Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο ΡΟΑΛΝΤ ΝΤΑΛ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ – Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΚΙΑ ΕΝΟΣ “ΓΙΓΑΝΤΑ”

Ο Γιώργος Σκεύας και οι πρωταγωνιστές του «Γίγαντα» μιλούν στο NEWS 24/7 για την πολιτική ευθύνη, τον αντισημιτισμό και τις αντιφάσεις του διάσημου συγγραφέα Ρόαλντ Νταλ, σε μια παράσταση επικίνδυνα επίκαιρη.

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος στέκεται στη σκηνή του ιστορικού Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής και, σχεδόν από την πρώτη στιγμή, σε κάνει να ξεχάσεις ότι παρακολουθείς έναν ηθοποιό να υποδύεται τον Ρόαλντ Νταλ, τον διάσημο συγγραφέα του «Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας», της «Ματίλντα» και των «Μαγισσών». Μπροστά σου βρίσκεται ένας άνθρωπος εκρηκτικός, ευφυής, βαθιά αντιφατικός. Ένας άνθρωπος που μπορεί να σε κερδίσει και την επόμενη στιγμή να σε παγώσει με τη σκληρότητα των λόγων του.

Ο Γιώργος Σκεύας συστήνει στο ελληνικό κοινό τον «Γίγαντα» του Μαρκ Ρόζενμπλατ και υπογράφει τη σκηνοθεσία, τη μετάφραση, τα σκηνικά και τα κοστούμια. Στήνει μπροστά μας έναν κόσμο που τίποτα δεν είναι τόσο απλό όσο αρχικά φαίνεται. Η ατμόσφαιρα πυκνή, σχεδόν απειλητική, οι εντάσεις υποδόριες και οι σιωπές εξίσου σημαντικές με τις λέξεις.

Το έργο του του Μαρκ Ρόζενμπλατ, που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα και κάνει πρεμιέρα στις 31 Οκτωβρίου, μας μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1983, στο σπίτι του Ρόαλντ Νταλ στην αγγλική εξοχή. Ο διάσημος συγγραφέας βρίσκεται στο απόγειο της φήμης του, αλλά μια δημόσια τοποθέτησή του έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Με αφορμή την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο το 1982, ο Νταλ έχει διατυπώσει απόψεις στις οποίες η καταδίκη της στρατιωτικής βίας συνυπάρχει με απροκάλυπτα αντισημιτικά στερεότυπα.

Ο εκδότης του, η μνηστή του και μια εκπρόσωπος του αμερικανικού εκδοτικού οίκου επιχειρούν να τον πείσουν να ανασκευάσει. Εκείνος αρνείται και η συζήτηση εξελίσσεται σε μια ανελέητη σύγκρουση για την ελευθερία του λόγου, την ευθύνη του καλλιτέχνη και τα όρια ανάμεσα στην πολιτική κριτική και στη ρητορική μίσους.

Ανδρέας Σιμόπουλος

Δίπλα στον Άρη Λεμπεσόπουλο, οι Αμαλία Αρσένη, Ελένη Ρουσσινού, Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης και Γιώτα Καραχάλιου συγκροτούν ένα σύνολο χαρακτήρων με διαφορετικές εμπειρίες, επιθυμίες και αντιφάσεις. Κανείς δεν βρίσκεται εκεί απλώς για να επιβεβαιώσει ή να αντικρούσει τον Νταλ. Καθένας φέρει τη δική του αλήθεια και αναγκάζεται να αναμετρηθεί με την αλήθεια των άλλων.

Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο του «Γίγαντα» είναι, ωστόσο, η επικαιρότητά του. Παρακολουθείς ένα έργο που διαδραματίζεται το 1983 και πραγματικά μοιάζει να συνομιλεί απευθείας με το 2026. Ο πόλεμος, η Παλαιστίνη, ο αντισημιτισμός, η δημόσια καταδίκη, η δυσκολία του διαλόγου.

Στο διάλειμμα της πρόβας τους μιλήσαμε με τους συντελεστές της παράστασης για τον πραγματικό Ρόαλντ Νταλ και τις αντιφάσεις του, για τη σχέση της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας με την ηθική ευθύνη, για το δικαίωμα στην αμφιβολία και για τη δυσκολία να ακούμε πραγματικά τον άλλον. Κυρίως, όμως, μιλήσαμε για ένα θέατρο που δεν φοβάται να μας φέρει σε δύσκολη θέση και για ένα θέατρο που αν μη τι άλλο μας δίνει χώρο να σκεφτούμε…

Ο Γίγαντας

“Αναζητώ διαρκώς νέα θεατρικά κείμενα, γιατί τα τελευταία είκοσι χρόνια υπάρχει ένα σημαντικό έλλειμμα στη σύγχρονη δραματουργία διεθνώς. Δύο χρόνια πριν έμαθα ότι ο «Γίγαντας» παρουσιάστηκε στο Royal Court, μια ιστορική σκηνή του Λονδίνου με την οποία έχω μια ιδιαίτερη σχέση μέσα από έργα που έχω ανεβάσει στο παρελθόν, θέλησα να τον διαβάσω. Και τον ερωτεύτηκα αμέσως” αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γιώργος Σκεύας.

Και συνεχίζει: “Αυτό που με γοήτευσε στη γραφή του Mark Rosenblatt είναι το γεγονός ότι ισορροπεί διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού. Ο Rosenblatt, παρότι προέρχεται από τη σκηνοθεσία και ο «Γίγαντας» είναι το πρώτο του θεατρικό έργο, έχει δημιουργήσει πρόσωπα ζωντανά, αντιφατικά, που δεν χωρούν σε εύκολες κατηγοριοποιήσεις.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός πως όλα εκτυλίσσονται σε έναν και μοναδικό χώρο, σαν ένα κινηματογραφικό μονοπλάνο. Ο χρόνος της παράστασης ταυτίζεται ουσιαστικά με τον χρόνο των γεγονότων. Δεν υπάρχουν χρονικά άλματα, παρά μόνο μια μικρή παύση ανάμεσα στα δύο μέρη.
Έχω ασχοληθεί ξανά με αυτή τη συνθήκη, στη «Ράβδο» του Ντέιβιντ Χέαρ που επίσης εξελίσσεται σε πραγματικό χρόνο, χωρίς αλλαγές σκηνικού.

Αυτό για μένα συνιστά επιστροφή στην ίδια την ουσία του θεάτρου, το βλέπω ως ένα είδος αντίδοτου στον αδιάκοπο βομβαρδισμό των εικόνων που δεχόμαστε καθημερινά, εικόνων που συχνά αλλοιώνονται, δημιουργούν μια στιγμιαία εντύπωση και εξαφανίζονται σχεδόν αμέσως.

Στο θέατρο, αντίθετα, καλείσαι να παραμείνεις παρών. Να μοιραστείς με τους ανθρώπους της σκηνής τον ίδιο χώρο, τον ίδιο χρόνο, την ίδια ανάσα”.

Ανδρέας Σιμόπουλος

Σαν μια επιστροφή στις αρχές της αρχαίας τραγωδίας;

“Απολύτως. Είναι μια παράξενη, αλλά ουσιαστική επιστροφή στις ρίζες της δραματουργίας” λέει ο Γιώργος Σκεύας και ο Άρης Λεμπεσόπουλος προσθέτει: “Και μένα με γοητεύει ιδιαίτερα πως όλα συμβαίνουν στο τώρα. Δεν υπάρχει αναπόληση ούτε επιστροφή στο παρελθόν. Οι συγκρούσεις ξεδιπλώνονται μπροστά μας, σε πραγματικό χρόνο. Κι αυτό δημιουργεί έναν πυρετό, μια ένταση που δεν επιτρέπει στους χαρακτήρες να απομακρυνθούν ούτε στιγμή από όσα συμβαίνουν”.

Ποιος είναι ο Ρόαλντ Νταλ, ο Γίγαντας

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος σκιαγραφεί τον Ρόαλντ Νταλ που υποδύεται: “Ομολογώ ότι δεν γνώριζα σχεδόν τίποτα για τον Ρόαλντ Νταλ. Ανακαλύπτοντάς τον, βρέθηκα μπροστά σε έναν άνθρωπο που έζησε πολλές ζωές μέσα σε μία. Πολέμησε, υπήρξε συγγραφέας, κατάσκοπος, εφευρέτης, οικογενειάρχης. Μια προσωπικότητα πολυσύνθετη, που δύσκολα μπορείς να την ορίσεις.

Ακόμη προσπαθώ να ανακαλύψω τη δική μου σχέση μαζί του. Γιατί, όσο κι αν μελετάς έναν άνθρωπο, αναπόφευκτα παρεμβάλλεται ο δικός σου εαυτός. Και τότε τα όρια γίνονται ασαφή. Είναι μια διαρκής αναζήτηση, μια προσπάθεια να πλησιάσω κάποιον που στην πραγματικότητα δεν θα γνωρίσω ποτέ.
Όσο διαβάζω τα βιβλία του, τόσο περισσότερο ανακαλύπτω τις αντιφάσεις του. Υπάρχει μέσα του μια βαθιά τρυφερότητα, αλλά και κάτι τρομακτικό. Ακόμη και στα παιδικά του βιβλία συνυπάρχουν ο φόβος, το δέος και μια απίστευτη ευαισθησία. Το σκοτάδι και το φως βρίσκονται διαρκώς το ένα δίπλα στο άλλο.

Και αυτή είναι η μεγάλη υποκριτική πρόκληση: πώς αποτυπώνεις όλες αυτές τις αντιφάσεις και τις απότομες συναισθηματικές μεταπτώσεις ενός ανθρώπου μέσα σε τόσο περιορισμένο χρόνο;”

Γιατί το έργο ονομάζεται «Γίγαντας»;

“Ο Ρόαλντ Νταλ υπήρξε ένας πραγματικός γίγαντας της λογοτεχνίας, μια σχεδόν μυθική μορφή των αγγλικών γραμμάτων, ιδιαίτερα της παιδικής λογοτεχνίας. Παρά τις αντιφάσεις και τις σκοτεινές πλευρές της προσωπικότητάς του, η επιρροή του παραμένει τεράστια” διευκρινίζει ο Γιώργος Σκεύας.

Και ο Άρης Λεμπεσόπουλος συνεχίζει: “Και είναι βιβλία που δεν απευθύνονται αποκλειστικά στα παιδιά. Διαβάζοντας τον «Απίθανο κύριο Φοξ» ή τον «Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας», αναρωτιέμαι καμιά φορά σε ποια ηλικία μπορεί κανείς να τα κατανοήσει πραγματικά. Ίσως ένας ενήλικας να ανακαλύπτει μέσα τους πράγματα που ένα παιδί αντιλαμβάνεται διαφορετικά¨”.

Ανδρέας Σιμόπουλος

Τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου…

Ο Γιώργος Σκεύας κάνει αμέσως μία επισήμανση: “Έχει ενδιαφέρον ότι σχεδόν όλα τα πρόσωπα του έργου υπήρξαν πραγματικά. Η μοναδική εξαίρεση είναι η Αμερικανίδα εκπρόσωπος του εκδοτικού οίκου, την οποία επινόησε ο Mark Rosenblatt για τις ανάγκες της δραματουργίας”.

Η Γιώτα Καραχάλιου ερμηνεύει τη Χάλι είναι μια νέα γυναίκα, μόλις 26 ετών. “Η Χάλι έχει έρθει από τη Νέα Ζηλανδία και έχει συνδεθεί βαθιά με τους ανθρώπους αυτού του σπιτιού. Εκείνο που με συγκινεί περισσότερο είναι το θάρρος της να ανακαλύπτει τον κόσμο, να ανοίγεται στις σχέσεις, αποδεχόμενη όχι μόνο την ομορφιά αλλά και το τίμημα που αυτές εμπεριέχουν.

Η θέση της, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Από τη μια συμμετέχει συναισθηματικά σε όσα συμβαίνουν γύρω της, από την άλλη διατηρεί μια αναγκαία απόσταση. Ανήκει και δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο. Κινείται διαρκώς σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον παρατηρητή και στον άνθρωπο που εμπλέκεται ενεργά στα γεγονότα”.

Η Αμαλία Αρσένη παίρνει τον λόγο και μας συστήνει την Τζέσι. “Είναι ένας χαρακτήρας που αγαπώ ιδιαίτερα, γιατί συγκεντρώνει πολλές, συχνά αντιφατικές, πλευρές μιας γυναίκας. Είναι περίπου 35 ετών, μητέρα και μια φιλόδοξη επαγγελματίας που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην καριέρα και στην οικογένειά της.
Είναι επίσης η ξένη, εκείνη που εισβάλλει σε έναν ήδη διαμορφωμένο κόσμο και ανατρέπει τις ισορροπίες του. Φτάνει στο σπίτι του Νταλ αποφασισμένη να κάνει σωστά τη δουλειά της, όμως τα πράγματα εξελίσσονται πολύ διαφορετικά από όσα υπολόγιζε.

Το καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητάς της είναι ότι είναι Εβραία. Η παρουσία της φέρνει στο προσκήνιο μια διαφορετική οπτική απέναντι στο κεντρικό ζήτημα του έργου και δημιουργεί μια έντονη, ουσιαστική σύγκρουση”.

Ο Γίγαντας
Ανδρέας Σιμόπουλος

Και συνεχίζει: “Αυτό που βρίσκω συναρπαστικό στον «Γίγαντα» είναι ότι κανένας χαρακτήρας δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια. Υπάρχουν στιγμές που καταλαβαίνεις τους πάντες και, την ίδια στιγμή, αδυνατείς να συμφωνήσεις απόλυτα με οποιονδήποτε.

Προσωπικά, αισθάνομαι βαθιά αλληλεγγύη προς τον παλαιστινιακό λαό. Κι όμως, μέσα από τον ρόλο μου, πιάνω τον εαυτό μου να κατανοεί και να πιστεύει βαθιά όσα υποστηρίζει η Τζέσι.
Φυσικά, αυτό είναι μέρος της υποκριτικής διαδικασίας. Αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει και κάτι πολύ ουσιαστικό για το ίδιο το έργο: πόσο εύθραυστα είναι τα όρια ανάμεσα στις προσωπικές μας πεποιθήσεις και στην αλήθεια του άλλου”.

Ο Γιώργος Σκεύας υπενθυμίζει πως: “Βρισκόμαστε στο 1983, στον απόηχο της ισραηλινής εισβολής στον Λίβανο και των όσων που ακολούθησαν. Αυτή είναι η ιστορική συνθήκη μέσα στην οποία εκτυλίσσεται το έργο”.

Ο Τομ Μάσλερ…

Ο Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης υποδύεται τον Τομ Μάσλερ, ένα υπαρκτό πρόσωπο, εβραϊκής καταγωγής, με τη δική του, ιδιαίτερη στάση απέναντι στο Ισραήλ. “Ήταν σπουδαία προσωπικότητα και επικεφαλής του ιστορικού εκδοτικού οίκου Jonathan Cape, που εξέδιδε τα βιβλία του Ρόαλντ Νταλ, με σπάνιο ένστικτο στην αναγνώριση της λογοτεχνικής αξίας.. Συνέβαλε καθοριστικά στην καθιέρωσή του και τον έφερε σε επαφή με τον εικονογράφο Κουέντιν Μπλέικ, του οποίου τα σχέδια έγιναν αναπόσπαστο μέρος του κόσμου των βιβλίων του.

Στο έργο λειτουργεί ως μια ασπίδα προστασίας ανάμεσα στην εκρηκτική προσωπικότητα του Νταλ και στον έξω κόσμο. Είναι ένας πραγματικός φίλος, που τον θαυμάζει, τον κατανοεί βαθιά και προσπαθεί να τον προστατεύσει ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό. Προσπαθεί να κατευνάσει τις εντάσεις, να βρει μια πιο διπλωματική διέξοδο, εκεί όπου ο Νταλ επιλέγει τη σύγκρουση.

Κι αυτή είναι, νομίζω, η ιδιαίτερη δυσκολία της σχέσης τους: πώς προστατεύεις έναν άνθρωπο που αγαπάς και θαυμάζεις, όταν εκείνος αρνείται πεισματικά να προστατεύσει τον εαυτό του;”

Ο Γίγαντας
Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος υπογραμμίζει πως: “Ο Νταλ είχε πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως πιλότος, με δράση στη Μέση Ανατολή. Είχε ζήσει από κοντά τον πόλεμο και γνώριζε την πραγματικότητα αυτών των περιοχών. Επομένως, είχε μια ιδιαίτερη βιωματική σχέση με όλα αυτά. Πιστεύω πως τα γεγονότα εκείνης της εποχής τον συγκλόνισαν βαθιά. Του ράγισαν την καρδιά. Και αυτό είναι ένα στοιχείο που με συγκινεί στον χαρακτήρα του”.

Ο Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης σημειώνει πως: “Είναι πολύ εύστοχη η επιλογή του συγγραφέα να συνδέσει κάθε πρόσωπο του έργου, με διαφορετικό τρόπο, με την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο. Κανείς δεν βρίσκεται εκεί ως ουδέτερος παρατηρητής. Ο καθένας κουβαλά τη δική του σχέση με τα γεγονότα, τη δική του εμπειρία και οπτική. Και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο τα διαχειρίζεται, αναδύονται οι συγκρούσεις του έργου”.

Η Ελένη Ρουσσινού υποδύεται τη Φελίσιτι, τη μνηστή του Νταλ. “Είναι 45 ετών, αρκετά νεότερή του, και πρόκειται να γίνει η δεύτερη σύζυγός του, έπειτα από μια σχέση που για ένα διάστημα παρέμεινε κρυφή.

Η Φελίσιτι τον θαυμάζει απεριόριστα, είναι ερωτευμένη μαζί του και θέλει να τον παντρευτεί, παρά τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις του. Για να σταθείς δίπλα σε έναν τόσο εκρηκτικό άνθρωπο, χρειάζεται κι εσύ να διαθέτεις ένα ιδιαίτερο θάρρος. Ίσως αυτή να είναι και η δική της γενναιότητα.

Ο Νταλ είναι μια φωτιά που καίει. Καίει τον ίδιο, τους γύρω του, τις σχέσεις του. Αυτή η ένταση, η άρνησή του να μείνει αμέτοχος στα γεγονότα, με συγκινεί πολύ. Νομίζω πως σήμερα μας λείπει το θάρρος να παίρνουμε θέση και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των λόγων μας.

Ταυτόχρονα, εκεί βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση του ήρωα. Γιατί ξεκινά από μια δίκαιη θέση και χάνει το δίκιο του εξαιτίας του τρόπου που την υπερασπίζεσαι. Ο Νταλ υπερασπίζεται τους Παλαιστινίους, όμως το πάθος του γίνεται τόσο ανεξέλεγκτο, ώστε τα λόγια του καταλήγουν να ασκούν τα ίδια βία”.

Ο Γίγαντας
Ανδρέας Σιμόπουλος

Οι πολιτικές διαστάσεις

Το έργο μάς μεταφέρει στο 1983, κι όμως όσα διαδραματίζονται στη σκηνή μοιάζουν ανατριχιαστικά σημερινά. Πόσο τελικά επαναλαμβάνεται η Ιστορία;

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος απαντά πως: “Είναι μια πληγή που αιμορραγεί αδιάκοπα εδώ και δεκαετίες, από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948. Μια πληγή που δεν έχει κλείσει ποτέ, ανεξάρτητα από την πλευρά από την οποία την κοιτάζει κανείς.”

Ο Γιώργος Σκεύας λέει πως “είναι ένα έργο που κινείται διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού. Παρότι η ιστορία του εκτυλίσσεται πριν από περισσότερα από σαράντα χρόνια, μιλά με τρομακτική ακρίβεια για όσα βιώνουμε σήμερα. Και αναρωτιέσαι πόσο τελικά η Ιστορία επαναλαμβάνεται, πόσο δύσκολα μπορούμε να ξεφύγουμε από το παρελθόν μας.

Εκείνο που βρίσκω εξαιρετικά ευφυές είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Mark Rosenblatt συνέλαβε την ιδέα του έργου. Όλα ξεκίνησαν όταν ανακάλυψε ένα πραγματικό κείμενο του Ρόαλντ Νταλ, μια κριτική που είχε δημοσιεύσει για ένα βιβλίο με φωτογραφίες και μαρτυρίες από τον πόλεμο στον Λίβανο το 1982.

Ανδρέας Σιμόπουλος

Χρησιμοποίησε, με ελάχιστες παραλλαγές, τα ίδια τα λόγια του Νταλ και γύρω από αυτό το ιστορικό ντοκουμέντο δημιούργησε μια ολόκληρη θεατρική συνθήκη. Πήρε, δηλαδή, ένα πραγματικό γεγονός και φαντάστηκε τις ανθρώπινες συγκρούσεις που θα μπορούσε να προκαλέσει.

Το συγκλονιστικό είναι ότι το έργο γράφτηκε πριν από τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε στη Γάζα. Κι όμως, μοιάζει σαν να γράφτηκε για το σήμερα.

Είναι ένα έργο επικίνδυνα επίκαιρο. Παλλόμενο, ζωντανό, σαν να κυλά πραγματικό αίμα μέσα στις λέξεις του. Τα πρόσωπα δεν αναπαριστούν απλώς μια ιστορική στιγμή. Κουβαλούν πάνω τους το βάρος μιας Ιστορίας που εξακολουθεί να μας καθορίζει.

Αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό συναίσθημα που έχουμε όλοι δουλεύοντας την παράσταση: σαν να απλώνεται ακόμη πάνω μας η βαριά σκιά του 20ού αιώνα. Σαν να κουβαλάμε όλες τις συγκρούσεις, τα τραύματα και τις αντιφάσεις του, χωρίς να μπορούμε πραγματικά να απελευθερωθούμε από αυτά”.

Πόσο εγκλωβισμένοι είμαστε τελικά στον φαύλο κύκλο της Ιστορίας;

“Το ερώτημα είναι πώς και πότε θα καταφέρουμε να τον σπάσουμε” αναφέρει η Αμαλία Αρσένη.
Και συνεχίζει: “Εκεί βρίσκεται και η δύναμη του θεάτρου. Μπορεί να σε φέρει αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που συχνά προσπερνάς, να σε ταρακουνήσει, να σε κάνει να αναρωτηθείς για τη δική σου ευθύνη. Ακόμη και να σε ωθήσει να ανατρέξεις στην Ιστορία, να καταλάβεις καλύτερα όσα συμβαίνουν γύρω σου.

Ο «Γίγαντας» μάς υπενθυμίζει ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται, ότι δεν μπορούμε να μένουμε αμέτοχοι και, κυρίως, ότι η βία γεννά βία, από όποια πλευρά κι αν προέρχεται. Καμία μορφή βίας δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητα αποδεκτή”.

Τι σημαίνει, όμως, σήμερα «παίρνω θέση»; Και σε μια εποχή που όλοι εκφράζουμε δημόσια τις απόψεις μας, συχνά με μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, πού αρχίζει η πραγματική ανάληψη ευθύνης;

Ο Γιώργος Σκεύας είναι κάθετος: “Για μένα, το να παίρνεις θέση σημαίνει πρωτίστως να δίνεις χώρο. Χώρο στον άλλον, στον αντίλογο, στην πολυπλοκότητα των πραγμάτων. Αυτή είναι μια βαθιά υπεύθυνη στάση.
Την Ιστορία τη ζούμε καθημερινά. Ανοίγουμε την πόρτα και πέφτουμε πάνω της. Κουβαλάμε τη δική μας, αλλά και τη συλλογική μνήμη του κόσμου μέσα στον οποίο μεγαλώσαμε.

Δεν αρκεί, λοιπόν, να δηλώνεις «εγώ πιστεύω αυτό» και να βάζεις μια τελεία. Χρειάζεται να δημιουργείς τις συνθήκες ώστε να ακουστούν και οι άλλες φωνές, να αναδειχθούν οι αντιφάσεις και οι διαφορετικές ανθρώπινες εμπειρίες.

Γιατί η πολιτική, στην ουσία της, είναι οι άνθρωποι και οι μεταξύ τους σχέσεις. Και υπάρχει κάτι ακόμη που θεωρώ σχεδόν ιερό: η ανάληψη της ευθύνης. Είναι διαφορετικό πράγμα από την απλή διατύπωση μιας θέσης. Πιστεύω ότι πρώτα οφείλουμε να αναλαμβάνουμε την προσωπική μας ευθύνη, ακόμη και σε καθημερινό επίπεδο, και έπειτα να διαμορφώνουμε τη στάση μας απέναντι στον κόσμο.
Χωρίς χώρο για τον άλλον, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος. Είμαστε όλοι διαφορετικοί, με κοινές ανάγκες αλλά και βαθιές αποκλίσεις. Αυτή η μοναδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι κάτι που οφείλουμε να σεβαστούμε”.

Ο Γίγαντας
Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης προσθέτει: “Και νομίζω πως αυτή ακριβώς είναι η δύναμη του έργου. Μέσα από τους χαρακτήρες ακούγονται τουλάχιστον τρεις διαφορετικές οπτικές για το ίδιο ζήτημα. Η συνύπαρξή τους δεν μας εγκλωβίζει, αντίθετα, μπορεί να μας βοηθήσει να βγούμε από τα στενά όρια της δικής μας σκέψης.
Ο συγγραφέας δεν επιβάλλει μία και μοναδική απάντηση. Αφήνει τις διαφορετικές θέσεις να συγκρουστούν και μας καλεί να αναμετρηθούμε μαζί τους.
Με έναν παράδοξο, πολύ ευφυή τρόπο, ο «Γίγαντας» παίρνει και δεν παίρνει θέση ταυτόχρονα”.

Και συνεχίζει: “Σήμερα, με τα κοινωνικά δίκτυα, είναι πολύ εύκολο να εκφράσεις μια άποψη. Το ερώτημα είναι πόση ουσία υπάρχει πίσω από αυτήν. Το να συζητάς, όμως, ανοιχτά, να εκτίθεσαι στον διάλογο και να ακούς πραγματικά τον άλλον, είναι από μόνο του μια στάση απέναντι στα πράγματα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στο έργο”.

Το χιούμορ

Ωστόσο, μέσα σε όλη αυτή την πολιτική και ηθική ένταση, υπάρχει και κάτι αναπάντεχο: το χιούμορ. Ένα σαρδόνιο, σχεδόν επικίνδυνο χιούμορ. Ομολογώ ότι γέλασα αρκετές φορές, παρότι δεν γελάω εύκολα!

Ο Γιώργος Σκεύας λέει: “Πράγματι, το έργο διαθέτει ένα πολύ ιδιαίτερο χιούμορ, που κι αυτό ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού. Αναδύεται μέσα από τις πιο φορτισμένες, ακόμη και επικίνδυνες στιγμές, και λειτουργεί ως αντίβαρο στη σοβαρότητα των όσων διακυβεύονται. Χάρη σε αυτό, το έργο δεν γίνεται ποτέ σοβαροφανές”.

Και ο Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης αναφέρει: “Είναι ένα από τα μεγάλα προτερήματα της γραφής του Rosenblatt. Το έργο ξεκινά σχεδόν ανάλαφρα, χωρίς να σου αποκαλύπτει προς τα πού κατευθύνεται. Κι έπειτα, ανεπαίσθητα, οι ισορροπίες αρχίζουν να διαταράσσονται, οι σχέσεις να δοκιμάζονται και όσα βρίσκονταν κρυμμένα κάτω από την επιφάνεια να έρχονται στο φως. Αυτή η σταδιακή μετατόπιση από το χιούμορ στην ένταση είναι εξαιρετικά δουλεμένη”.

Ο Γίγαντας
Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Ρόαλντ Νταλ είναι τελικά ήρωας ή αντιήρωας; Πού βρίσκεται άραγε το όριο ανάμεσα στον θαυμασμό και στην αποκαθήλωση;

“Νομίζω πως ανάμεσα στον ήρωα και στον αντιήρωα υπάρχει μια εξαιρετικά λεπτή γραμμή. Άλλωστε, αυτό συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή.

Ο Rosenblatt δεν φοβάται κανένα από τα πρόσωπά του. Τα αντιμετωπίζει όλα με την ίδια γενναιοδωρία, χωρίς να τα καταδικάζει ή να τα εξιδανικεύει. Κι αυτή είναι η κατεύθυνση που προσπαθούμε να ακολουθήσουμε και στην παράσταση: να φωτίσουμε τους χαρακτήρες από διαφορετικές πλευρές. Σαν να αλλάζει κάθε τόσο το φως και να αποκαλύπτεται μια άλλη όψη του ίδιου ανθρώπου.

Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη που δεν πρέπει να ξεχνάμε: η τεράστια φαντασία του Ρόαλντ Νταλ. Πέρα από τις απόψεις και τις αντιφάσεις του, υπήρξε ένας σπουδαίος παραμυθάς. Δημιούργησε ένα ολόκληρο σύμπαν και είχε αυτό το σπάνιο χάρισμα να σε καθηλώνει με τη δύναμη της αφήγησης.

Και αυτό, τελικά, είναι κάτι αρχετυπικό. Τι άλλο είναι η τέχνη, αν όχι η ανάγκη να αφηγηθούμε μια ιστορία και να τη μοιραστούμε με τους άλλους;” απαντά ο Γιώργος Σκεύας.

Υπάρχει τελικά κάθαρση στον «Γίγαντα»; Μπορούν οι ήρωες να φτάσουν σε μια μορφή λύτρωσης ή είναι καταδικασμένοι να κουβαλούν τις σκιές τους;

Ο Άρης Λεμπεσόπουλος απαντά: Δεν ξέρω αν υπάρχει κάθαρση. Ο Ρόαλντ Νταλ δεν είναι ένα επινοημένο πρόσωπο και δεν μπορώ να γνωρίζω τι πραγματικά συνέβαινε μέσα του, πέρα από όσα εξέφρασε δημόσια. Έχω την αίσθηση πως κάποιες σκιές παρέμειναν. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία του έργου: δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε μια βολική λύτρωση.

Βέβαια, αν κάναμε αυτή τη συζήτηση ξανά σε τρεις μήνες, μπορεί να σου έλεγα κάτι εντελώς διαφορετικό. Μια παράσταση αποκτά άλλη ζωή όταν αρχίζεις να αφουγκράζεσαι την ενέργεια της πλατείας, τις αντιδράσεις, ακόμη και τις σιωπές της.

Αυτό που μπορώ να πω τώρα είναι ότι ο «Γίγαντας» καταλήγει κάπου πολύ προσωπικά. Δεν τελειώνει με τις δημόσιες δηλώσεις, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις ή με μια οριστική απάντηση για το ποιος είχε δίκιο.
Τελειώνει εκεί όπου, τελικά, καταλήγουν όλα: στις ανθρώπινες σχέσεις. Σε μια στιγμή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, σε έναν αποχαιρετισμό, ίσως ακόμη και σε μια σιωπή. Εκεί όπου όσα δεν λέγονται μπορεί να έχουν μεγαλύτερο βάρος από όσα ειπώθηκαν.”

Η Αμαλία Αρσένη αναφέρει: “Νομίζω ότι η κάθαρση για τον καθένα σημαίνει κάτι διαφορετικό. Γιατί, αν πάμε να την ορίσουμε by the book, ως την επαναφορά της δικαιοσύνης, ας πούμε, κανείς δεν δικαιώνεται ουσιαστικά στο τέλος. Όλα παραμένουν ανοιχτά και μετέωρα”.
“Το έργο τελειώνει μέσα σε μια γαλήνη. Και συνειδητοποιείς ότι αυτή η γαλήνη της θάλασσας είναι ταυτόχρονα ένα τεράστιο κύμα, το οποίο καβαλάς. Το πιο μεγάλο κύμα που μπορεί να φανταστεί κανείς” καταλήγει ο Γιώργος Σκεύας.

Info:

Η παράσταση θα κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων στις 31 Οκτωβρίου. Η προπώληση έχει ξεκινήσει.

Ταυτότητα Παράστασης:
Γίγαντας του Mark Rosenblatt
Σκηνοθεσία – Μετάφραση: Γιώργος Σκεύας
Σκηνικό – κοστούμια: Γιώργος Σκεύας
Μουσική – Sound design: Σήμη Τσιλαλή
Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας

Παιζουν:
Ρόαλντ Νταλ: Άρης Λεμπεσόπουλος
Τομ Μάσλερ: Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης
Τζέσι Στόουν: Αμαλία Αρσένη
Φελίσιτι «Λίσι» Κρόσλαντ: Ελένη Ρουσσινού
Χάλι: Γιώτα Καραχάλιου

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώτα Καραχάλιου
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη
Βοηθός μουσικού: Γιώργος Γ. Σκεύας
Κομμώσεις: Κωνσταντίνος Κολιούσης
Μακιγιάζ: Χρύσα Ράικου
Φωτογραφίες: Αντρέας Σιμόπουλος
Οπτική ταυτότητα: Primitiv Design Studio
Παραγωγή: «Λυκόφως» – Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Προπώληση εισιτηρίων: https://www.ticketservices.gr/event/theatro-odou-kykladon-gigantas/

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα