Τι σημαίνει η πανωλεθρία Τραμπ στις εκλογές για Ιράν, Ισραήλ και Ουκρανία
Διαβάζεται σε 12'
Η εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί νέα δεδομένα στα μεγαλύτερα διεθνή μέτωπα. Τα διλήμματα του Τραμπ και οι υπολογισμοί συμμάχων και αντιπάλων.
- 04 Νοεμβρίου 2026 22:38
Η σαρωτική ήττα των Ρεπουμπλικάνων και του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ δεν ανατρέπει μόνο τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσινγκτον, αλλά δημιουργεί νέα δεδομένα σε ορισμένα από τα πιο κρίσιμα μέτωπα της διεθνούς πολιτικής.
Εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανατρέπει βασικές κατευθύνσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, οι οποίες είχαν διαμορφωθεί επί δεκαετίες, προκαλώντας αναστάτωση τόσο στους συμμάχους όσο και στους αντιπάλους της Ουάσινγκτον. Τώρα, και οι δύο πλευρές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, αναζητώντας ενδείξεις για το πώς η εκλογική ήττα του Τραμπ στο εσωτερικό θα επηρεάσει τις κινήσεις του στη διεθνή σκηνή.
Για το Ιράν, το Ισραήλ και την Ουκρανία, το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από το ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο. Το εκλογικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να επηρεάσει το αν ο Τραμπ θα επιδιώξει μια συμφωνία με την Τεχεράνη ή θα επιλέξει περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση, κατά πόσο θα περιοριστεί η διαχρονική στήριξη της Ουάσινγκτον προς το Ισραήλ, αλλά και πόσο έντονα θα πιέσει το Κίεβο να αποδεχθεί όρους για τον τερματισμό του πολέμου που εξαπέλυσε η Ρωσία.
Οι Δημοκρατικοί θα διαθέτουν πλέον νέα μέσα για να αμφισβητήσουν και να περιορίσουν τις επιλογές του Τραμπ. Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να έχει σημαντικά περιθώρια κινήσεων στην εξωτερική πολιτική, αφήνοντας τους ηγέτες άλλων χωρών μπροστά σε ένα κρίσιμο ερώτημα: Θα τον οδηγήσει η εκλογική ήττα σε μεγαλύτερη διάθεση συμβιβασμού ή θα τον κάνει ακόμη πιο αποφασισμένο να επιβάλει τις επιλογές του;
Το CNN, στην ανάλυση που ακολουθεί, εξηγεί πώς το εκλογικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να επηρεάσει τα σημαντικότερα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής που καλείται να διαχειριστεί η Ουάσινγκτον.
Το Ιράν πανηγυρίζει, αλλά δεν έχει καμία εγγύηση για ειρήνη
Το Ιράν υποδέχεται με ικανοποίηση την εκλογική ήττα του Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές, ωστόσο προετοιμάζεται για όσα ενδέχεται να ακολουθήσουν: ένα νέο αμερικανικό στρατιωτικό πλήγμα ή μια ανανεωμένη προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ωστόσο, ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός, δηλώνοντας σε εκτενή ανάρτησή του στην πλατφόρμα X την Τετάρτη ότι «ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος».
Έπειτα από οκτώ μήνες επιθέσεων σε κρίσιμες οικονομικές υποδομές της περιοχής, με στόχο να στρέψει την αμερικανική κοινή γνώμη εναντίον του πολέμου, η Τεχεράνη χαιρέτισε την ήττα των Ρεπουμπλικανών ως απόδειξη της αντίθεσης των Αμερικανών πολιτών στη σύγκρουση. Ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε ότι οι αυξήσεις των τιμών που προκάλεσε ο πόλεμος συνέβαλαν στο εκλογικό αποτέλεσμα.
«Αν η αμερικανική κυβέρνηση προδώσει τη βούληση του λαού της για να υπηρετήσει ξένα κέντρα εξουσίας που την καθοδηγούν και την εκβιάζουν, θα διαπιστώσει ότι το δικό μας “ΟΧΙ” συνοδεύεται από έναν εφιάλτη», έγραψε στην πλατφόρμα X ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ο οποίος έχει ηγηθεί των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ.
Η Τεχεράνη, πάντως, δεν αναμένει αλλαγή πορείας από την Ουάσινγκτον. Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, δήλωσε ότι όποιος πιστεύει πως το εκλογικό αποτέλεσμα θα οδηγήσει σε αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής «κάνει μεγάλο λάθος». Ιρανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η στρατηγική της χώρας τους δεν εξαρτάται από τις αμερικανικές εκλογές, ενώ η Τεχεράνη προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο νέων πολεμικών επιχειρήσεων, εντείνοντας παράλληλα τις διπλωματικές της προσπάθειες.
Ο κίνδυνος περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης είναι υπαρκτός. Δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία ο Τραμπ ενδέχεται να διατάξει νέα, σφοδρότερα πλήγματα εναντίον του Ιράν εντείνουν την ανησυχία σε ολόκληρη την περιοχή, με την Τεχεράνη να προειδοποιεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, τα αντίποινά της θα είναι πολύ μεγαλύτερης κλίμακας από εκείνα των προηγούμενων φάσεων της σύγκρουσης.
Μέσα στην εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε σε ορισμένους δημοσιογράφους ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να εξαπολύσει ισχυρά πλήγματα κατά του Ιράν, ενώ σε άλλους ανέφερε ότι δεν σχεδιάζει, τουλάχιστον προς το παρόν, περαιτέρω κλιμάκωση.
«Ο πόλεμος με το Ιράν έχει εξελιχθεί σε δυσβάσταχτο πολιτικό βάρος για τον Τραμπ, αφήνοντάς τον μπροστά σε ένα ξεκάθαρο δίλημμα: είτε να καταλήξει σε μια συμφωνία που θα του επιτρέψει να σώσει τα προσχήματα και να ανακηρύξει τη νίκη του είτε να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, προκειμένου να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων», δήλωσε στο CNN ο Αλί Βαέζ, του International Crisis Group.
«Ο κίνδυνος είναι ένας πρόεδρος που έχει αποδυναμωθεί στην κάλπη να αναζητήσει τη δικαίωσή του στο πεδίο της μάχης», προειδοποίησε.
Η διπλωματία, ωστόσο, προσφέρει μια εναλλακτική διέξοδο. Οι συνομιλίες, που είχαν περιέλθει σε τέλμα στη διάρκεια του καλοκαιριού, έχουν αναθερμανθεί την τελευταία εβδομάδα, με την Τεχεράνη να στέλνει αξιωματούχους για επαφές με τους μεσολαβητές του Κατάρ, οι οποίοι ανταλλάσσουν προτάσεις με την Ουάσινγκτον. Πριν από τις εκλογές, το Ιράν είχε προτείνει να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ εντός δύο ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι ο Τραμπ θα αποδεχόταν τους επτά όρους που είχε θέσει.
Η Σανάμ Βακίλ, του βρετανικού ερευνητικού ινστιτούτου Chatham House, εκτιμά ότι η ιρανική ηγεσία «μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένη» από το εκλογικό αποτέλεσμα, ωστόσο αυτό «δεν σημαίνει απαραίτητα ότι λύνονται τα προβλήματά της».
Όπως εξηγεί, ο Τραμπ χρειάζεται μια διπλωματική επιτυχία, αλλά ενδέχεται να διστάζει να προχωρήσει σε συμβιβασμούς που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ένδειξη αδυναμίας. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη μπορεί να θεωρήσει την εκλογική του ήττα ευκαιρία για να διεκδικήσει μεγαλύτερες παραχωρήσεις.
Η ίδια αναμένει εντατικοποίηση των διπλωματικών προσπαθειών, παράλληλα με τη διατήρηση των στρατιωτικών απειλών, εκτιμώντας ότι μια προσωρινή συμφωνία για τα Στενά του Ορμούζ είναι «πιο ρεαλιστική» από μια συνολική συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.
“Το τέλος μιας εποχής” για τις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ
Στο Ισραήλ, η πρώτη δυσάρεστη έκπληξη ήρθε ανήμερα των εκλογών, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά ότι θα διακόψει την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς τη χώρα. Το εκλογικό αποτέλεσμα, με τους Δημοκρατικούς να εξασφαλίζουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, σε μια σαρωτική επικράτηση που χαρακτηρίστηκε «μπλε τσουνάμι», έχει προκαλέσει έντονο συναγερμό στο Ισραήλ.
Η διακομματική στήριξη προς το Ισραήλ στις ΗΠΑ είχε ήδη αρχίσει να αποδυναμώνεται, καθώς οι Δημοκρατικοί εξέφραζαν ολοένα εντονότερη οργή για τον αριθμό των νεκρών στον πόλεμο στη Γάζα, ενώ όλο και περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί θεωρούσαν ότι η Ουάσινγκτον είχε προσφέρει υπερβολικά μεγάλη υποστήριξη στο Ισραήλ.
«Το μόνο ζήτημα στο οποίο υπάρχει αυτή τη στιγμή διακομματική συναίνεση είναι η κριτική απέναντι στο Ισραήλ», δήλωσε ο Μάικλ Όρεν, πρώην πρέσβης του Ισραήλ στις ΗΠΑ. «Έχει εξελιχθεί σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Δημοκρατικού Κόμματος», ανέφερε στο CNN. «Και αρχίζει να αποκτά αντίστοιχη σημασία για μεγάλο μέρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος».
Σύμφωνα με τον Όρεν, η διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας αποτελεί μόνο την αρχή μιας διαδικασίας, οι συνέπειες της οποίας δεν έχουν ακόμη φανεί πλήρως. Όπως εκτίμησε, δεν αποκλείεται οι ΗΠΑ να προχωρήσουν ακόμη και στον τερματισμό της ανταλλαγής πληροφοριών με το Ισραήλ, καθώς και της από κοινού ανάπτυξης κρίσιμων στρατιωτικών συστημάτων, όπως το περίφημο σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας «Σιδηρούς Θόλος» (Iron Dome).
Αναφέρθηκε επίσης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου τόσο Ρεπουμπλικανοί όσο και Δημοκρατικοί πρόεδροι των ΗΠΑ έχουν διαχρονικά προστατεύσει το Ισραήλ, αξιοποιώντας το αμερικανικό δικαίωμα βέτο.
«Βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής», κατέληξε.
Ο Γιάακοβ Κατς, πρώην διευθυντής σύνταξης της Jerusalem Post, προειδοποίησε ότι ενδέχεται να ακολουθήσουν ακόμη μεγαλύτερες ανατροπές.
«Αυτό που ανακοίνωσε χθες ο Τραμπ για τη στρατιωτική βοήθεια είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου μπροστά σε όσα μπορεί να αλλάξουν. Οι πωλήσεις όπλων ενδέχεται να μπλοκαριστούν, να προταθεί η επιβολή κυρώσεων και να διακοπεί η χρηματοδότηση κοινών οικονομικών προγραμμάτων», έγραψε στην πλατφόρμα X.
Το αρνητικό κλίμα απέναντι στο Ισραήλ στις ΗΠΑ ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, καθώς ένα μέρος του αμερικανικού εκλογικού σώματος θεωρεί ότι οι κοινές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις ήταν αποτέλεσμα ενός πολέμου στον οποίο ο Νετανιάχου έπεισε τον Τραμπ να εμπλακεί. Ακόμη και τώρα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός πιέζει για την επανάληψη των πληγμάτων κατά του Ιράν, μια εξέλιξη που θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τη σύγκρουση, η οποία εκτόξευσε τις τιμές των καυσίμων και το κόστος ζωής, συμβάλλοντας στη συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές.
Την ίδια ώρα, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές πολιτικές αναταράξεις και στο εσωτερικό του Ισραήλ. Στις εκλογές που πραγματοποιήθηκαν μία εβδομάδα πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, έχασε την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία. Ωστόσο, ούτε ο βασικός πολιτικός του αντίπαλος, ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, διαθέτει αυτοδύναμη πλειοψηφία και πιθανότατα θα χρειαστεί να συνεργαστεί με τα αραβικά κόμματα, τα οποία κατέγραψαν ιστορικά υψηλή συμμετοχή των ψηφοφόρων τους.
Ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής του κόμματος των Δημοκρατικών, προειδοποίησε ότι το Ισραήλ «δεν έχει χρόνο για χάσιμο», τονίζοντας την ανάγκη να αντικατασταθεί ο Νετανιάχου και να αλλάξει η πορεία της χώρας, ώστε να αποφευχθούν οι κυρώσεις και η διεθνής απομόνωση.
Η Ουκρανία περιμένει τη μετα-Τραμπ εποχή
Για το Κίεβο, η αντίδραση είχε εκδηλωθεί ήδη πριν από τις εκλογές. Την Τετάρτη, αντίθετα, επικράτησε σχετική σιωπή.
Εδώ και εβδομάδες, οι σχέσεις του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι με τον Ντόναλντ Τραμπ επιδεινώνονται ραγδαία. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει απαιτήσει την αντικατάσταση του Ζελένσκι, έχει επιδιώξει ενεργειακές συμφωνίες που θα ωφελούσαν τη Ρωσία, ενώ παράλληλα η Ουκρανία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με ανεξήγητα εμπόδια στην πρόσβασή της σε αμερικανική τεχνολογία και πληροφορίες, από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Κίεβο αναγκάστηκε να καθορίσει εγκαίρως τη στάση του: να περιμένει, με ολοένα μεγαλύτερη αγωνία και αίσθηση επείγοντος, την εποχή μετά τον Τραμπ.
Καθώς ξημέρωνε η Τετάρτη, οι επίσημες αντιδράσεις από το Κίεβο ήταν περιορισμένες. Ίσως ο Ζελένσκι να προτιμούσε να αφήσει τις χιουμοριστικές εικόνες που κυκλοφορούσαν στο διαδίκτυο, και τον παρουσίαζαν να παρακολουθεί την τηλεοπτική κάλυψη των ενδιάμεσων εκλογών με μια μπίρα και ποπ κορν, να μιλήσουν από μόνες τους.
Ο Σεργκέι Κισλίτσια, αναπληρωτής επικεφαλής του γραφείου του Ουκρανού προέδρου, διαβεβαίωσε μιλώντας στην ουκρανική τηλεόραση ότι η χώρα θα συνεχίσει να «αναπτύσσει ουσιαστικές, ομαλές και σταθερές σχέσεις» με όποιον βρίσκεται στην εξουσία. Παράλληλα, θα εξακολουθήσει να επιδιώκει την προμήθεια πυραύλων αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot, ενώ θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί τόσο στους νέους συσχετισμούς δυνάμεων στο Κογκρέσο όσο και στο πιθανό κύμα προεδρικών διαταγμάτων, με τα οποία ο Τραμπ ενδέχεται να επιχειρήσει να παρακάμψει τους περιορισμούς που θα του επιβάλει η νέα σύνθεσή του.
Ωστόσο, είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς ότι η αποδυνάμωση του Τραμπ και η αντίστροφη μέτρηση που έχει πλέον αρχίσει για την πολιτική του ατζέντα και την προεδρία του λειτουργούν προς όφελος του Κιέβου. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ισχυριστεί ότι η επίτευξη ειρήνης στην Ουκρανία ήταν εύκολη υπόθεση, για να καταλήξει στη συνέχεια να τιμωρεί το Κίεβο επειδή δεν αποδεχόταν τις απαιτήσεις της χώρας που του επιτέθηκε.
Ο Τραμπ ταπείνωσε και επέπληξε επανειλημμένα τον Ζελένσκι, προτού κατά διαστήματα αποκαταστήσει τις σχέσεις μαζί του, την ώρα που οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι προσπαθούσαν να εξομαλύνουν την κατάσταση, παρακολουθώντας με αποτροπιασμό την αποσύνθεση συμμαχιών ασφαλείας που είχαν οικοδομηθεί επί δεκαετίες.
Παρά ταύτα, η Ουκρανία εξακολουθεί να χρειάζεται πολλά από τον Τραμπ και τις Ηνωμένες Πολιτείες: όπλα, οικονομική βοήθεια και, κυρίως, μια ευρύτερη διαβεβαίωση ότι η Ουάσινγκτον παραμένει στο πλευρό της. Έπειτα όμως από μήνες εχθρικής στάσης της αμερικανικής κυβέρνησης, το Κίεβο έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στις ΗΠΑ.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια αρνητική πλευρά σε αυτή την αντίστροφη μέτρηση. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ενδέχεται να εκτιμήσει ότι έχει στη διάθεσή του περίπου έναν χρόνο για να εξασφαλίσει, με οποιοδήποτε κόστος, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στον πόλεμο που ο ίδιος επέλεξε να εξαπολύσει, προτού η προεκλογική αναμέτρηση του 2028 επαναφέρει την πολιτική των Ρεπουμπλικανών πιο κοντά στην παραδοσιακή γραμμή στήριξης της Ουκρανίας.
Μέχρι στιγμής, ο Πούτιν δεν έχει καταφέρει να αξιοποιήσει τη φαινομενικά στενή σχέση του με τον Τραμπ για να εξασφαλίσει κάποια σημαντική νίκη στο πεδίο της μάχης. Ενδέχεται, λοιπόν, να επιχειρήσει να το πετύχει όσο η εξουσία και η πολιτική επιρροή του Αμερικανού προέδρου εξακολουθούν, έστω και αποδυναμωμένες, να υφίστανται.