Ο Τραμπ αναζητά αποδιοπομπαίο τράγο για να “φορτώσει” την επανέναρξη επιθέσεων στο Ιράν
Διαβάζεται σε 13'
Ο Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει νέα στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν, την ώρα που αναζητά το ιδανικό πρόσωπο για να του εναποθέσει τις ευθύνες για την πορεία του πολέμου, σύμφωνα με το περιοδικό The Atlantic
- 02 Νοεμβρίου 2026 10:43
Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις της δεύτερης θητείας του: αν θα επαναφέρει τις ΗΠΑ σε έναν νέο γύρο στρατιωτικών πληγμάτων κατά του Ιράν, σε μια στιγμή που ο πόλεμος έχει ήδη αποκτήσει βαρύ πολιτικό κόστος στο εσωτερικό της χώρας.
Παράλληλα, έχει να απαντήσει και σε δύο ακόμη ερωτήματα: ποιος θα επωμιστεί την ευθύνη για έναν πόλεμο που οι σύμβουλοί του τον διαβεβαίωναν ότι θα είχε τελειώσει πολύ πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές; Και μπορεί να εμπιστευτεί τους ίδιους συμβούλους όταν του λένε ότι το νέο σχέδιο θα πετύχει εκεί όπου τα προηγούμενα απέτυχαν;
Εδώ και εβδομάδες, ο Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο επανέναρξης των εχθροπραξιών με στόχο να εξαναγκάσει το Ιράν να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις, ενώ σύμβουλοί του ανέφεραν στο περιοδικό The Atlantic ότι ένας νέος γύρος επιθέσεων θα μπορούσε να ξεκινήσει λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ ρωτά συμμάχους του για τις επιδόσεις του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και του στρατηγού Νταν Κέιν, προέδρου του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα με δύο εξωτερικούς συμβούλους που βρίσκονται κοντά στον Αμερικανό πρόεδρο που επικαλείται το δημοσίευμα. Ο Χέγκσεθ και ο Κέιν συγκαταλέγονται στους βασικούς συμβούλους του Τραμπ για τον πόλεμο. Στα πρώτα στάδιά του ήταν επίσης μεταξύ εκείνων που εξέφραζαν δημοσίως τη μεγαλύτερη αισιοδοξία για την πορεία του – αν και δεν έχουν παραχωρήσει συνέντευξη Τύπου από τον Μάιο.
Όπως υπογραμμίζει το δημοσίευμα, ο Τραμπ συνηθίζει, πριν προχωρήσει σε αλλαγές προσώπων, να ζητεί τη γνώμη ενός άτυπου κύκλου φίλων και συμβούλων εκτός κυβέρνησης.
Ο Χέγκσεθ δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής σε μεγάλο μέρος του Λευκού Οίκου. Ορισμένοι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά στον Τραμπ ανέφεραν στο The Atlantic ότι ο υπουργός Άμυνας δεν υπήρξε ειλικρινής για την κατάσταση του πολέμου, την οποία παρουσιάζει συστηματικά με υπερβολικά αισιόδοξους όρους προκειμένου να κρατά ικανοποιημένο τον Τραμπ. «Ο Χέγκσεθ είναι καλός στο να λέει στον πρόεδρο αυτό που θέλει να ακούσει», δήλωσε ένας από τους εξωτερικούς συμβούλους. Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ μάς ανέφερε σε δήλωσή του ότι «ο υπουργός Χέγκσεθ παρέχει πάντοτε στον πρόεδρο και στα ανώτερα στελέχη του Λευκού Οίκου την πλήρη επιχειρησιακή εικόνα», χαρακτηρίζοντας οποιονδήποτε αντίθετο ισχυρισμό «εντελώς λανθασμένο».
Ο επικεφαλής του Πενταγώνου έχει επίσης επιδιώξει να ενισχύσει τη θέση του στα μάτια του προέδρου κυνηγώντας όσους θεωρούνται ύποπτοι για διαρροές στον Τύπο, μία από τις σοβαρότερες παραβάσεις, κατά τον Τραμπ, σε ζητήματα προσωπικού. Την περασμένη εβδομάδα, ο Χέγκσεθ απέλυσε αιφνιδιαστικά ένα από τα πιο υψηλόβαθμα στελέχη του Μικτού Επιτελείου, τον αντιστράτηγο του Στρατού Μπρετ Σίλβια, διευθυντή σχεδιασμού. Αξιωματούχοι που εργάζονται υπό τον Χέγκσεθ μάς είπαν ότι ο Σίλβια απέτυχε σε τεστ ανίχνευσης ψεύδους που σχετίζονταν με τη διαρροή πληροφοριών σε δημοσιογράφους.
Ο Χέγκσεθ είχε διατάξει τον Σίλβια να υποβληθεί σε τουλάχιστον τρεις εξετάσεις με πολύγραφο στο πλαίσιο μιας ευρύτερης έρευνας για διαρροές, μετά από δημοσιεύματα νωρίτερα μέσα στη χρονιά που περιέγραφαν συνομιλίες στον Λευκό Οίκο και λεπτομέρειες για την έλλειψη πυρομαχικών που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με τους ίδιους αξιωματούχους.
Ο Χέγκσεθ έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το Μικτό Επιτελείο, το οποίο υπάγεται στον Κέιν, αντιμετωπίζει πρόβλημα διαρροών, θέση στην οποία, όπως μας είπαν αξιωματούχοι, ο Κέιν δεν έχει αντιδράσει με ιδιαίτερη ένταση. Η εικόνα που καλλιεργεί ο Χέγκσεθ προς συμμάχους του Τραμπ, ότι δηλαδή «καλύπτει τα νώτα» του προέδρου, βρίσκει ανταπόκριση σε έναν αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων ο οποίος, ήδη από την πρώτη του θητεία, υποψιαζόταν ανώτατους αξιωματούχους του Πενταγώνου για ανεπαρκή αφοσίωση.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι, σε δήλωσή της προς το The Atlantic, εξέφρασε τη στήριξη τόσο στον Χέγκσεθ όσο και στον Κέιν, επαινώντας το έργο τους στην αναμόρφωση του Πενταγώνου και δηλώνοντας ότι «ο πρόεδρος Τραμπ και όλοι στον Λευκό Οίκο έχουν πλήρη εμπιστοσύνη τόσο στον υπουργό Χέγκσεθ όσο και στον στρατηγό Κέιν, οι οποίοι είναι απολύτως ευθυγραμμισμένοι με την αποστολή του προέδρου».
Ο Κέιν φαίνεται να είχε σε μεγάλο βαθμό μείνει εκτός ενημέρωσης για τις καταγγελλόμενες παρατυπίες ενός από τα δικά του ανώτερα στελέχη. Όταν το The Atlantic αποκάλυψε πρώτο ότι ο Σίλβια είχε απομακρυνθεί, το Μικτό Επιτελείο εξέδωσε προετοιμασμένη ανακοίνωση στην οποία τον ευχαριστούσε για «32 χρόνια διακεκριμένης υπηρεσίας προς το έθνος μας». Στη συνέχεια, ο Κέιν ενημερώθηκε από την ομάδα του υπουργού για πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με το τι ακριβώς είχε οδηγήσει στην αποπομπή του Σίλβια, ενώ ο Χέγκσεθ επέστρεφε από ταξίδι στην Ασία, σύμφωνα με αξιωματούχους. Λίγες ώρες αργότερα, το γραφείο του Κέιν εξέδωσε νέα ανακοίνωση, στην οποία αναφερόταν ότι η αρχική «δεν αποτύπωνε με τον ενδεδειγμένο τρόπο το σύνολο των περιστάσεων».
Το Μικτό Επιτελείο ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι ο πρόεδρος του σώματος παρέχει «τις καλύτερες στρατιωτικές συμβουλές και εισηγήσεις του, μαζί με όλους τους συναφείς κινδύνους», αλλά «δεν συζητά δημοσίως αυτές τις κατ’ ανάγκην ιδιωτικές συνομιλίες με την πολιτική ηγεσία». Όπως προστίθεται, αυτή η εμπιστευτικότητα προστατεύει τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων «που τίθενται σε κίνδυνο από απαράδεκτες μη εξουσιοδοτημένες διαρροές».
Η οργή του Τραμπ μεγαλώνει στο κατώφλι των ενδιάμεσων εκλογών
Καθώς ο πόλεμος παρατείνεται, η οργή του Τραμπ έχει ενταθεί εξαιτίας της ζημιάς που προκαλεί η σύγκρουση στις προοπτικές των Ρεπουμπλικανών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Στον Λευκό Οίκο έχει πλέον παγιωθεί η εκτίμηση ότι ο Τραμπ δύσκολα θα πετύχει ακόμη μία εντυπωσιακή πολιτική ανατροπή στις εκλογές. Η Βουλή των Αντιπροσώπων φαίνεται να έχει χαθεί και ενδέχεται να χαθεί και η Γερουσία.
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Τραμπ έχει εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια επειδή θεωρεί ότι το μήνυμά του δεν περνά στην κοινή γνώμη και πλέον πιστεύει ότι ο πόλεμος με το Ιράν ευθύνεται, τουλάχιστον εν μέρει, για το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται, σύμφωνα με τους δύο συμβούλους και έναν αξιωματούχο που μίλησαν σε εμάς.
Καθώς δεν συνηθίζει να αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη, ο Τραμπ αναζητά αποδιοπομπαίο τράγο και έχει στρέψει την προσοχή του σε όσους του είχαν διαβεβαιώσει ότι ένας πόλεμος με το Ιράν θα ήταν σύντομος και αποφασιστικός, επισημαίνει το δημοσίευμα.
Ο Χέγκσεθ και ο Κέιν βρέθηκαν και οι δύο στον Λευκό Οίκο την περασμένη εβδομάδα για να παρουσιάσουν στον Τραμπ και στον αντιπρόεδρο Βανς μια σειρά επιλογών που αποσκοπούν στη δημιουργία των συνθηκών ώστε ο Τραμπ να μπορέσει να κηρύξει τη νίκη. Στον Λευκό Οίκο βρέθηκε την περασμένη εβδομάδα και ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, ο ανώτατος διοικητής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, η οποία είναι υπεύθυνη για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή. Ο Τραμπ καλείται τώρα να αποφασίσει αν αυτές οι επιλογές, αλλά και οι σύμβουλοι που τις εισηγήθηκαν, μπορούν να οδηγήσουν σε καλύτερο αποτέλεσμα.
Τι προσδοκά ο Τραμπ από έναν νέο γύρο επιθέσεων στο Ιράν – Τα σενάρια
Οι στρατιωτικές επιλογές που βρίσκονται ενώπιον του προέδρου συνιστούν μια σειρά από δύσκολες και δυσάρεστες επιλογές, σύμφωνα με νυν και πρώην αξιωματούχους του υπουργείου Άμυνας που γνωρίζουν τα σχέδια. Του δίνουν τη δυνατότητα να διατάξει πλήγματα που θα μπορούσαν να διαρκέσουν από λίγες ώρες ή λίγες ημέρες έως και αρκετές εβδομάδες. Ο πρόεδρος θα μπορούσε επίσης να επιλέξει τη διατήρηση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ, διατηρώντας παράλληλα ως απειλή το ενδεχόμενο επιστροφής στη στρατιωτική δράση. Ή θα μπορούσε να αποχωρήσει από τη σύγκρουση.
Όσοι υποστηρίζουν την επανάληψη των πληγμάτων θεωρούν ότι η εκστρατεία οικονομικής πίεσης αποδίδει και ότι πρόσθετη στρατιωτική δράση θα ανάγκαζε την Τεχεράνη να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Μια παρατεταμένη εκστρατεία θα έθετε στο στόχαστρο την αεράμυνα του Ιράν, όπως συνέβη στις πρώτες ημέρες του πολέμου, πριν οι ΗΠΑ μετατοπίσουν το βάρος των επιθέσεών τους στις ιρανικές δυνάμεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
Θα μπορούσαν επίσης να πληγούν υποδομές του Ιράν. Οι ΗΠΑ αναμένεται να υποστηρίξουν ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στοχεύουν υποδομές διττής χρήσης, που εξυπηρετούν τόσο πολιτικούς όσο και στρατιωτικούς σκοπούς. Ωστόσο, άμαχοι θα εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε κίνδυνο και τέτοιου είδους επιθέσεις θα μπορούσαν να παραβιάζουν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Ένα ακόμη σενάριο προβλέπει πολυήμερη στρατιωτική εκστρατεία κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
Πολλοί εντός της αμερικανικής κυβέρνησης εκτιμούν ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, του οποίου το πολιτικό μέλλον παραμένει αβέβαιο μετά τις εκλογές στο Ισραήλ, θα υποστήριζε την επανάληψη των πληγμάτων, δεδομένου του ενθουσιασμού του για τον πόλεμο και της πεποίθησής του ότι αυτός θα τον βοηθούσε να παραμείνει στην εξουσία.
Ακόμη και μια καταστροφική στρατιωτική εκστρατεία, ωστόσο, ενδέχεται να μην οδηγούσε την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις. Το καθεστώς θα μπορούσε να επιβιώσει από τις επιθέσεις και να προβάλει την αντοχή του, έχοντας απορροφήσει ακόμη έναν γύρο αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Μετά την πολυήμερη εκστρατεία ΗΠΑ και Ισραήλ που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου, τα σύντομα πλήγματα που ακολούθησαν απλώς σκλήρυναν τη στάση του Ιράν και οδήγησαν την Τεχεράνη σε επιθέσεις κατά αμερικανικών στόχων και συμμάχων στην περιοχή. Παράλληλα, οποιαδήποτε νέα εκστρατεία πληγμάτων θα απομείωνε περαιτέρω τα αποθέματα πυρομαχικών.
«Αν αυτά τα πλήγματα δεν αποδώσουν, τότε κατά κάποιον τρόπο έχεις αποκαλύψει και τα όριά τους», δήλωσε ο Μάικλ Κόεν στο The Atlantic, διευθυντής πρωτοβουλίας στο think tank Stimson Center, η οποία μελετά κατά πόσο οι αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις δικαιολογούν το κόστος τους. «Τους χτυπάς ξανά και ξανά και εκείνοι δεν υποχωρούν. Τι θα κάνεις λοιπόν; Θα συνεχίσεις να κλιμακώνεις;»
Ορισμένοι στον στενό κύκλο του Τραμπ ελπίζουν ότι ακόμη και η απειλή νέων πληγμάτων θα μπορούσε να ωθήσει το Ιράν πίσω στις διαπραγματεύσεις, αν και αυτή η στρατηγική έχει αποτύχει πολλές φορές στο παρελθόν. Την περασμένη Κυριακή, ο Βανς έστειλε επιστολή στον Μοχσέν Ρεζαΐ, επικεφαλής της ιρανικής ασφάλειας, προτείνοντας την επανέναρξη άμεσων ειρηνευτικών συνομιλιών και τονίζοντας ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν θα έπρεπε να τεθεί εξαρχής στο τραπέζι. Ο Βανς δεν διευκρίνισε τι, αν κάτι, θα λάμβανε η Τεχεράνη ως αντάλλαγμα. Οι διεθνείς μεσολαβητές που παρέδωσαν την επιστολή πίεσαν για συνάντηση αργότερα μέσα στην εβδομάδα, περίπου την περίοδο κατά την οποία ο Τραμπ αναμένεται να αποφασίσει αν θα επαναλάβει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Καμία από τις στρατιωτικές επιλογές δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει τις απειλές από τις φιλοϊρανικές δυνάμεις στην περιοχή, κυρίως τους Χούθι στην Υεμένη, οι οποίοι πρόσφατα εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας. Η εξουδετέρωση αυτών των δυνάμεων ήταν ένας από τους διακηρυγμένους στόχους του Τραμπ για τον πόλεμο. Νέα πλήγματα θα μπορούσαν επίσης να ωθήσουν προς τα πάνω τις τιμές του πετρελαίου, επιβαρύνοντας περαιτέρω οικονομικά τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους. Ένας αξιωματούχος ανέφερε επίσης στο περιοδικό ότι η πρόσφατη στροφή του Τραμπ εναντίον της Ουκρανίας οφειλόταν εν μέρει στην επιθυμία του να διοχετευτεί περισσότερη ρωσική ενέργεια στις διεθνείς αγορές, ώστε να αντισταθμιστούν οι επιπτώσεις μιας πιθανής αμερικανικής στρατιωτικής δράσης στη Μέση Ανατολή. Και η Τεχεράνη, όμως, έχει λόγο στις εξελίξεις: τυχόν αντίποινα θα μπορούσαν να κλιμακώσουν περαιτέρω τη σύγκρουση.
Βουλευτές έχουν ενημερωθεί για τμήματα των σχεδίων. Ορισμένοι δεν εντυπωσιάστηκαν. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής του Κονέκτικατ Κρις Μέρφι χαρακτήρισε όσα είδε «παράλογα». «Θα οδηγήσει σε καταστροφική κλιμάκωση και, πιθανότατα, στην καταστροφή της δέσμευσής μας στο κράτος δικαίου», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα στο Middle East Institute, think tank με έδρα την Ουάσιγκτον.
Ο Τραμπ δεν έχει ακόμη δώσει εντολή για επανάληψη των πληγμάτων, σύμφωνα με τους εξωτερικούς συμβούλους και τον κυβερνητικό αξιωματούχο που μίλησαν στο περιοδικό. Αν το πράξει, ενδέχεται να κρατήσει την απόφαση σε πολύ στενό κύκλο μέχρι την τελευταία στιγμή. Πριν από την έναρξη του πολέμου, ο Λευκός Οίκος δεν είχε ενημερώσει ούτε τους στενότερους συμμάχους του ούτε είχε ζητήσει τη γνώμη ανώτερων αξιωματούχων των υπουργείων Ενέργειας και Εμπορίου, οι οποίοι ενδεχομένως να είχαν προειδοποιήσει για την οικονομική ζημιά που θα προκαλούσε η κατάληψη των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, μιας ζωτικής σημασίας θαλάσσιας οδού για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.
Στο Πεντάγωνο, ο σχεδιασμός για μια πιθανή επανάληψη του πολέμου εξελίσσεται πλέον εν μέσω νέας ανησυχίας για τις εκκαθαρίσεις ανώτατων αξιωματικών από τον Χέγκσεθ. Έχει απολύσει ή εξαναγκάσει σε αποχώρηση περισσότερους από δύο δεκάδες στρατηγούς και ναυάρχους. Οι διοικητές συχνά λένε ότι αποστολή τους είναι να κρατούν τις εσωτερικές αναταράξεις μακριά από τα στρατεύματα, ώστε αυτά να επικεντρώνονται στην αποστολή τους. Ωστόσο, η αποπομπή του Σίλβια και οι κατηγορίες σε βάρος του πυροδότησαν νέο κύμα έντονων συζητήσεων για το τι συνέβη, ποιος μπορεί να είναι ο επόμενος και ποιο μήνυμα επιδίωκε να στείλει η απόλυση.
Ορισμένοι αξιωματούχοι στο Πεντάγωνο είπαν στο The Atlantic ότι υποψιάζονται πως ο Χέγκσεθ επιδίωκε να αποδυναμώσει τη θέση του Μικτού Επιτελείου, την ώρα που ο πρόεδρος αποτιμά τα αποτελέσματα του πολέμου. Ο Χέγκσεθ δεν έχει διστάσει στο παρελθόν να μεταθέσει αλλού τις ευθύνες για την έκβαση ενός πολέμου που ο ίδιος είχε υποστηρίξει. Νωρίτερα φέτος, σύμφωνα με πληροφορίες, είπε στον Τραμπ στο Καμπ Ντέιβιντ ότι για τις ελλείψεις πυρομαχικών ευθυνόταν ο αναπληρωτής υπουργός Άμυνας Στίβεν Φάινμπεργκ. Ο Φάινμπεργκ εξακολουθεί να βρίσκεται στη θέση του.
Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ δήλωσε ότι ο Χέγκσεθ είναι προσηλωμένος στην «προώθηση των κατάλληλων ανώτερων στρατιωτικών αξιωματικών σε θέσεις ηγεσίας και στην αποστρατεία όσων δεν είναι διατεθειμένοι να υπηρετήσουν αποτελεσματικά το μοναδικό πρόσωπο στην κυβέρνηση που έχει εκλεγεί από το σύνολο του αμερικανικού λαού: τον πρόεδρο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ».
Μια καταστροφική εκλογική βραδιά για τους Ρεπουμπλικανούς την Τρίτη δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι θα μειώσει τις πιθανότητες επανάληψης των εχθροπραξιών, παρά το βαρύ πολιτικό κόστος του πολέμου.
Στις ενδιάμεσες εκλογές του 2006, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν 31 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων και έξι στη Γερουσία, αποκτώντας τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου για πρώτη φορά από το 1994. Το αποτέλεσμα ερμηνεύθηκε ευρέως ως αποδοκιμασία του πολέμου του προέδρου Τζορτζ Μπους στο Ιράκ.
Αμέσως μετά τις εκλογές, ο Μπους απέδωσε τις απώλειες στον υπουργό Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ και τον εξώθησε σε αποχώρηση. Δύο μήνες αργότερα, διέταξε την ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ, εγκαινιάζοντας μία από τις πιο αιματηρές περιόδους του πολέμου.