“Σαν να ξεφλουδίζεις κρεμμύδι”: Γιατί είναι δύσκολη η άρση των κυρώσεων στο Ιράν

Διαβάζεται σε 7'
Στιγμιότυπο από την Τεχεράνη
Στιγμιότυπο από την Τεχεράνη AP Photo/Hussein Malla

Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν μπορεί να ανοίγει τον δρόμο για έσοδα δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Τεχεράνη, όμως η πλήρης άρση ενός πλέγματος κυρώσεων που χτίστηκε επί τέσσερις δεκαετίες παραμένει μια σύνθετη διαδικασία

Η Τεχεράνη αναμένεται να αποκομίσει δισεκατομμύρια δολάρια από την 60ήμερη αναστολή των αμερικανικών κυρώσεων που ανακοινώθηκε τη Δευτέρα (22/6), ωστόσο η άρση περιορισμών που ισχύουν εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες συνοδεύεται από νομικές, πολιτικές και εμπορικές προκλήσεις, οι οποίες ενδέχεται να χρειαστούν χρόνια για να ξεπεραστούν.

Το ζητούμενο είναι κατά πόσο μια προσωρινή συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να μεταφραστεί σε μόνιμη οικονομική ανακούφιση, δεδομένης της πολυπλοκότητας της αποδόμησης ενός καθεστώτος κυρώσεων που εκτείνεται στην αμερικανική νομοθεσία, σε διεθνή μέτρα και στις ανησυχίες του ιδιωτικού τομέα για τους επιχειρηματικούς κινδύνους, όπως υπογραμμίζει το Reuters.

Τα Ηνωμένα Έθνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν επιβάλει κυρώσεις, εμπορικά εμπάργκο και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων κατά του Ιράν από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, εξαιτίας του πυρηνικού του προγράμματος, των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της στήριξης ένοπλων οργανώσεων στην ευρύτερη περιοχή.

Σύμφωνα με το μνημόνιο κατανόησης 14 σημείων που υπέγραψαν ΗΠΑ και Ιράν την περασμένη εβδομάδα, η Ουάσιγκτον θα ξεκινήσει τη διαδικασία κατάργησης όλων των τύπων κυρώσεων, βάσει χρονοδιαγράμματος που θα καθοριστεί σε μια τελική συμφωνία εντός 60 ημερών, διάστημα το οποίο μπορεί να παραταθεί.

Τη Δευτέρα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε προσωρινή γενική άδεια που επιτρέπει την παραγωγή, παράδοση και πώληση αργού πετρελαίου, καθώς και πετροχημικών και πετρελαϊκών προϊόντων ιρανικής προέλευσης έως τις 21 Αυγούστου.

Η άρση των εναπομεινάντων κυρώσεων – εφόσον τελικά προχωρήσει – θα συνιστούσε μια δραστική αλλαγή στην αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή, η οποία επί μακρόν επικεντρωνόταν στον περιορισμό της επιρροής του Ιράν και στη χρήση οικονομικής πίεσης για την αποδυνάμωση του θεοκρατικού του καθεστώτος.

Παράλληλα, πρόκειται για μια ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία, καθώς ορισμένα μέτρα απαιτούν εκτελεστικές αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, άλλα την έγκριση του Κογκρέσου και όλα στενό συντονισμό με τον ΟΗΕ και τις χώρες που έχουν επιβάλει δικές τους κυρώσεις. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις, επιφυλακτικές έπειτα από δεκαετίες περιορισμών, ενδέχεται να περιορίσουν τον αντίκτυπο μιας τέτοιας εξέλιξης.

«Υπάρχει ένα περίπλοκο πλέγμα κυρώσεων και δεν πρόκειται μόνο για προεδρικά διατάγματα, αλλά και για κυρώσεις που έχουν θεσπιστεί από το Κογκρέσο», δήλωσε ο Χουάν Ζαράτε, αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας επί προεδρίας Τζορτζ Ου. Μπους.

Σκεπτικισμός στο Κογκρέσο

Η Ουάσιγκτον επέβαλε για πρώτη φορά κυρώσεις στο Ιράν το 1979, όταν επαναστάτες φοιτητές κατέλαβαν την αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη, κρατώντας ομήρους Αμερικανούς διπλωμάτες, στη λεγόμενη κρίση των ομήρων που κράτησε 444 ημέρες.

Έκτοτε, το Κογκρέσο έχει ψηφίσει ορισμένους νόμους περί κυρώσεων, ενώ οι εκάστοτε πρόεδροι έχουν εκδώσει εκτελεστικά διατάγματα που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τη στήριξή του σε οργανώσεις τις οποίες οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν τρομοκρατικές, όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι της Υεμένης.

Από τις αρχές του 2025, το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών έχει επιβάλει κυρώσεις σε περισσότερα από 1.000 πρόσωπα, πλοία και αεροσκάφη, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου.

Η αφαίρεση χιλιάδων οντοτήτων από τους καταλόγους κυρώσεων θα απαιτούσε τουλάχιστον έναν χρόνο από το OFAC, δήλωσε ο Τζέρεμι Πάνερ, εταίρος της δικηγορικής εταιρείας Hughes Hubbard & Reed και πρώην αξιωματούχος των ΗΠΑ σε θέματα κυρώσεων.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να ανακαλέσει τα εκτελεστικά διατάγματα που αφορούν το Ιράν, όμως ορισμένα μέτρα – συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων κατά της Χαμάς και της Χεζμπολάχ – προβλέπονται από την αμερικανική νομοθεσία και θα πρέπει να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν από το Κογκρέσο, όπου η ενδιάμεση συμφωνία έχει ήδη προκαλέσει έντονη δημόσια κριτική από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές, συμπεριλαμβανομένων συμμάχων του Τραμπ.

Η ανατροπή τεσσάρων δεκαετιών κυρώσεων θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, πρόσθεσε ο Ματ Ζβάιγκ, διευθύνων σύμβουλος πολιτικής της FDD Action, του βραχίονα άσκησης πίεσης (lobbying) του Foundation for Defense of Democracies.

«Κάθε προσπάθεια συνολικής άρσης των αλλεπάλληλων στρωμάτων κυρώσεων θα είναι σαν να ξεφλουδίζεις ένα κρεμμύδι — εκθέτοντας την κυβέρνηση όχι μόνο σε νομικές πολυπλοκότητες αλλά και σε πολιτικούς κινδύνους», δήλωσε ο Ζβάιγκ, πρώην συνεργάτης της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, η άδεια που εκδόθηκε τη Δευτέρα θα μπορούσε να αποφέρει στο Ιράν έως και 3 δισ. δολάρια μέσα σε δύο μήνες.

Το ποσό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί σε «τουλάχιστον δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια» εάν η άδεια καταστεί μόνιμη, καθώς θα καταργούσε την έκπτωση με την οποία πωλείται σήμερα το ιρανικό πετρέλαιο, θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να διαθέτει πετρέλαιο και σε αγοραστές πέραν της Κίνας και θα ενίσχυε τις εξαγωγές της, δήλωσε ο Έντουαρντ Φίσμαν, ανώτερος συνεργάτης του Council on Foreign Relations. Η Κίνα αγοράζει σήμερα περίπου το 90% του ιρανικού πετρελαίου, παρά τις κυρώσεις.

Η νέα άδεια είναι ευρύτερη από εκείνη που είχε εκδοθεί τον Μάρτιο, καθώς προβλέπει την κάλυψη όχι μόνο του πετρελαίου και των πετρελαϊκών προϊόντων, αλλά και τραπεζικών, ασφαλιστικών και μεταφορικών υπηρεσιών που σχετίζονται με το εμπόριο πετρελαίου, δίνοντας στην Τεχεράνη ταχύτερη πρόσβαση στα έσοδά της.

«Υπάρχουν αρκετά δύσκολα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν», δήλωσε η Στέφανι Κόνορ, πρώην αξιωματούχος του OFAC και σήμερα εταίρος στη δικηγορική εταιρεία Holland & Knight, προσθέτοντας ότι η άρση των κυρώσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ροή κεφαλαίων προς ομάδες που οι ΗΠΑ θεωρούν απειλή.

«Πραγματικά θα επιτρέψουμε να αρχίσουν να καταλήγουν χρήματα στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν;» διερωτήθηκε, αναφερόμενη στην ισχυρή παραστρατιωτική δύναμη που οι ΗΠΑ έχουν χαρακτηρίσει ξένη τρομοκρατική οργάνωση.

Επιφυλακτικές οι επιχειρήσεις για τις κυρώσεις κατά του Ιράν

Τράπεζες, πετρελαϊκές εταιρείες και ασφαλιστικοί οργανισμοί θα βρεθούν αντιμέτωποι με μεταβαλλόμενους κανονισμούς, αυστηρότερους ελέγχους συμμόρφωσης και κινδύνους που συνδέονται με την παράκαμψη κυρώσεων μέσω των σχέσεων του Ιράν με χώρες όπως η Κίνα, η Βόρεια Κορέα και η Ρωσία. Παράλληλα, εξακολουθούν να υπόκεινται σε ξεχωριστά καθεστώτα κυρώσεων από τη Βρετανία, τον ΟΗΕ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους φορείς.

«Έχουμε ουσιαστικά εκπαιδεύσει τις αγορές να θεωρούν υψηλού κινδύνου τις συναλλαγές με ή μέσω του Ιράν, επομένως δεν μπορείς απλώς να πατήσεις έναν διακόπτη και να πεις: “Τώρα είναι εντάξει να κάνετε δουλειές με το Ιράν”», δήλωσε ο Ζαράτε.

Οι εταιρείες που συναλλάσσονται με το Ιράν θα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο αγωγών από θύματα τρομοκρατικών επιθέσεων, τα οποία μπορούν να στραφούν νομικά κατά επενδυτών και επιχειρήσεων για παροχή βοήθειας σε οργανώσεις που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές, βάσει του νόμου Justice Against Sponsors of Terrorism Act του 2016, ο οποίος, σύμφωνα με συνεργάτες του Κογκρέσου, είναι απίθανο να καταργηθεί.

Λόγω αυτών των κινδύνων, πολλές εταιρείες ενδέχεται να αποφύγουν τη συνεργασία με το Ιράν ώστε να προστατευθούν από νομικούς και κινδύνους γύρω από τη φήμη τους, όσο το σημερινό ιρανικό καθεστώς παραμένει στην εξουσία, εκτίμησε ο Μπρετ Έρικσον, επικεφαλής της Obsidian Risk Advisors.

«Δεν πρόκειται να δούμε μαζικές επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων μέχρι η κατάσταση να παγιωθεί πολύ περισσότερο και να αποκτήσει πολιτική σταθερότητα», είπε. «Υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος μπροστά».

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα