Υπόθεση Κορνέλ: Η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης υπόσχεται να αλλάξει τον νόμο για τα θύματα βιασμού
Διαβάζεται σε 9'
Τις σοβαρές παραλείψεις των Αρχών στην υπόθεση ομαδικού βιασμού φοιτήτριας στο Κορνέλ κατήγγειλε η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης, ανακοινώνοντας αλλαγή της νομοθεσίας. “Δεν θα επιτρέψω να κουκουλωθεί η υπόθεση”.
- 02 Οκτωβρίου 2026 21:18
“Σε κάθε βήμα, αυτή η γυναίκα προδόθηκε από τους ανθρώπους και τους θεσμούς που είχαν την υποχρέωση να την προστατεύσουν“, δήλωσε οργισμένη η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης, Κάθι Χόκουλ, σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε το απόγευμα της Παρασκευής (02/10, ώρα Ελλάδας), εξαπολύοντας επίθεση κατά των αρχών για τους χειρισμούς στην υπόθεση ομαδικού βιασμού φοιτήτριας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ.
Στο πλαίσιο αυτό, η Χόκουλ ανακοίνωσε ότι ανέθεσε στη γενική εισαγγελέα της πολιτείας, Λετίσια Τζέιμς, καθήκοντα ειδικής ανεξάρτητης εισαγγελέως για να αναλάβει εξ ολοκλήρου την έρευνα, ξεκαθαρίζοντας πως δεν θα επιτρέψει “να κουκουλωθεί η υπόθεση”.
Η κυβερνήτρια υπογράμμισε ότι έχασε πλέον κάθε εμπιστοσύνη στον τοπικό εισαγγελέα της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χούτεν, ο οποίος είχε αποφασίσει το 2024 να μην ασκήσει ποινικές διώξεις. “Κάθε πολίτης δικαιούται να γνωρίζει ότι όταν καταγγέλλει ένα έγκλημα, θα ερευνηθεί πλήρως και δίκαια”, τόνισε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά της, η Λετίσια Τζέιμς, με ανάρτησή της στο Χ και δηλώσεις της στη συνέντευξη Τύπου, υπογράμμισε ότι αναλαμβάνει την ευθύνη “όχι ελαφρά τη καρδία” και ότι θα ηγηθεί μιας διαδικασίας βασισμένης στα γεγονότα και τον νόμο, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να παρουσιάσει στοιχεία σε σώμα ενόρκων (grand jury) για την άσκηση ποινικών διώξεων.
“Θέλω την αλήθεια” – Τα κρίσιμα ερωτήματα της έρευνας
Η Κάθι Χόκουλ τόνισε τη σοβαρότητα της κατάστασης, επισημαίνοντας τις έντονες αντιφάσεις που προκύπτουν από τα νέα στοιχεία.
“Δεν γνωρίζουμε ακόμη αρκετά, αλλά όσα έρχονται στο φως πέρα από αυτά που μας είπαν αρχικά πριν από δύο χρόνια είναι εξαιρετικά αντιφατικά. Θέλω την αλήθεια. Πιστεύω ότι κάθε γονιός σε αυτή την πολιτεία, κάθε πολίτης της Νέας Υόρκης, θέλει την αλήθεια σε αυτή την υπόθεση και γι’ αυτό η Γενική Εισαγγελέας Τζέιμς θα είναι εκείνη που θα ρίξει άπλετο φως”, σημείωσε.
Όπως πρόσθεσε, η ειδική εισαγγελέας θα κληθεί να απαντήσει σε αμείλικτα ερωτήματα, όπως
- Ποιος γνώριζε τι και πότε;
- Τι έκαναν λάθος οι αρμόδιοι;
- Γιατί δεν μίλησαν νωρίτερα;
- Πώς στερήθηκε τη δικαιοσύνη αυτή η γυναίκα;
Σοβαρές αποκαλύψεις για παραλείψεις Αστυνομίας και Εισαγγελίας
Η Κάθι Χόκουλ δήλωσε “βαθύτατα αναστατωμένη” από τη στάση της πανεπιστημιακής αστυνομίας του Κορνέλ, στηλιτεύοντας το γεγονός ότι οι αρχές απέτυχαν παταγωδώς να προστατεύσουν το θύμα, γνωστό με το ψευδώνυμο “Jane Doe”.
Πρόσφατα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ έφεραν στο φως σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο που διεξήχθη η αρχική έρευνα:
- Το CBS New York αποκάλυψε ότι η απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης του θύματος στην αστυνομία περιείχε πολύ περισσότερες λεπτομέρειες για τη φρικιαστική επίθεση από όσες περιελήφθησαν στην υπογεγραμμένη κατάθεση που διαβίβασε η αστυνομία στην εισαγγελία.
- Οι τοπικές εισαγγελικές αρχές δεν πήραν καν κατάθεση από την ίδια τη φοιτήτρια πριν αρχειοθετήσουν την υπόθεση. “Σε ποιον κόσμο η αστυνομία μαθαίνει από ένα θύμα ότι υπέστη ομαδικό βιασμό από πέντε έως επτά άνδρες σε μια αδελφότητα ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ουσιών και δεν μεταβιβάζει αμέσως τις κατηγορίες στον εισαγγελέα;“, διερωτήθηκε η Χόκουλ.
- Οι New York Times εντόπισαν περισσότερες από 1.000 σελίδες εγγράφων από την εσωτερική έρευνα του πανεπιστημίου, οι οποίες δείχνουν ότι η φοιτήτρια χρειάστηκε χρόνο για να επεξεργαστεί το τραύμα και να συνειδητοποιήσει ότι υπήρξε θύμα ομαδικού βιασμού.
Ο τοπικός εισαγγελέας Μάθιου Βαν Χούτεν, υπό το βάρος της δημόσιας κατακραυγής, υποστήριξε ότι αρχικά δεν ασκήθηκαν διώξεις λόγω περιορισμών της υφιστάμενης νομοθεσίας, ενώ λίγο πριν την αφαίρεση της δικογραφίας από την πολιτεία δήλωνε πως σκόπευε να επανεξετάσει τον φάκελο.
Νομοθετική παρέμβαση για τη συναίνεση
Παράλληλα, η Κάθι Χόκουλ ανακοίνωσε ότι θα στηρίξει άμεσα νομοθετική ρύθμιση για να καταργηθεί το “παραθυράκι” στη νομοθεσία της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, το οποίο ισχύει σε συνολικά 19 πολιτείες των ΗΠΑ, που καθιστά σχεδόν αδύνατη την ποινική δίωξη δραστών σεξουαλικής κακοποίησης, όταν το θύμα κατανάλωσε οικειοθελώς αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες πριν από την επίθεση.
Πρόκειται για τη λεγόμενη “εξαίρεση της οικειοθελούς μέθης” (Voluntary Intoxication Exclusion), ένα νομοθετικό κενό που θεσπίστηκε τη δεκαετία του 1990 και αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που αμέτρητες επιθέσεις παραμένουν ατιμώρητες. Βάσει του ισχύοντος ποινικού κώδικα της πολιτείας, για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα του βιασμού λόγω αδυναμίας συναίνεσης, το θύμα πρέπει να αποδειχθεί “διανοητικά ανίκανο να συναινέσει”.
Ωστόσο, ο νόμος ορίζει αυστηρά ως διανοητική ανικανότητα αποκλειστικά την κατάσταση στην οποία περιέρχεται ένα άτομο επειδή του χορηγήθηκαν αλκοόλ ή ουσίες χωρίς τη θέλησή του (όπως στην περίπτωση που κάποιος ναρκώνει κρυφά το θύμα του).
Στην περίπτωση της Jane Doe, αυτό το αυστηρό πλαίσιο λειτούργησε ως νομικό ανάχωμα υπέρ των κατηγορουμένων. Παρότι η φοιτήτρια κατέθεσε ότι δέχθηκε σωματική βία, πιέστηκε να καταναλώσει κεταμίνη (ένα ισχυρό αναισθητικό) και δήλωσε ρητά ότι δεν συναίνεσε στις σεξουαλικές πράξεις που ακολούθησαν, ο εισαγγελέας Μάθιου Βαν Χούτεν έκρινε πως δεν παραβιάστηκε ο ποινικός νόμος.
Επικαλέστηκε την αρχική, οικειοθελή κατανάλωση αλκοόλ και ουσιών, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον δεν της χορηγήθηκαν παρά τη θέλησή της, το θύμα θεωρούνταν νομικά “ικανό να συναινέσει”, ανεξάρτητα από τον βαθμό μέθης ή την πραγματική αδυναμία της να αντιδράσει εκείνη τη νύχτα.
Στην πράξη, η συγκεκριμένη διάταξη λειτουργεί ως “συγχωροχάρτι” για τους δράστες, καθώς εξισώνει την οικειοθελή χρήση ουσιών με πλήρη διατήρηση της βούλησης, αγνοώντας την πραγματικότητα της σεξουαλικής κακοποίησης.
“Αν ένα άτομο βρίσκεται σε κατάσταση μέθης ή υπό την επήρεια ουσιών σε βαθμό που αδυνατεί να συναινέσει, δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν επέλεξε το ίδιο να πιει ή να κάνει χρήση. Η οικειοθελής μέθη δεν αποτελεί άδεια, ούτε «πράσινο φως» για σεξουαλική επίθεση ή ομαδικό βιασμό. Τελεία“, ξεκαθάρισε με κατηγορηματικό τρόπο η Κάθι Χόκουλ.
Η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης υπογράμμισε ότι είναι αδιανόητο ο ποινικός κώδικας να χρησιμοποιείται ως “ασπίδα” για τους δράστες, δεσμευόμενη να ασκήσει όλη την πολιτική της πίεση ώστε να ψηφιστεί η σχετική νομοθεσία. Όπως τόνισε, η κατάργηση αυτού του νομικού κενού αποτελεί ηθική υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στην Jane Doe αλλά και σε κάθε θύμα σεξουαλικής βίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η δικαιοσύνη δεν θα χάνεται πίσω από νομικά τεχνάσματα.
Σε δεινή θέση το Πανεπιστήμιο Κορνέλ – Σκληρή επίθεση και από τους καθηγητές
Η αυστηρή δημόσια καταδίκη από την κυβερνήτρια φέρνει το Πανεπιστήμιο Κορνέλ σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Η διοίκηση του ακαδημαϊκού ιδρύματος, αντιμέτωπη με την οργή των φοιτητών και την αμφισβήτηση των χειρισμών της πανεπιστημιακής αστυνομίας, καλείται πλέον να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις, την ώρα που η έρευνα της Γενικής Εισαγγελέως περνά σε φάση λήψης καταθέσεων.
Την ίδια στιγμή, το κύμα αμφισβήτησης διογκώνεται εκ των έσω, καθώς το παράρτημα της Αμερικανικής Ένωσης Πανεπιστημιακών Καθηγητών (AAUP) στο Κορνέλ, που εκπροσωπεί το διδακτικό προσωπικό, ερευνητές και βιβλιοθηκονόμους, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της διοίκησης για τη στάση που τηρεί από το 2024 μέχρι σήμερα.
“Είμαστε βαθύτατα αναστατωμένοι από τη στάση της διοίκησης του Κορνέλ και τον τρόπο που επικοινωνεί με την ακαδημαϊκή κοινότητα, τόσο το 2024 όσο και σήμερα. Οι αρμόδιοι αρκούνται στο να παραπέμπουν τα μέλη του ιδρύματος σε γραμμές ψυχολογικής υποστήριξης, αντί να βγουν μπροστά να δώσουν χώρο για την επούλωση του τραύματος, να ακούσουν την οργή μας και να αλλάξουν την κουλτούρα μισογυνισμού. Σε στιγμές κρίσης όπως αυτή, χρειαζόμαστε πραγματικούς ηγέτες και όχι απλούς γραφειοκράτες”, αναφέρει η σκληρή ανακοίνωση των καθηγητών.
Η ένωση προσθέτει ότι η στάση του πανεπιστημίου αποκαλύπτει “αποτυχία κατανόησης και ορθής αντίδρασης απέναντι στην πραγματική βλάβη και τις απειλές για την ασφάλεια στην πανεπιστημιούπολη”, καταγγέλλοντας ότι, όταν πρόκειται για περιστατικά σεξουαλικής βίας, οι ανακοινώσεις της διοίκησης είναι “ασαφείς ή ανύπαρκτες, αφήνοντας την κοινότητα απογοητευμένη, φοβισμένη και οργισμένη”.
Η επίσημη απάντηση της διοίκησης
Προσπαθώντας να διαχειριστεί τις ραγδαίες εξελίξεις, εκπρόσωπος του Κορνέλ εξέδωσε ανακοίνωση εκφράζοντας την πλήρη στήριξη του ιδρύματος τόσο στον διορισμό της ειδικής εισαγγελέως όσο και στις προσπάθειες τροποποίησης της νομοθεσίας της Νέας Υόρκης:
“Στηρίζουμε απόλυτα τον διορισμό ειδικού εισαγγελέα και τις προσπάθειες για την τροποποίηση του νόμου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης περί βιασμού, ενώ δεσμευόμαστε για τη διεξαγωγή μιας ανεξάρτητης εξωτερικής αξιολόγησης όλων των τρόπων, με τους οποίους το Κορνέλ διαχειρίστηκε αυτή την υπόθεση”.
Ωστόσο, η θέση του ιδρύματος παραμένει εξαιρετικά επιβαρυμένη, καθώς οι αποκαλύψεις για τις 1.000 και πλέον σελίδες εσωτερικών εγγράφων, η αμφισβήτηση των στοιχείων που διαβίβασε η πανεπιστημιακή αστυνομία και η κατακραυγή από φοιτητές και καθηγητές αφήνουν το Κορνέλ πλήρως εκτεθειμένο.
Το χρονικό της επίθεσης
Η φρικιαστική υπόθεση ήρθε ξανά στο επίκεντρο της επικαιρότητας όταν η νεαρή φοιτήτρια κατέθεσε αγωγή τον περασμένο Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με την καταγγελία, το 2024, όταν η ίδια ήταν μόλις 20 ετών, υπέστη ομαδικό βιασμό από μέλη της φοιτητικής αδελφότητας Chi Phi (ΦΧ) μέσα στο οίκημά τους.
Η φοιτήτρια κατέθεσε ότι πιέστηκε να καταναλώσει κεταμίνη, ένα ισχυρό αναισθητικό που συνδέεται συχνά με υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης, και ότι, παρά την αρχική της συγκατάθεση για μια πρώτη σεξουαλική επαφή, εξαναγκάστηκε στη συνέχεια σε αλλεπάλληλες σεξουαλικές πράξεις χωρίς τη θέλησή της. Η κακοποίηση και ο κατ’ εξακολούθηση βιασμός της από πέντε έως επτά άνδρες διήρκεσαν συνολικά επτά ώρες.
Παρότι η 20χρονη κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία λίγες εβδομάδες αργότερα, οι τοπικές αρχές δεν προχώρησαν στην άσκηση ποινικών διώξεων.
Η αγωγή της Jane Doe στρέφεται κατά επτά μελών της αδελφότητας Chi Phi, του ίδιου του Πανεπιστημίου Κορνέλ, ενός τοπικού μπαρ, αλλά και της δικής της φοιτητικής αδελφότητας. Ο δικηγόρος της, Τόμας Τζιούφρα, ανέφερε πως η πελάτισσά του βρίσκεται σε ιδιαίτερα επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση, καθώς η δημόσια ανακίνηση της υπόθεσης αναβιώνει το τραύμα που υπέστη.