Τσακουάλα: Η σαύρα της ερήμου που σφηνώνει βαθιά στο σανίδι
Διαβάζεται σε 10'
Η «Τσακουάλα», βασισμένη στα διηγήματα του Χρήστου Οικονόμου, έρχεται στο Θέατρο Θησείον. Τέσσερις άνθρωποι αναζητούν τρόπους επιβίωσης, ενώ οι πρωταγωνιστές μιλούν για τους φόβους, τις αντιστάσεις και τα καταφύγιά τους.
- 21 Οκτωβρίου 2026 06:17
Μετά την επιτυχημένη πορεία της Νοχαβελάνδης, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Βουρδαμής συνεργάζεται με την Καλλιόπη Παναγιωτίδου και τον Χρήστο Κοντογεώργη και παρουσιάζουν τη νέα τους θεατρική δουλειά με τίτλο «Τσακουάλα», που θα κάνει πρεμιέρα στις 26 Οκτωβρίου, στο Θέατρο Θησείον. Η παράσταση είναι βασισμένη στη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις» (Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, 2011)
Ο τίτλος της παράστασης παραπέμπει σε μια σαύρα της ερήμου με έναν ιδιαίτερο μηχανισμό επιβίωσης: όταν αισθάνεται ότι απειλείται, τρυπώνει στη φωλιά της, φουσκώνει τα πνευμόνια της και σφηνώνει τόσο βαθιά ώστε κανείς να μην μπορεί να την ξεριζώσει. Μια εικόνα που μετατρέπεται σε ισχυρή μεταφορά για τον άνθρωπο που προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος όταν όλα γύρω του διαλύονται.
Στις γειτονιές των δυτικών προαστίων, εκεί όπου οι κοινωνικές ανισότητες, η επισφάλεια και η απώλεια δεν αποτελούν αφηρημένες έννοιες, αλλά καθημερινή εμπειρία, τέσσερις άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με τα όριά τους. Άλλος προσαρμόζεται για να επιβιώσει, άλλος καταφεύγει σε όνειρα που ίσως δεν πραγματοποιηθούν ποτέ, άλλος προσπαθεί να περισώσει τη μνήμη ενός τόπου που εξαφανίζεται και άλλος βρίσκει στην ποίηση και στην αντίσταση έναν λόγο να συνεχίσει.
Με αφορμή την παράσταση, θέσαμε στους τέσσερις πρωταγωνιστές – Γιώργο Βουρδαμή, Χρήστο Κοντογεώργη, Καλλιόπη Παναγιωτίδου και Γιώργο Μηλιώνη – ένα κοινό ερώτημα: «Όταν όλα γύρω καταρρέουν, η τσακουάλα φουσκώνει και οχυρώνεται στη φωλιά της. Ο δικός σας ήρωας σε ποιο καταφύγιο καταφεύγει για να αντέξει;».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΥΡΔΑΜΗΣ
Ο δικός μου ήρωας καταφεύγει στην προσαρμογή και στη συνήθεια. Ο ήρωάς μου είναι από τους ανθρώπους που, όταν όλα γύρω τους αρχίζουν να καταρρέουν, δεν αντιδρούν με ηρωισμό. Προσπαθούν να προσαρμοστούν. Να βρουν έναν τρόπο να χωρέσουν μέσα σε αυτό που συμβαίνει, όσο δύσκολο ή ακόμη και ανήθικο μπορεί να είναι.
Είναι ένα «καλό παιδί» — αλλά μέχρι εκεί που τον παίρνει. Έχει ανάγκη τους ανθρώπους γύρω του, την αίσθηση ότι ανήκει κάπου. Η αποδοχή και η συντροφικότητα είναι ένα είδος ασφάλειας για κείνον. Όμως, όταν αυτή η ασφάλεια απειλείται ή όταν νιώθει εκτεθειμένος, μπαίνει μπροστά το ένστικτο της επιβίωσης και κάνει ότι χρειάζεται για να σωθεί. Δεν είναι ένας άνθρωπος που επιλέγει συνειδητά να γίνει ανήθικος.
Ο φόβος του τον οδηγεί. Αυτό που με ενδιαφέρει σε κείνον είναι ακριβώς αυτή η αντίφαση. Από τη μία, η ανάγκη του να είναι καλός και να ανήκει κάπου· από την άλλη, η ανάγκη του να προστατεύσει τον εαυτό του. Και κάπου ανάμεσα στα δύο βρίσκεται όλη του η διαδρομή. Δεν ξυπνάει μια μέρα και λέει «τώρα θα γίνω ένας άλλος άνθρωπος». Τα όριά του μετακινούνται λίγο λίγο. Κάθε φορά κάνει ένα βήμα παραπέρα, επειδή πιστεύει ότι δεν έχει άλλη επιλογή. Και στο έργο έρχεται η στιγμή που αυτή η διαδικασία φανερώνεται.
Θα βρεθεί με την πραγματικότητα στα χέρια του. Θα ξεπεράσει τα όρια και, μέσα από αυτό, θα αναγκαστεί να κοιτάξει τον εαυτό του χωρίς τις δικαιολογίες που μέχρι τότε τον βοηθούσαν να αντέχει. Να δει όχι μόνο τι έκανε, αλλά και ποιος γίνεται όταν φοβάται. Και σ’ αυτό βρίσκεται ένα ενδιαφέρον κομμάτι του ήρωα: στο αν το να δεις καθαρά ποιος είσαι είναι αρκετό για να γίνεις κάτι άλλο. Ή αν, όταν ξαναβρεθείς φοβισμένος και εκτεθειμένος, θα επιστρέψεις ξανά στην ίδια «φωλιά», στους ίδιους μηχανισμούς που σε βοήθησαν μέχρι τότε να επιβιώσεις. Γιατί τελικά το καταφύγιό του δεν είναι οι άνθρωποι γύρω του αλλά η ικανότητά του να προσαρμόζεται.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΗΣ
Όπως όλοι οι άνθρωποι σε δύσκολες συνθήκες ή μη, υπό πίεση ή μη, έτσι κι ο δικός μου χαρακτήρας δημιουργεί ζωτικά ψεύδη για να μπορέσει να αντέξει την αδυσώπητη πραγματικότητα που τον κατακλύζει.
Ονειρεύεται και υπόσχεται πράγματα στους γύρω του που δεν μπορεί να πετύχει, όχι γιατί ψεύδεται αλλά γιατί δεν μπορεί. Η θέληση του είναι τέτοια, που η πίστη για κάτι όμορφο και επιτέλους θετικό γίνεται βεβαιότητα.
Το καταφύγιο του είναι τα όνειρα χωρίς αντίκρισμα. Η πλάνη που δημιουργείται στο «θα πεθάνει ο χάρος», στο «θα γυρίσει ο τροχός» από μόνος του.
ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΟΥ
Ο τόπος μας φέρει πέρα από τις προσωπικές αναμνήσεις μας, την ιστορία της κοινότητας στην οποία ζούμε. Είναι ο ζωτικός υπαρξιακός μας χώρος. Γνωρίζουμε ότι ο κόσμος μας απειλείται. Συνηθίζουμε την απειλή αυτή. Όταν πια το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, μένουμε μετέωροι διερωτώμενοι πώς φτάσαμε ως εδώ. Όμως το εδώ στο οποίο έχουμε φτάσει δε συνέβη σε μια στιγμή.
Γίνεται αθόρυβα, ύπουλα και βασανιστικά. Συνέβη όλες τις φορές που δεν κάναμε κάτι για να ανατρέψουμε τη μικρή εισβολή. Έτσι χάσαμε λίγο λίγο το έδαφος κάτω από τα πόδια μας και τώρα μοιάζει η ήττα να είναι βέβαιη και αναπόφευκτη. Ο χαρακτήρας μου, η Γυναίκα, βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο.
Προσπαθεί να πιάσει το νήμα από την αρχή, να καταλάβει, με την ελπίδα και την πίστη ότι μπορεί να ανατρέψει το προδιαγεγραμμένο τέλος. Γίνεται νοσταλγός του παρόντος. Καθώς βλέπει τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε να εξαφανίζεται, να διαγράφεται οριστικά, κάθε γωνιά του, ένα παγκάκι, το παλιό ψιλικατζίδικο του Αστερία, η κόκκινη βέσπα του Θοδωρή του Σκούπα, τα Λιπάσματα, τα φουγάρα, οι εργατικές κατοικίες, γίνονται άγκυρες που κρατούν ζωντανές τις μνήμες της. Όσο οι μνήμες παραμένουν ζωντανές, μπορούμε να ελπίζουμε ότι ο εαυτός μας παραμένει ακέραιος, μπορούμε να ελπίζουμε ότι ο δρόμος δεν έχει ακόμη χαθεί.
Όταν ο εχθρός είναι ανίκητος και αθέατος πρέπει να εφευρεθεί ο τρόπος να νικηθεί κατά κράτος. Προς αυτό το σκοπό θα πιάσει το νήμα από την αρχή και θα τον βρει γιατί πιστεύει ότι το μόνο που είναι αναπόφευκτο είναι η τελική μάχη που δεν έχει ακόμη δοθεί. Εξάλλου, το θέλει, αχ, πώς το θέλει να μπορούσε να είναι η τσακουάλα της Μεσογείου.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΛΙΩΝΗΣ
Ο ήρωάς μου είναι ο μόνος που έχει όνομα στο έργο. Οι γύρω του ονομάζονται «Άντρας 1», «Άντρας 2» και «Γυναίκα», ενώ εκείνος λέγεται Πέτρος. Και αυτό λέει ήδη κάτι για τον ίδιο. Ο Πέτρος δεν είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει κάπου να κρυφτεί επειδή φοβάται. Ο φόβος υπάρχει γύρω του, στους ανθρώπους που βλέπουν τον κόσμο τους να διαλύεται, όμως ο ίδιος δεν τρομάζει από αυτόν. Ο φόβος τον θυμώνει. Τον κάνει να θέλει να κινηθεί, να αντιδράσει, να κάνει κάτι.
Το δικό του καταφύγιο είναι η Ισπανία, τα ισπανικά που μαθαίνει μόνος του και η ποίηση του Μιγκέλ Ερνάντεθ. Είναι ένας κόσμος που έχει δημιουργήσει μέσα του και στον οποίο μπορεί να κρατήσει ζωντανά πράγματα που απειλούνται να χαθούν: την ελευθερία, την αγάπη, τη μνήμη, το όνειρο. Η ποίηση δεν είναι για εκείνον απλώς μια διέξοδος από την πραγματικότητα.
Είναι ένας τρόπος να καταλάβει την πραγματικότητα και να κρατήσει μέσα του όσα δεν θέλει να χαθούν. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αναμνήσεις του: τις μυρωδιές που είχαν τα ρούχα της μάνας του, τον φυλακισμένο λύκο που είχε δει μικρός. Η εικόνα αυτή μοιάζει να τον ακολουθεί, γιατί ο Πέτρος δεν αντέχει την ιδέα ενός πλάσματος που έχει χάσει την ελευθερία του. Ίσως γι’ αυτό και το δικό του «καταφύγιο» δεν μπορεί να είναι πραγματικά ένας κλειστός χώρος.
Αν η τσακουάλα, όταν απειλείται, φουσκώνει και οχυρώνεται στη φωλιά της για να μην μπορεί κανείς να την ξεριζώσει, ο Πέτρος φτιάχνει τη δική του άμυνα από αγάπη, θυμό, μνήμη και όνειρα. Μόνο που υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά: η τσακουάλα καταφεύγει στη φωλιά της για να προστατευτεί, ενώ ο Πέτρος καταφεύγει μέσα του για να μπορέσει να ξαναβγεί προς τα έξω. Το καταφύγιό του, λοιπόν, δεν είναι ένας τόπος όπου μένει. Είναι ένας τόπος από τον οποίο αντλεί δύναμη.
Η Ισπανία, τα ισπανικά, η ποίηση, οι αναμνήσεις και τα όνειρά του δεν τον απομακρύνουν από την πραγματικότητα· του δίνουν έναν λόγο να μην την αποδεχτεί όπως είναι. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σημαντικό στοιχείο του «καταφυγίου» του: δεν κρύβεται για να αντέξει την κατάρρευση. Προστατεύει μέσα του αυτό που θέλει να παραμείνει ζωντανό, ώστε να μπορέσει να σταθεί ξανά απέναντι στην κατάρρευση και να αντισταθεί.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Ερμηνεύουν: Καλλιόπη Παναγιωτίδου, Γιώργος Μηλιώνης, Χρήστος Κοντογεώργης, Γιώργος Βουρδαμής
Μουσικοί επί σκηνής: Οδυσσέας Μισόρης, Δημήτρης Μεντεσίδης
Διασκευή: Ειρήνη Φαναριώτη
Σκηνοθεσία: Γιώργος Βουρδαμής
Συνεργάτες σκηνοθέτες: Χρήστος Κοντογεώργης, Καλλιόπη Παναγιωτίδου
Μουσική σύνθεση: Οδυσσέας Μισόρης, Gary Salomon
Σκηνικά – Κοστούμια: Δάφνη Αηδόνη
Φωτισμοί: Ελένη Χούμου
Κίνηση – Χορογραφίες: Κατερίνα Φώτη
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Μυρτώ Αποστολίδου
Trailer – Βιντεοσκόπηση παράστασης: Παναγιώτης Ανδριανός
Γραφιστικά: ArchLab10 [Αλεξάνδρα Παππά, Δημήτρης (Κουφίωνας) Χαλιάσος, Δημοσθένης Χούπας]
Σύμβουλος Δραματουργίας: Αιμιλία Καραντζούλη
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Βάσια Μπακετέα, Βίκυ Σερεμετάκη, Αναστασία Νεκταρία Καλτσίδη
Παραγωγή: Láz-Las AMKE | BETELGEUSE ΑΜΚΕ
*Η παράσταση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Από 26 Οκτωβρίου στο Θέατρο Θησείον
κάθε Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Διάρκεια: 80 λεπτά
Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/tsakouala-the-chuckwalla-lizard/