ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΧΟΛΙΚΗ ΧΟΛΑΓΓΕΙΙΤΙΔΑ (PBC): Μία υποδιαγνωσμένη πάθηση του ήπατος

Διαβάζεται σε 4'
ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΧΟΛΙΚΗ ΧΟΛΑΓΓΕΙΙΤΙΔΑ (PBC): Μία υποδιαγνωσμένη πάθηση του ήπατος
UNSPLASH

Η πρωτοπαθής χολική χολαγγειίτιδα (Primary Biliary Cholangitis, PBC) είναι αυτοάνοση, χολοστατική πάθηση του ήπατος (συκωτιού), που προσβάλλει τα ενδοηπατικά χολαγγεία, τους μικρούς αγωγούς, που μεταφέρουν τη χολή από το ήπαρ στο έντερο. Αποτελεί τη συχνότερη χρόνια χολοστατική νόσο στους ενήλικες και έχει συχνά εξελικτική πορεία σε κίρρωση τελικού σταδίου. Η συνήθης ηλικία εμφάνισής της εντοπιζεται στην 5η δεκαετία της ζωής με σημαντική υπεροχή του θήλεος φύλου (μέχρι και 90% των ασθενών είναι γυναίκες).

Η PBC θεωρείται αυτοάνοση πάθηση και δεν προκαλείται από τις διατροφικές συνήθειες ή τον τρόπο ζωής. Η αιτιολογία της θεωρείται ότι αποτελεί ένα συνδυασμό γενετικής προδιάθεσης και πιθανής επίδρασης περιβαλλοντικών επιδράσεων, όπως μεταξύ άλλων, η επίδραση χημικών ουσιών και μικροοργανισμών.

Σε σημαντικό ποσοστό ασθενών (μέχρι και 50%) η αρχική διάγνωση της PBC τίθεται σε ασυμπτωματικό στάδιο. Συχνότερα συμπτώματα της νόσου είναι η κόπωση (αναφέρεται από τα 2/3 περίπου των ασθενών) και ο κνησμός (φαγούρα). Η έντονη και ανεξήγητη κόπωση είναι ένα από τα πιο συχνά συμπτώματα της PBC. Δεν πρόκειται πάντα για την κούραση μετά από μια δύσκολη ημέρα, αλλά συχνά για μια εξάντληση, που μπορεί να επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα ενός ανθρώπου. O κνησμός εμφανίζεται στο 20-70% των ασθενών, είναι τοπικός ή γενικευμένος και μπορεί να είναι κατά περιόδους πολύ έντονος, ιδίως κατά τις νυκτερινές ώρες. Σπανιότερα αρχικά συμπτώματα της PBC είναι ο ήπιος πόνος στο άνω-δεξιό μέρος της κοιλιάς, η ανορεξία και ο ίκτερος. Αρκετοί ασθενείς έχουν συνυπάρχοντα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως είναι τα σύνδρομα Sjοgren, Raynaud και CREST , το σκληρόδερμα και η θυρεοειδίτιδα Hashimoto.

Η διάγνωση τίθεται όταν πληρούνται δύο από τα παρακάτω τρία κριτήρα: α) αυξημένα χολοστατικά ένζυμα (αλκαλική φωσφατάση και/ή γ-GT, β) παρουσία στον ορό αντιμιτοχονδριακών αντισωμάτων (ΑΜΑ) ή κάποιων άλλων, ειδικών για τη νόσο αντιπυρηνικών αντισωμάτων και γ) τυπική ιστολογική εικόνα σε βιοψία ήπατος. Στην κλινική πράξη η ανεύρεση θετικών ΑΜΑ σε ασθενή, ειδικά μεσήλικη γυναίκα, με αυξημένα χολοστατικά ένζυμα, στην οποία έχουν αποκλεισθεί τα υπόλοιπα αίτια για αυτή την αύξηση πρακτικά τεκμηριώνει τη διάγνωση της PBC. Τα ΑΜΑ αποτελούν τον πιο ειδικό δείκτη της νόσου και ανιχνεύονται στον ορό σε ποσοστό 90-95% των ασθενών. Οι τρανσαμινάσες μπορεί να είναι αυξημένες, ενώ η χολερυθρίνη είναι συνήθως φυσιολογική στα αρχικά στάδια της νόσου. Επίσης, χαρακτηριστική διαταραχή είναι η αύξηση των επιπέδων της χοληστερόλης, η οποία όμως δε φαίνεται να σχετίζεται με αθηροσκληρωτική νόσο.

Bάση της θεραπείας είναι το ουρσοδεοξυχολικό οξύ (ursodeoxycholic acid, UDCA), η χορήγηση του οποίου οδηγεί σε βελτίωση και/ή ομαλοποίηση των χολοστατικών ενζύμων και σημαντική αύξηση και/ή ομαλοποίηση του προσδόκιμου της επιβίωσης. Το φάρμακο χοηγείται δια βίου σε δόση 13-15 mg / Kg σωματικού βάρους και έχει ελάχιστες παρενέργειες. Εντούτοις, σημαντικό ποσοστό ασθενών (20-40%) δεν εμφανίζει πλήρη ανταπόκριση στην αγωγή με UDCA. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθούν νεότεροι φαρμακευτικοί παράγοντες, που ανήκουν στην κατηγορία των αγωνιστών των υποδοχέων PPAR α και δ (υποδοχείς, που δρουν στον πυρήνα των κυττάρων), και οι οποίοι μπορούν να οδηγήσουν σε βιοχημική ανταπόκριση, αλλά και ύφεση των συμπτωμάτων της νόσου (κόπωση και κνησμός).

Η πρόγνωση των ασθενών καθορίζεται κυριότερα από το στάδιο της νόσου κατά τη διάγνωση, όπως αυτό καθορίζεται με βιοψία ήπατος ή συνηθέστερα στην κλινική πράξη με διενέργεια ελαστογραφίας (μιας απλής εξέτασης, που ανιχνεύει το στάδιο της ίνωσης/ακαμψίας του ήπατος) και από τη βιοχημική ανταπόκριση στη θεραπεία. Η ορθή διάγνωση και αντιμετώπιση της PBC συντελεί σημαντικά στην ανίχνευση των ασθενών και στην έγκαιρη έναρξη της θεραπείας. Για αυτό το σκοπό η σωστή αξιολόγηση των αυξημένων χολοστατικών ενζύμων (αλκαλική φωσφατάση και/ή γGT) και των συμπτωμάτων της νόσου (κόπωση και κνησμός), που εύκολα μπορεί να αγνοηθούν, αποκτά θεμελιώδη σημασία.

 

Μανώλης Σινάκος
Καθηγητής Παθολογίας – Ηπατολογίας Α.Π.Θ.
Δ΄Παθολογική Κλινική
Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα