Κερδίζει ο Ντόναλντ Τραμπ τον πόλεμό του ενάντια στα ΜΜΕ;
Διαβάζεται σε 7'
Με αγωγές, εφόδους του FBI και πιέσεις από ρυθμιστικές αρχές, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εξαπολύσει μια άνευ προηγουμένου επίθεση στον αμερικανικό Τύπο.
- 13 Ιουλίου 2026 22:40
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ανεβάσει την ένταση της αντιπαράθεσής του με τα ΜΜΕ σε επίπεδα πρωτοφανή για την αμερικανική ιστορία, κατά τους πρώτους 17 μήνες της δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο.
Έχουν καταφέρει, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος και οι σύμμαχοί του να κερδίσουν τον “πόλεμο” απέναντι στον Τύπο, ή έστω να καταστήσουν τον κλάδο πιο ευάλωτο από ποτέ; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη.
Ο κατάλογος των χτυπημάτων προκαλεί δέος.
Ο Τραμπ και ο κύκλος του έχουν εξαπολύσει σωρεία αγωγών εναντίον μη αρεστών μέσων. Τηλεοπτικά δίκτυα με επικριτική στάση απέναντι στην κυβέρνηση –ανάμεσά τους και το ABC– βρέθηκαν στο στόχαστρο πιέσεων από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC), έναν θεσμό που κάποτε λειτουργούσε ανεξάρτητα. Παράλληλα, η πρόσβαση των δημοσιογράφων στον Λευκό Οίκο και το Πεντάγωνο περιορίστηκε δραστικά ή κόπηκε τελείως.
Η διακυβέρνηση αξιοποίησε ακόμη και την εργατική νομοθεσία για να ασκήσει πίεση στους New York Times, μέσω προσφυγής της Επιτροπής Ίσων Ευκαιριών Απασχόλησης (EEOC), μια κίνηση που η εφημερίδα κατήγγειλε ως «πολιτικά υποκινούμενη».
Το πλέον ανησυχητικό, όμως, για τους υπερασπιστές της ελευθεροτυπίας είναι ότι οι ομοσπονδιακές αρχές πραγματοποίησαν έφοδο στο σπίτι δημοσιογράφου των Washington Post, ενώ εξέδωσαν δικαστικές κλήσεις (οι οποίες αργότερα αποσύρθηκαν) σε ρεπόρτερ των Post και της Wall Street Journal για θέματα που αφορούσαν την «εθνική ασφάλεια».
Κλήσεις σε ενόρκους και “στρατευμένοι” influencers
Στην πιο ηχηρή κλιμάκωση αυτής της διαμάχης, οι Times αποκάλυψαν την Παρασκευή ότι πέντε δημοσιογράφοι τους έλαβαν κλήση να καταθέσουν ενώπιον σώματος ενόρκων στη Νέα Υόρκη.
«Αυτή η προκλητική ενέργεια δεν είναι παρά μια ξεκάθαρη προσπάθεια εκφοβισμού των δημοσιογράφων, με στόχο να εμποδιστεί η ενημέρωση των πολιτών για όσα συμβαίνουν στη χώρα», δήλωσε ο νομικός σύμβουλος της εφημερίδας, Ντέιβιντ ΜακΚρόου.
Ο Τσακ Τοντ, πρώην παρουσιαστής της εκπομπής Meet the Press στο NBC, επεσήμανε ότι η κυβέρνηση Τραμπ πέτυχε να «διεισδύσει στο δημοσιογραφικό σώμα», ενισχύοντας την παρουσία και την επιρροή συντηρητικών influencers που στηρίζουν τυφλά τον πρόεδρο.
«Έχουν αλλοιώσει τη σύνθεση των διαπιστευμένων συντακτών, βάζοντας στο παιχνίδι “στρατευμένους” δημοσιογράφους και υποστηρικτές του Τραμπ», ανέφερε στον Guardian. «Με αυτόν τον τρόπο, κατάφεραν να αποδυναμώσουν την ουσιαστική και ελεγκτική δημοσιογραφία».
Αν και μεγάλα δίκτυα, όπως το CBS News, συνεχίζουν να παράγουν υψηλού επιπέδου ρεπορτάζ, η κάλυψή τους αντιμετωπίζεται συχνά με καχυποψία. Αιτία είναι οι στενές σχέσεις της διοίκησης με το περιβάλλον του προέδρου, αλλά και οι υποχωρήσεις στις οποίες προέβη η προηγούμενη ιδιοκτησία για να εξασφαλίσει την έγκριση της FCC σε μια επιχειρηματική συγχώνευση το καλοκαίρι του 2025.
Οι νέοι ιδιοκτήτες -ο Ντέιβιντ Έλισον και ο πατέρας του, ο δισεκατομμυριούχος της Oracle, Λάρι Έλισον- εξασφάλισαν ήδη το «πράσινο φως» από το Υπουργείο Δικαιοσύνης για την εξαγορά του CNN. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί φόβους ότι η γραμμή του καναλιού ενδέχεται να «στρογγυλέψει», προκειμένου να μην προκαλεί τη δυσμένεια του Τραμπ.
Η εμμονή με τις διαρροές και η αόρατη λογοκρισία
Παρά το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης κινούνται σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας -που υπό κανονικές συνθήκες θα παρέλυε το ρεπορτάζ- ορισμένοι επικεφαλής του κλάδου τονίζουν ότι η αποκαλυπτική δημοσιογραφία αντέχει.
«Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο Τύπος συνεχίζει να επιτελεί το έργο του και να ελέγχει την εξουσία είναι η εμμονή αυτής της κυβέρνησης με τις διαρροές», σημείωσε ο Μάρτι Μπάρον, πρώην διευθυντής σύνταξης της Washington Post.
«Γίνεται εξαιρετική δουλειά, ακόμη και από μέσα που θεωρήθηκε ότι “λύγισαν”. Καθημερινά βγαίνουν στο φως αποκαλύψεις που ενοχλούν την κυβέρνηση, με αποτέλεσμα εκείνη να εντείνει τις προσπάθειες καταστολής των διαρροών, φτάνοντας σε πρωτοφανή άκρα».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έφοδος του FBI στις αρχές του έτους στο σπίτι της ρεπόρτερ Χάνα Νέιτανσον, μετά από αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Washington Post για τις αμερικανικές ενέργειες στη Βενεζουέλα, πριν και μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο. (Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής της δημοσιογράφου παραμένει στα χέρια των ομοσπονδιακών αρχών, οι οποίες αναζητούν απόρρητα έγγραφα που φέρεται να διέρρευσαν από κυβερνητικό σύμβουλο).
Παράλληλα, ο Τραμπ απείλησε με προσφυγή στη δικαιοσύνη τους Times και το CNN για τη δημοσιοποίηση απόρρητης έκθεσης που αμφισβητούσε την αποτελεσματικότητα στρατιωτικού πλήγματος στο Ιράν το καλοκαίρι του 2025. Λίγο αργότερα, απείλησε ακόμη και με φυλάκιση δημοσιογράφο, επειδή αρνήθηκε να αποκαλύψει την πηγή του σχετικά με την εξαφάνιση Αμερικανού πιλότου στη Μέση Ανατολή.
Αξιολογώντας την κατάσταση, ο Μπάρον υπογράμμισε ότι είναι αδύνατον να μετρηθεί ο “αυτοπεριορισμός” που προκαλεί ο φόβος.
Σε προσφυγή του κατά της FCC, το ABC υποστήριξε ότι οι κυβερνητικές πιέσεις «πνίγουν την ελευθερία του λόγου ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του 2026, με τη ζημιά να επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα», χωρίς ωστόσο να προβεί σε συγκεκριμένες αποκαλύψεις.
«Το πραγματικό ερώτημα είναι: ποια είναι τα ρεπορτάζ που δεν γράφονται ποτέ; Δεν γνωρίζουμε ποια θέματα μπήκαν στο συρτάρι από τον φόβο των αντιποίνων», σχολίασε ο Μπάρον.
Το μέτωπο της αντίστασης και το αβέβαιο μέλλον
Έμπειρος τηλεοπτικός δημοσιογράφος, μιλώντας υπό καθεστώς ανωνυμίας στο βρετανικό μέσο, επιβεβαίωσε ότι αρκετές διοικήσεις καναλιών αποφεύγουν τη σύγκρουση: «Είναι προφανές ότι οι μεγάλοι όμιλοι δεν θέλουν να γίνουν στόχος. Δεν λένε ανοιχτά “σταματήστε την έρευνα”, αλλά έχουν χαμηλώσει αισθητά τους τόνους. Υπάρχει ο φόβος της στοχοποίησης, καθώς η κυβέρνηση έχει δείξει ότι δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τον κρατικό μηχανισμό για να τιμωρήσει επιχειρήσεις».
Παρ’ όλα αυτά, μέσα όπως το ABC και οι New York Times προβάλλουν σθεναρή αντίσταση. Το τηλεοπτικό δίκτυο αμφισβήτησε δικαστικά τις ενέργειες της FCC, η οποία απαίτησε εκτάκτως την πρόωρη ανανέωση των αδειών οκτώ περιφερειακών σταθμών του, μια απόφαση που ελήφθη μόλις μία ημέρα μετά τις δημόσιες βολές του προεδρικού ζεύγους κατά του παρουσιαστή Τζίμι Κίμελ.
«Είδαμε αναμφίβολα περιπτώσεις δειλίας, συμβιβασμούς υπό πίεση και παρουσιαστές να αποσύρονται για να αποφευχθεί η τριβή», δήλωσε η Άννα Μ. Γκόμεζ, στέλεχος της FCC. «Είναι μια σκοτεινή περίοδος για την οποία θα λογοδοτήσουμε στο μέλλον. Όμως το κλίμα αλλάζει. Η απόφαση του ABC να συγκρουστεί αντί να υποχωρήσει δείχνει και στους υπόλοιπους τον δρόμο της αξιοπρέπειας».
Από την πλευρά τους, οι Times, υπό την καθοδήγηση του εκδότη Α.Γ. Σουλτσμπέργκερ, απέρριψαν κάθε ιδέα συμβιβασμού. Η εφημερίδα προσέφυγε στη δικαιοσύνη για να ανακτήσει την πρόσβαση των συντακτών της στο Πεντάγωνο, ενώ απαντά με σκληρές ανακοινώσεις σε κάθε κυβερνητική επίθεση.
Εντούτοις, ορισμένοι όμιλοι αποφεύγουν τη δικαστική οδό, είτε για να μην θεωρηθούν εχθρικοί είτε λόγω του τεράστιου οικονομικού κόστους.
«Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δαπανηρή διαδικασία και οι εταιρείες ζυγίζουν προσεκτικά τα έξοδά τους», εξηγεί νομικός του χώρου των ΜΜΕ.
Όπως καταλήγει ο Μάρτι Μπάρον: «Τα μέσα ενημέρωσης έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη αντοχή. Ωστόσο, έχουμε μπροστά μας ακόμα δυόμισι χρόνια και οι πιέσεις -που είναι ήδη ασφυκτικές- μόνο θα εντείνονται».