγές θα «αφαιρέσουν ένα τεράστιο βάρος» από πάνω τους.

Η επιτροπή εμπειρογνωμόνων συνεδρίασε για μήνες, με πολύωρες καθημερινές συζητήσεις από τον Ιανουάριο, μέχρι την παρουσίαση ενός σχεδίου 33 σημείων την Τρίτη.

Μεταξύ των βασικών προτάσεων είναι η επένδυση των υποχρεωτικών εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών στις χρηματιστηριακές αγορές, ώστε να αυξηθεί και να προστατευτεί η αξία του ταμείου για τις μελλοντικές γενιές. Προτείνεται επίσης η επέκταση των υποχρεωτικών εισφορών ώστε να περιλαμβάνουν δημοσίους υπαλλήλους και αυτοαπασχολούμενους.

Το τρέχον όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στη Γερμανία για όσους αποχωρούν στις αρχές της δεκαετίας του 2030 είναι τα 67 έτη, όριο που είχε καθοριστεί πριν από περίπου 20 χρόνια. Η επιτροπή προτείνει τη σταδιακή αύξησή του, σε συνάρτηση με το προσδόκιμο ζωής, έως περίπου τα 70 έτη στις αρχές της δεκαετίας του 2090.

Η Γερμανία έχει έναν από τους ταχύτερα γηράσκοντες πληθυσμούς στον κόσμο και, όπως πολλές δυτικές χώρες, αντιμετωπίζει την πρόκληση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τις συντάξεις όλο και περισσότερων, και για μεγαλύτερο διάστημα, συνταξιούχων.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να περάσει τις μεταρρυθμίσεις πριν τη θερινή διακοπή του κοινοβουλίου, αν και αυτές πρέπει ακόμη να συζητηθούν και να ψηφιστούν. «Όλα τα στοιχεία αυτού του πακέτου μεταρρυθμίσεων πρέπει τώρα να εφαρμοστούν γρήγορα», δήλωσε ο Μερτς, επιμένοντας ότι «η αποτυχία δεν αποτελεί επιλογή».

Ο ηγέτης των Χριστιανοδημοκρατών δήλωσε ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός είναι ενωμένος στην προσπάθεια να μην εγκλωβιστεί σε λεπτομέρειες, καθώς ορισμένα αριστερά μέλη των Σοσιαλδημοκρατών και συνδικάτα έχουν εκφράσει ενστάσεις για την πρόταση.

Οι επικριτές στοχοποίησαν την πρόταση κατάργησης του δικαιώματος πρόωρης συνταξιοδότησης στα 63 έτη για όσους έχουν 45 χρόνια εργασίας χωρίς μείωση σύνταξης, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα αδικήσει εργαζομένους σε βαριά και χαμηλόμισθα επαγγέλματα. Οι ειδικοί απάντησαν ότι το μέτρο αυτό συχνά ευνοεί άνδρες σε υψηλόμισθες θέσεις με σταθερή εργασιακή πορεία.

«Δεν μπορούμε να αντέξουμε να απομονώσουμε ή να απορρίψουμε μεμονωμένα μέτρα», δήλωσε ο Μερτς, προσθέτοντας ότι η επιτροπή έχει διαμορφώσει ένα «συνολικό σχέδιο που λειτουργεί ως σύνολο».

Ο Μερτς βρίσκεται υπό πίεση να αποδείξει ότι η κυβέρνησή του – που βρίσκεται στην εξουσία λίγο πάνω από έναν χρόνο, αλλά αντιμετωπίζει πτώση στις δημοσκοπήσεις και εσωτερικές εντάσεις – μπορεί να υλοποιήσει τις υποσχέσεις της για εκτεταμένες οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, με στόχο την αναζωογόνηση της γερμανικής οικονομίας.

Το γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα είναι το παλαιότερο κρατικά χρηματοδοτούμενο σύστημα του είδους του στον κόσμο. Εισήχθη το 1889 από τον καγκελάριο Ότο φον Μπίσμαρκ, κυρίως για πολιτικούς λόγους, καθώς στόχευε να περιορίσει την άνοδο του σοσιαλιστικού κινήματος.

Το αρχικό όριο συνταξιοδότησης είχε οριστεί στα 70 έτη, ηλικία που τότε έφταναν πολύ λιγότεροι εργαζόμενοι. Πάνω από 200 χρόνια μετά την εισαγωγή του συστήματος, το όριο αυτό ενδέχεται να επανέλθει για όσους έχουν γεννηθεί από το 2021 και μετά.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2024, περίπου το 23% των Γερμανών – δηλαδή 19 εκατομμύρια άτομα – είναι άνω των 65 ετών, έναντι 15% το 1991. Το προσδόκιμο ζωής είναι 78,5 έτη για τους άνδρες και 83,2 για τις γυναίκες.

Οι επικριτές θεωρούν ότι η αυξημένη εξάρτηση από τις κεφαλαιαγορές στο συνταξιοδοτικό σύστημα είναι προβληματική και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αστάθεια, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής αδυναμίας. Οι Γερμανοί, σε γενικές γραμμές, εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στις επενδύσεις, προτιμώντας αποταμιευτικούς λογαριασμούς.

Ο Μερτς, πρώην επενδυτικός τραπεζίτης, υπογράμμισε τη σημασία της μακροπρόθεσμης προσέγγισης, λέγοντας ότι η χρήση των κεφαλαιαγορών στο δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα αποτελεί «ίσως τον βασικό παράγοντα για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και σταθερότητα του συστήματος».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα