Άρθρο αναδημοσιευμένο από τους

Από το “Top Gun” στις Νυχτερίδες – Φαντάσματα: Το μέλλον των αερομαχιών

Διαβάζεται σε 11'
F-22
F-22 U.S. Air Force/ZUMA Wire/Visualhellas.gr

Τα μαχητικά αναμένεται να λειτουργούν στο άμεσο μέλλον περισσότερο ως διοικητές αποστολών, υποστηριζόμενα από αυτόνομα “συνεργατικά αεροσκάφη” στις αερομαχίες.

Σκίζοντας τον ουρανό πάνω από το Διεθνές Αεροπορικό Σόου του Φάρνμπορο τον περασμένο μήνα, τα νεότερα μαχητικά αεροσκάφη εντυπωσίασαν το κοινό με τις ακροβατικές τους επιδείξεις.

Στο έδαφος, όμως, την παράσταση έκλεψαν τα κομψά, μη επανδρωμένα αεροσκάφη με “απειλητικά” ονόματα όπως Ghost Bat, Ravenstorm, Valkyrie και Fury – δημιουργήματα τόσο παραδοσιακών αμυντικών κολοσσών όσο και νέων εταιρειών τεχνολογίας.

Δεν πρόκειται για τα αναλώσιμα και φθηνά drones που χρησιμοποιούνται ευρέως στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, αλλά για μεγαλύτερα και ακριβότερα «συνεργατικά μαχητικά αεροσκάφη» (Collaborative Combat Aircraft). Εξοπλισμένα με όπλα τεχνολογίας αιχμής, μπορούν είτε να επιχειρούν δίπλα σε συμβατικά μαχητικά είτε να περιπολούν αυτόνομα.

Αυτή η νέα γενιά μη επανδρωμένων σκαφών αποδεικνύει στην πράξη πώς οι αλματώδεις εξελίξεις στην τεχνολογία αυτόνομης πτήσης αλλάζουν τον τρόπο διεξαγωγής των μελλοντικών αερομαχιών – και τον τρόπο με τον οποίο θα απορροφηθούν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια από τους κρατικούς αμυντικούς προϋπολογισμούς.

«Εξετάζεται η χρήση τους σε ένα ευρύ φάσμα αποστολών», αναφέρει ο Τσαρλς Γούντμπερν, διευθύνων σύμβουλος της βρετανικής BAE Systems, η οποία αναπτύσσει το συνεργατικό αεροσκάφος Brontanax.

Όπως εξηγεί στους FT, ενώ ορισμένες αποστολές περιλαμβάνουν παράλληλη πτήση με επανδρωμένα μαχητικά, άλλες θα μπορούσαν να είναι αποστολές «σκοπού», όπου το εξοπλισμένο σκάφος «θα περιπολεί συνεχώς τον εναέριο χώρο για εντοπισμό εχθρικών drones, έτοιμο να επέμβει άμεσα καθώς θα βρίσκεται ήδη στον αέρα».

FT

Αυτού του είδους οι εξελίξεις αλλάζουν ριζικά τον ρόλο των μαχητικών και των πληρωμάτων τους. «Ο πιλότος, ο “αποφασιστικός χειριστής” με τα πολυβόλα, θα μετατραπεί περισσότερο σε διοικητή επιχειρήσεων», προβλέπει ο Πέτερ Νίλσον, πρώην πιλότος μαχητικών και νυν επικεφαλής προηγμένων προγραμμάτων στο τμήμα αεροναυπηγικής της σουηδικής Saab.

Παράλληλα, μεταλλάσσονται και τα ίδια τα αεροσκάφη. Τα μαχητικά που βρίσκονται υπό ανάπτυξη και αναμένεται να μπουν σε υπηρεσία από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 το νωρίτερο, θα αξιολογούνται για τις δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης, επεξεργασίας δεδομένων και stealth (αορατότητας) όσο και για την ταχύτητα, την ευελιξία ή την ισχύ πυρός τους.

Ο Έλιοτ Πενς, διευθύνων σύμβουλος της καναδικής αμυντικής startup Dominion Dynamics, τα περιγράφει ως «αρκετά stealth ώστε να επιβιώνουν, με επαρκή εμβέλεια για να παραμένουν χρήσιμα, γεμάτα αισθητήρες για πλήρη αντίληψη του πεδίου μάχης και επαρκώς δικτυωμένα ώστε να κατευθύνουν φθηνότερα μέσα σε διάφορα ύψη».

Το κόστος τους, ωστόσο, θα είναι τεράστιο. Κάθε Boeing F-47 – το σχεδιαζόμενο μαχητικό έκτης γενιάς της Αεροπορίας των ΗΠΑ – υπολογίζεται να κοστίζει μεταξύ 200 και 300 εκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με τον Ντάγκλας Μπάρι, ανώτερο ερευνητή στρατιωτικής αεροδιαστημικής στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (IISS). Τιμή διπλάσια έως τριπλάσια από αυτή ενός F-35 Lightning (ενός από τα πιο εξελιγμένα μαχητικά σήμερα), χωρίς να υπολογίζονται τα έξοδα έρευνας, δοκιμών και συντήρησης.

Με το κόστος κάθε αυτόνομου αεροσκάφους υψηλής τεχνολογίας να εκτιμάται επίσης στα 20 με 40 εκατομμύρια δολάρια, ο Μπάρι σημειώνει ότι μόνο «δύο χώρες στον πλανήτη μπορούν να παίξουν σε αυτό το επίπεδο: οι ΗΠΑ και η Κίνα».

Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό δίλημμα στις μεσαίες δυνάμεις για το πώς δεν θα μείνουν πίσω. Ορισμένες χώρες θα διατηρήσουν σε υπηρεσία τα σημερινά μαχητικά τέταρτης ή πέμπτης γενιάς (όπως το Eurofighter Typhoon), αναβαθμίζοντάς τα με προηγμένα όπλα και ραντάρ, ενώ παράλληλα θα επενδύουν σε αυτόνομα drones.

Άλλες χώρες συγκροτούν συμμαχίες, όπως το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Αεροπορικής Μάχης (GCAP) μεταξύ Βρετανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας, με στόχο την ανάπτυξη ενός αντικαταστάτη των σημερινών τζετ και τη μείωση της εξάρτησης από το αμερικανικό F-35.

Οι κυβερνήσεις καλούνται τώρα να λάβουν αποφάσεις που θα αναδιαμορφώσουν ή θα ενισχύσουν τις πολιτικές και στρατιωτικές συμμαχίες για τις επόμενες δεκαετίες.

«Πρέπει να κινηθούμε άμεσα», δήλωσε τον περασμένο μήνα ο Ερίκ Τραπιέ, διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής Dassault Aviation (κατασκευάστριας των Rafale). Η Dassault συμμετείχε στη συμμαχία FCAS για το Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικής Μάχης μαζί με την Airbus και την ισπανική Indra Sistemas.

Ωστόσο, ο κεντρικός πυλώνας του έργου κατέρρευσε τον Ιούνιο λόγω διαφωνιών μεταξύ της Dassault και του γερμανικού σκέλους της Airbus. Τώρα ο Τραπιέ πιέζει για ένα αμιγώς γαλλικό πρόγραμμα ταχείας ανάπτυξης ενός αεροσκάφους επίδειξης (demonstrator).

Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι είναι δύσκολο να προβλεφθεί η μορφή του πολέμου σε 30 ή 40 χρόνια: «Αν όμως αναλωνόμαστε σε τέτοια ερωτήματα, δεν θα κάνουμε τίποτα – και αν δεν κάνουμε τίποτα, απλώς θα μας επιβληθούν οι αμερικανικές εξελίξεις».

Για τους περισσότερους, τα μαχητικά είναι συνυφασμένα με την ταινία Top Gun του 1986, όπου ο Τομ Κρουζ και ο Βαλ Κίλμερ υποδύονταν ριψοκίνδυνους πιλότους F-14 Tomcat σε αερομαχίες πάνω από τη θάλασσα.

Το F-14, ένα δικινητήριο μαχητικό 18 τόνων που μπήκε σε υπηρεσία το 1974, αντιπροσώπευε απόλυτα την εποχή του: σχεδιασμένο για ισχύ, μεγάλες ταχύτητες και βαρύ οπλισμό.

Τα αεροσκάφη που το διαδέχθηκαν, όπως τα F-35 Lightning και F-22 Raptor της Lockheed, δίνουν έμφαση στη stealth σχεδίαση για την αποφυγή των ραντάρ και την πολυμερή χρηστικότητα.

Τα μαχητικά έκτης γενιάς που σχεδιάζονται σήμερα θα διαθέτουν ακόμη μεγαλύτερη αορατότητα, αυξημένη εμβέλεια και εξελιγμένους κινητήρες. Το πρωτότυπο του αεροσκάφους GCAP που επιδείχθηκε στο Φάρνμπορο (γνωστό ως Tempest στο Ηνωμένο Βασίλειο) διαθέτει ογκώδες σώμα με δέλτα πτέρυγες και εσωτερικό χώρο αποθήκευσης οπλισμού.

«Όλα τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας αναπτύσσουν παρόμοιες πλατφόρμες», δήλωσε ο Σάιμον Μπαρνς, επικεφαλής του τομέα αεροναυπηγικής της BAE. Η BAE είναι ένας από τους εταίρους για το GCAP, μαζί με την Leonardo και την Mitsubishi Heavy Industries.

«Είναι όλα ογκώδη – αισθητά μεγαλύτερα από τα προηγούμενα αεροσκάφη – προς το παρόν επανδρωμένα, σχεδιασμένα με γνώμονα την επιβιωσιμότητα και την εμβέλεια, και η ανάπτυξή τους προχωρά με ταχείς ρυθμούς».

FT

Το αμερικανικό πρόγραμμα F-47, το οποίο ανατέθηκε στη Boeing από τον Ντόναλντ Τραμπ τον Μάρτιο του περασμένου έτους, αποτελεί την αιχμή του δόρατος της πρωτοβουλίας Next Generation Air Dominance της Ουάσινγκτον – το πιο φιλόδοξο εγχείρημα πολεμικών αεροσκαφών από τη δεκαετία του 1980.

Θεωρείται ζωτικής σημασίας για την αντιστάθμιση της στρατιωτικής ενίσχυσης της Κίνας σε μια πιθανή σύγκρουση για την Ταϊβάν. Η ίδια η Κίνα πιστεύεται ότι αναπτύσσει ένα δικό της μεγάλο μαχητικό έκτης γενιάς, το οποίο οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών ονομάζουν J-36.

Την ίδια στιγμή, η κατάρρευση του προγράμματος FCAS αναγκάζει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τις αμυντικές βιομηχανίες να αναζητήσουν νέες συμμαχίες για να μοιράσουν το τεράστιο οικονομικό και τεχνολογικό βάρος.

Ο Καναδάς, επιδιώκοντας να μειώσει την εξάρτησή του από τις ΗΠΑ λόγω των τεταμένων σχέσεων με τον Τραμπ, εντάχθηκε στο GCAP ως παρατηρητής, ενώ και άλλες χώρες, όπως η Αυστραλία, πιέζουν για την ένταξή τους.

«Προετοιμαζόμαστε ώστε να μη χάσουμε χρόνο», δήλωσε στους επενδυτές ο επικεφαλής της Airbus Defence and Space, Μάικ Σέλχορν, σημειώνοντας ότι προτιμά «μια λύση που θα εξασφαλίζει στην Airbus πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα μαχητικό έκτης γενιάς με ισπανικό και γερμανικό βιομηχανικό αποτύπωμα».

Η αμυντική βιομηχανία αναμένει να δει αν η Airbus και η Indra θα επιχειρήσουν να ενταχθούν στο GCAP, το οποίο κινείται δυναμικά έχοντας εξασφαλίσει αρχική χρηματοδότηση 4,6 δισ. λιρών.

«Βιομηχανικά, η συμμετοχή της Γερμανίας θα απέφερε αδιαμφισβήτητα οφέλη», σημειώνει ο Λορέντζο Μαριανί, διευθύνων σύμβουλος της Leonardo. «Φυσικά, η χρηματοδότηση είναι καταλυτικός παράγοντας, καθώς το GCAP θα απαιτήσει τεράστια κεφάλαια τα επόμενα χρόνια».

Μια άλλη προοπτική για την Ευρώπη είναι η συνεργασία των Airbus/Indra ή της Dassault με τη σουηδική Saab, η οποία διεξάγει σχετικές μελέτες βάσει συμβολαίου που διαρκεί έως το 2030.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τόσο η Airbus όσο και η Dassault έχουν πραγματοποιήσει επαφές με τη Saab. Ο Νίλσον αστειεύεται λέγοντας ότι έχει γίνει «πολύ δημοφιλής», αλλά τονίζει ότι διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με όλους, συμπληρώνοντας πως οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στη σουηδική κυβέρνηση.

Οι ακριβείς τεχνικές προδιαγραφές των νέων μαχητικών παραμένουν επτασφράγιστο μυστικό. Το μαχητικό του μέλλοντος «θα μοιάζει λιγότερο με αερομάχο και περισσότερο με έναν εξαιρετικά ανθεκτικό, αερομεταφερόμενο συντονιστή (quarterback)», εξηγεί ο Πενς της Dominion Dynamics.

Οι αισθητήρες θα διαδραματίζουν κομβικό ρόλο – όπως ήδη συμβαίνει στο F-35, το οποίο λειτουργεί ως αερομεταφερόμενο κέντρο συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων.

«Όλα αυτά συνθέτουν μια πλήρη εικόνα της κατάστασης στο πεδίο», αναφέρει πρώην ανώτερος αξιωματικός της αεροπορίας χώρας του ΝΑΤΟ. «Περιμένουμε συνεπώς ένα τεράστιο τεχνολογικό άλμα στην έκτη γενιά».

Παρά την αβεβαιότητα για τη μελλοντική στρατηγική της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας, οι κυβερνήσεις τους προωθούν ήδη τα σχέδια για τα μη επανδρωμένα συνοδευτικά αεροσκάφη.

F-22 Raptor
F-22 Raptor Sra Haiden Morris/U.S. Air/Planet Pix via ZUMA Press Wire/Visualhellas.gr

Το Βερολίνο αναζητά ένα Jagdbomberdrohne (drone μαχητικό-βομβαρδιστικό) και αξιολογεί τρεις διαφορετικές προτάσεις:

  • Η Boeing προτείνει μια παραλλαγή του MQ-28 Ghost Bat σε συνεργασία με τη γερμανική Rheinmetall.
  • Η Kratos Defense προτείνει το Valkyrie, το οποίο έχει ήδη δοκιμαστεί από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, με την Airbus να προσφέρει το λογισμικό επιχειρήσεων.
  • Η startup Helsing προτείνει το CA-1 Europa – τη μόνη αμιγώς ευρωπαϊκή πρόταση, αν και δεν έχει πραγματοποιήσει ακόμη δοκιμαστική πτήση.

Ο Σέλχορν της Airbus υπογραμμίζει ότι η είσοδος των μη επανδρωμένων σκαφών ανατρέπει τα δεδομένα στον τομέα: «Όλο το οικοσύστημα μεταλλάσσεται και τα συνεργατικά αεροσκάφη θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο».

Ο Βρετανός Πτέραρχος Σερ Χάρβι Σμιθ δήλωσε στο Φάρνμπορο ότι το Brontanax της BAE Systems σηματοδοτεί τη «στροφή προς την αεροπορική ισχύ έκτης γενιάς», σχεδιασμένο να «ενσωματώνεται πλήρως με τις επανδρωμένες πλατφόρμες».

Στις ΗΠΑ, ήδη έχουν ανατεθεί τα πρώτα συμβόλαια παραγωγής ημι-αυτόνομων σκαφών στις General Atomics και Anduril.

Ωστόσο, το όραμα αυτό συναντά και αμφισβήτηση. Ο Τζάστιν Μπρονκ, ανώτερος ερευνητής στο ινστιτούτο RUSI, επισημαίνει τις παραμέτρους της συντήρησης, του απαιτούμενου προσωπικού και του κόστους. Υποστηρίζει ότι η επένδυση αυτών των πόρων σε πρόσθετο οπλισμό και συστήματα αυτοπροστασίας για τα ίδια τα επανδρωμένα μαχητικά ενδέχεται να προσφέρει μεγαλύτερη επιχειρησιακή αξία.

Συμπληρώνει επίσης ότι τα μεγάλα συνεργατικά αεροσκάφη είναι μεν βιώσιμα για αποστολές αναγνώρισης, αλλά το υψηλό κόστος τους σημαίνει ότι «δεν αποτελούν φθηνή μαχητική μάζα».

Παράλληλα, υπάρχουν όρια στο τι μπορεί να επιτύχει η αεροπορική ισχύς από μόνη της. Η αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία κατά του Ιράν έδειξε ότι η αεροπορική υπεροχή δεν εξασφαλίζει αυτόματα τη νίκη, ενώ η ρωσική αεροπορία στην Ουκρανία φάνηκε αναποτελεσματική, περιοριζόμενη σε εκτοξεύσεις πυραύλων από ασφαλή απόσταση.

Το κόστος παραμένει ο αποφασιστικός παράγοντας. «Με τα προγράμματα F-47 και F/A-XX, οι ΗΠΑ κατασκευάζουν το ισοδύναμο μιας Ferrari ή μιας Lamborghini», σχολιάζει ο Μπάιρον Κάλαν της Capital Alpha Partners, τονίζοντας ότι ελάχιστα έθνη θα μπορούν να τα αντέξουν οικονομικά.

Έτσι, πολλές χώρες θα αναγκαστούν να διατηρήσουν τα υπάρχοντα επανδρωμένα αεροσκάφη τους, συνδυάζοντάς τα με νεότερα drones.

«Η Σουηδία δεν βιάζεται, καθώς μόλις έθεσε σε υπηρεσία το Gripen E», σημειώνει ο Νίλσον της Saab, αναφερόμενος στη νεότερη έκδοση του μαχητικού της εταιρείας. Η Dassault αναπτύσσει την αναβάθμιση F5 για το Rafale, ενώ η Κίνα συνεχίζει να παράγει εκατοντάδες συμβατικά μαχητικά ετησίως παράλληλα με τα προγράμματα έκτης γενιάς.

Ο συνδυασμός των παραδοσιακών μαχητικών με τα νέα αυτόνομα σκάφη ενδέχεται να αμφισβητήσει την πολυετή αμερικανική κυριαρχία στην αεροπορική βιομηχανία, αναδεικνύοντας νέους παίκτες.

Παράλληλα, διασφαλίζει ότι ο πιλότος θα παραμείνει στο επίκεντρο της αερομαχίας — τουλάχιστον για την επόμενη γενιά.

Όπως δήλωσε ο αρχηγός της γερμανικής αεροπορίας, Χόλγκερ Νόιμαν, ο άνθρωπος στο κόκπιτ είναι αναντικατάστατος όταν πρόκειται για τη λήψη αποφάσεων στην πρώτη γραμμή, ειδικά σε συνθήκες παρεμβολών στις επικοινωνίες:

«Οι μηχανές υπερέχουν στην επεξεργασία όγκου δεδομένων. Όμως η διαίσθηση, η διαχείριση της κλιμάκωσης και η αντίληψη του πότε πρέπει να πιέσεις ή να υποχωρήσεις, είναι αμιγώς ανθρώπινες αρετές».

Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο Τραπιέ της Dassault, τονίζοντας ότι ο άνθρωπος θα παραμείνει στον πυρήνα των επιχειρήσεων «με τον εγκέφαλο, τη λογική, τον φόβο αλλά και τη φυή του. Ο ρόλος του μπορεί να αλλάξει, θα υπάρχουν αλγόριθμοι και drones, όμως στην ουσία ο άνθρωπος θα συνεχίσει να είναι ο πιλότος».

Επιπρόσθετο reporting από τον Charles Clover από το Λονδίνο

Graphic illustrations, Ian Bott και Bob Haslett

© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα