ΔΕΗ

ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΥΛΙ: Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΙΑΖΕΙ ΝΑ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΟΤΙ “ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ”

Ο Κώστας Νικούλι μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή τον ρόλο του Απόλλωνα στην Άλκηστη του Ευριπίδη που θα σκηνοθετήσει ο Δημήτρης Καραντζάς στις 17 και 18 Ιουλίου στην Επίδαυρο.

Μια ιστορία στο μεταίχμιο ανάμεσα στον θάνατο και την επιστροφή, ανάμεσα στη λύτρωση και σε μια ανησυχητική εκκρεμότητα. Στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη, τίποτα δεν αποκαθίσταται οριστικά. Η ανατροπή της τελικής έκβασης δεν λειτουργεί ως λύση, αλλά ως μια νέα, ανοιχτή πληγή που αφήνει πίσω της το έργο.

Από τα πιο αμφίσημα κείμενα της αρχαίας δραματουργίας, η «Άλκηστη» μετατρέπει τη θυσία, την αγάπη και τη σωτηρία σε πεδία διαρκούς διαπραγμάτευσης. Το πένθος δεν σταθεροποιείται ποτέ σε μία καθαρή μορφή, ενώ ακόμη και το θαύμα μοιάζει να απορροφάται από τη ροή της καθημερινότητας, σαν να υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά όταν η σκηνή κλείνει.

Ο Δημήτρης Καραντζάς αναμετριέται σκηνοθετικά με αυτό το εύθραυστο σύμπαν στις 17 και 18 Ιουλίου, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου. Στον ρόλο της Άλκηστης εμφανίζεται η Ηρώ Μπέζου, του Άδμητου ο Γιάννης Νιάρρος και του Απόλλωνα ο Κώστας Νικούλι, σε μια ανάγνωση που αντιμετωπίζει το θεϊκό όχι ως σταθερή ισχύ, αλλά ως μορφή ρωγμής, ειρωνείας και αμφισημίας.

Για τον Κώστα Νικούλι, ο Απόλλωνας δεν είναι ένας ρόλος επιβολής, αλλά ένας ρόλος αστάθειας: μια θεϊκή παρουσία που έχει ήδη διαταραχθεί, έχει αγγίξει τη θνητότητα και επιστρέφει μέσα από την ίδια την τραγική ειρωνεία που διαπερνά το έργο. Ο ταλαντούχος ηθοποιός είναι η δεύτερη φορά που  κατεβαίνει στο αργολικό θέατρο, μετά τη συμμετοχή του στον «Προμηθέα Δεσμώτη» (2018–2019), σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη. Και αυτή τη φορά, η επιστροφή του συνοδεύεται από έναν ρόλο που δεν ζητά εντύπωση, αλλά λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο θεϊκό και το ανθρώπινο.

Ο ίδιος ο Κώστας Νικούλι μας ξεναγεί στο έργο του Ευριπίδη λέγοντας: 

“Το έργο ξεκινά με τον βασιλιά της Θεσσαλίας, τον Άδμητο, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον επικείμενο θάνατό του. Ο Απόλλωνας, που κατοικεί στο παλάτι του ως μορφή τιμωρίας που του έχει επιβάλει ο Δίας, παρεμβαίνει και τον σώζει. Η σωτηρία όμως έχει όρο: κάποιος άλλος πρέπει να πεθάνει στη θέση του.
Ο Άδμητος απευθύνεται σε όλους γύρω του ζητώντας έναν αντικαταστάτη. Ρωτά τους γονείς του, τους φίλους του, όμως κανείς δεν δέχεται να θυσιαστεί. Τελικά, τη θέση αυτή την παίρνει η Άλκηστις, η οποία αποφασίζει να πεθάνει για τον άντρα της.

Ακολουθεί μια περίοδος έντονου πένθους, ένα πένθος σχεδόν “του αγνώστου”, καθώς η απουσία της Άλκηστης διατρέχει το παλάτι και τις σχέσεις των προσώπων.

Στο τέλος εμφανίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο ο Άδμητος φιλοξενεί χωρίς να του αποκαλύψει τον θάνατο της γυναίκας του. Όταν ο Ηρακλής μαθαίνει την αλήθεια, αποφασίζει να ανταποδώσει τη φιλοξενία κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο και φέρνοντας πίσω την Άλκηστη”.

Η Άλκηστη έχει χαρακτηριστεί ως ιλαροτραγωδία…

Ναι, και αυτό προκύπτει από τις έντονες δραματικές σκηνές που στη συνέχεια αναιρούνται. Για παράδειγμα, ο Άδμητος πενθεί και φτάνει στο σημείο να λέει ότι θα ήθελε να είχε πεθάνει εκείνος αντί για εκείνη. Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με όσα έχουν προηγηθεί και εντείνει την αμφισημία του έργου.

Το έργο συνομιλεί με το σήμερα, καθώς τα δραματικά γεγονότα μπορούν να ανατραπούν ή να αλλάξουν μορφή. Ο Ευριπίδης σχολιάζει και τη διαφθορά, αλλά και το πώς έννοιες όπως ο θάνατος μπορούν να μετατραπούν σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, αναδεικνύεται και η φαιδρή πλευρά των πραγμάτων, ανάλογα με το πώς τα διαβάζουμε και τι βάρος τους αποδίδουμε.

Εσύ ερμηνεύεις τον Απόλλωνα. Πώς λειτουργεί το θεϊκό στοιχείο στην τραγωδία;

Εδώ υπάρχει μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη. Ο Απόλλωνας, ως θεϊκή μορφή, έπειτα από γεγονότα που τον φέρνουν σε σύγκρουση με τον Δία έρχεται σε επαφή με τη θνητότητα και πηγαίνει να υπηρετήσει τον Άδμητο. Και εδώ είναι που υπάρχει έντονη τραγική ειρωνεία: η θεϊκή ισχύς συνδέεται με την απώλεια και την τιμωρία.

Ουσιαστικά, η θεϊκή υπόσταση υποχωρεί και μετατρέπεται σε μια εμπειρία θνητότητας και υπηρεσίας στον ανθρώπινο κόσμο. Είναι μια συνθήκη που δείχνει πώς οι ρόλοι ανατρέπονται και τίποτα δεν παραμένει σταθερό.

Ο Απόλλωνας επιλέγει να κάνει αυτή τη χάρη στον Άδμητο και να του χαρίσει τη ζωή, αν βρεθεί κάποιος άλλος να πεθάνει στη θέση του. Η τραγική ειρωνεία είναι και πάλι παρούσα γιατί ο Απόλλωνας μπορεί να παρέμβει, να καθυστερήσει ή να μετατοπίσει τον θάνατο, όχι όμως να τον ακυρώσει. Ο θάνατος παραμένει παρών, καθώς θα πεθάνει η Άλκηστη…

Από αυτή την “αποτυχία” ξεκινά ουσιαστικά η τραγωδία. Στο τέλος, δίνεται και μια προφητεία: ότι θα εμφανιστεί ο Ηρακλής, ο οποίος θα ανατρέψει τα δεδομένα και θα αποκαταστήσει την ισορροπία με έναν απρόβλεπτο τρόπο.

Ας περάσουμε λίγο στην Άλκηστη και στη θυσία της που νιώθω πως συνομιλεί, δυστυχώς πολύ έντονα, με το σήμερα αν αναλογιστεί κανείς τις σύγχρονες μορφές έμφυλης βίας και γυναικοκτονιών.

Όντως. Στο έργο, αρχικά, οι άντρες διαχειρίζονται τη ζωή της Άλκηστης σαν να είναι αντικείμενο. Οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της: πρώτα από τον Απόλλωνα, έπειτα από τον Άδμητο. Η ίδια δεν έχει ουσιαστικά φωνή μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

Ωστόσο, έχει σημασία ότι η Άλκηστη δεν παρουσιάζεται μόνο ως παθητικό πρόσωπο, καθώς εκείνη επιλέγει να πάρει τη θέση του Άδμηττου. Πρόκειται για μια συνειδητή πράξη, μια απόφαση πάνω στη ζωή και στον θάνατο, και αυτό μπορεί να διαβαστεί ως ακραία, σχεδόν πολιτική χειρονομία.

Ο θάνατος, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί ως η μόνη διέξοδος από ένα περιβάλλον που δεν μεταβάλλεται. Και η Άλκηστις μέσα από αυτή την επιλογή, επιχειρεί να αφήσει ένα αποτύπωμα και να μετακινήσει τη συνείδηση των άλλων, αναγκάζοντάς τους να δουν τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο.

Το καταφέρνει ωστόσο αυτό; Μια θυσία αλλάζει τα πράγματα ή μας ταρακουνάει;

Οι θυσίες υπάρχουν σε πολλές μορφές. Όταν δεν αφορούν ανθρώπινη ζωή, εντάσσονται συχνά στη ροή της καθημερινότητας και αντιμετωπίζονται ως σχεδόν δεδομένες. Όταν όμως πρόκειται για έναν άνθρωπο που πεθαίνει πριν την ώρα του ή επειδή το αποφασίζει κάποιος άλλος, τότε η έννοια της θυσίας μετατοπίζεται και αγγίζει κάτι που δεν μπορεί να ιδωθεί ουδέτερα.

Σε αυτή την περίπτωση δεν μιλάμε απλώς για θυσία με την αυστηρή έννοια, αλλά για μια πράξη που προσεγγίζει την έννοια της βίας πάνω στη ζωή του άλλου.

Γι’ αυτό και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως κάτι που «πρέπει» να συμβεί για να προχωρήσει κάτι άλλο. Αυτό που μένει είναι η συνθήκη της κοινής έκθεσης όλων απέναντι στον θάνατο: μια πραγματικότητα αναπόφευκτη και καθολική, που δεν εξαγνίζει την πράξη, αλλά τη τοποθετεί στο πραγματικό της βάρος.

Πιο συνειδητοποιημένη ίσως;

Όχι ακριβώς πιο συνειδητοποιημένη. Περισσότερο μια παρουσία που δεν διεκδικεί πια φωνή.
Και αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί ο Ευριπίδης αφήνει τη σκηνή ανοιχτή. Δεν υπάρχει ουσιαστική επεξεργασία όσων έχουν συμβεί, ούτε χρόνος να σταθεί κανείς πάνω σε αυτά. Η ίδια της η πράξη – η επιλογή της να πεθάνει – σχεδόν αναιρείται από την επιστροφή της, από το ίδιο το δραματουργικό εύρημα της αναστροφής.

Έτσι, το βάρος δεν μένει σε μια τελική θέση ή σε μια ξεκάθαρη κατάληξη, αλλά σε μια εκκρεμότητα που δεν ολοκληρώνεται ποτέ πλήρως.

Σωστα, γιατί τελικά δεν τηρείται αυτό που έγινε…

Δεν τηρείται η δυνατότητα να έχει βαρύτητα. Σαν να λέει το έργο: συνέβη κάτι ακραίο, αλλά συνεχίζουμε. Και υπάρχει μια ειρωνεία εκεί, ότι ακόμη κι ένα θαύμα μπορεί να απορροφηθεί από την καθημερινότητα. Και η ζωή απλώς συνεχίζεται, χωρίς να σταματά πραγματικά πουθενά.

Εσύ πώς το νιώθεις αυτό το έργο; Επικοινωνεί με το σήμερα; 

Σχολιάζει πάρα πολύ το σήμερα και το πώς άλλοι παίρνουν αποφάσεις για εμάς. Και το πώς οποιαδήποτε αντίσταση σε αυτό συχνά καταπατιέται ή φιμώνεται. Η ειρωνεία του είναι δομική. Το τραγικό συμβάν συντελείται, αλλά δεν προλαβαίνει να “κλειδώσει” σε μια ενιαία εμπειρία πένθους. Αναστέλλεται από μετατοπίσεις: φιλοξενία, θεϊκή παρέμβαση, αντιστροφή του θανάτου. Αυτό παράγει μια ένταση ανάμεσα σε αυτό που θα έπρεπε να έχει βάρος και σε αυτό που συνεχίζει να κινείται.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αναλογία του έργου με το σήμερα είναι ξεκάθαρη: αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην των υποκειμένων και η διαρκής απορρόφηση των γεγονότων μέσα σε μία ροή που δεν επιτρέπει επεξεργασία. Η αντίσταση δεν εξαφανίζεται μόνο με σύγκρουση, συχνά αποδυναμώνεται επειδή δεν βρίσκει χρόνο και χώρο να επιμείνει.

Δεν μας δίνεται η ευκαιρία δηλαδή να επιμείνουμε σε μια θέση ή να ολοκληρώσουμε μια σκέψη χωρίς διακοπή. Μέσα σε όλο αυτό το χάος πληροφορίας και γεγονότων, όλα γίνονται γρήγορα, σχεδόν ταυτόχρονα. Και κάπως έτσι, ακόμα και η αντίσταση χάνει τον χώρο της.

Το πέρασμα από τον θρήνο στη φιλοξενία λειτουργεί σχεδόν μηχανικά, σαν εναλλαγή λειτουργιών μέσα στο ίδιο σύστημα. Δεν πρόκειται για συμφιλίωση, αλλά για επικάλυψη: το ένα καθεστώς εμπειρίας δεν ολοκληρώνεται πριν ενεργοποιηθεί το επόμενο.

Και αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι και οι υπηρέτες και ο ρόλος τους. Η υπηρέτρια που μεταφέρει τη λύπη, που συμπονά, που λειτουργεί σαν φορέας της αλήθειας μέσα στο σπίτι. Και από την άλλη ο υπηρέτης που βλέπει τον Ηρακλή να τρώει, να πίνει, να γλεντά μέσα στο πένθος και αυτό το καταγγέλλει. Και τελικά, αυτοί οι ταπεινοί ρόλοι είναι που βλέπουν πιο καθαρά τι δεν λειτουργεί. Είναι αυτοί που λένε, με έναν τρόπο, ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι σωστό.

Ο Δημήτρης Καραντζάς, πώς αντιμετωπίζει το έργο αυτό;

Καταρχάς το αντιμετωπίζει ως μη μονοσήμαντο. Υπάρχει μια συγκεκριμένη δραματουργική διαδρομή που χτίζει ένα πένθος με ρεαλισμό και έντονη προσωπική εμπλοκή των χαρακτήρων. Η απώλεια βιώνεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, με συναισθηματική πυκνότητα και σαφή δραματική φόρτιση.

Αμέσως μετά, όμως, το πλαίσιο αυτό ανατρέπεται. Η εμφάνιση του Ηρακλή μετατοπίζει ριζικά το κέντρο βάρους και σχεδόν ακυρώνει το προηγούμενο δραματικό καθεστώς. Δημιουργείται έτσι μια συνθήκη αμηχανίας: τι έχει προηγηθεί και πώς πρέπει να ιδωθεί εκ των υστέρων.

Αυτή η αμηχανία μπορεί να παράγει και το στοιχείο του γέλιου, ακριβώς λόγω της απότομης μετάβασης από τον απόλυτο θρήνο στην επιστροφή της ζωής, της δράσης και της κανονικότητας.
Δεν είναι λοιπόν ένα έργο σκοτεινό ή δυστοπικό με τη στενή έννοια. Είναι ένα έργο με συνεχείς μετατοπίσεις. Οι εναλλαγές ανάμεσα στο βάρος και στην αποφόρτιση φαίνεται να είναι συνειδητά δομημένες και να αποτελούν βασικό άξονα της σκηνοθετικής ανάγνωσης.

Ποιος χαρακτήρας είναι πιο σύνθετος;

Για μένα ο Άδμητος. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει μεγαλώσει μέσα στην ευμάρεια, χωρίς να του έχει λείψει τίποτα, και ξαφνικά καλείται να πάρει αποφάσεις που αφορούν άμεσα τη ζωή και τον θάνατο.

Μπορεί εύκολα να ιδωθεί ως δειλός. Όμως μια τέτοια ανάγνωση τον απλοποιεί. Η δειλία συνυπάρχει με τον φόβο, τον θρήνο και μια υπαρξιακή αδυναμία να διαχειριστεί κάτι που τον υπερβαίνει.
Γιατί όταν χάνεις έναν άνθρωπο που αγαπάς, ειδικά από μια επιλογή που σε αφορά, αυτό γεννά έναν θυμό που πολλές φορές είναι πιο βίαιος κι από τον ίδιο τον θάνατο.

Στο τέλος του έργου ο Άδμητος φτάνει σε μια μορφή συνειδητοποίησης και κατηγορεί τους γονείς του επειδή δεν δέχτηκαν να πεθάνουν για εκείνον. Η απάντησή τους, όμως, επαναφέρει μια βασική αλήθεια: η ζωή έχει απόλυτη αξία.

Τη στιγμή που μοιάζει να έχει επέλθει κάποια συμφιλίωση, η επιστροφή της Άλκηστης ανατρέπει ξανά τα δεδομένα και τον αφήνει σε μια νέα κατάσταση εκκρεμότητας.

Και εκεί που μοιάζει να έχει συμφιλιωθεί με αυτή τη σκέψη, επιστρέφει η Άλκηστις. Και τον αφήνει ξανά σε μια κατάσταση εκκρεμότητας.

Ναι, εδώ ταιριάζει το «χωρίς λόγια»…

Και νομίζω ότι αυτό σχολιάζει και ο Ευριπίδης: ότι, με κάποιον τρόπο, ενώ οι άνθρωποι γύρω από τον Άδμητο δεν θυσιάζονται γι αυτον, τελικά το κάνει η Άλκηστις. Και εμφανίζεται ο Ηρακλής, μια ημίθεη μορφή, που έρχεται να δώσει λύση σε ένα πρόβλημα που έχει ήδη τεθεί. Έτσι, το έργο δεν σταματά στο πρόβλημα, αλλά το μετακινεί παραπέρα.

Γιατί, στην πραγματικότητα, λύνεται κάτι αλλά ταυτόχρονα γεννιέται κάτι άλλο. Κάθε προσπάθεια διόρθωσης παράγει μια νέα εκκρεμότητα. Εκεί όπου φαίνεται ότι κάτι έχει ολοκληρωθεί, το έργο επιστρέφει σε αυτό που το γέννησε αρχικά.

Και αυτό είναι που το καθιστά συγκινητικό, όχι με τη στενή έννοια της λύπης, αλλά με την έννοια της διαρκούς ενεργοποίησης: ένα έργο που παραμένει ανοιχτό και ριζοσπαστικό μέσα στον χρόνο. Καταλαβαίνουμε πως τα μεγάλα έργα δεν κλείνουν ποτέ οριστικά, συνεχίζουν να συνομιλούν με κάθε εποχή.

Πού βρίσκεται για σένα η μεγαλύτερη ηθική ένταση του έργου;

Στον τρόπο που επιχειρείται να “γειωθεί” ο θάνατος. Ο άνθρωπος προσπαθεί να τον αναιρέσει, να τον διαπραγματευτεί, να τον μεταθέσει, σχεδόν να τον ακυρώσει μέσα στη σκέψη του.
Υπάρχει μια συνεχής άρνηση του αναπόφευκτου: «Δεν πέθανε, δεν πέθανε, δεν θα πεθάνει». Αυτό λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός άμυνας και ως αυταπάτη.

Το έργο σχολιάζει ότι οι σταθερές αξίες έχουν εκμηδενιστεί σε τέτοιο βαθμό, που ακόμη και ο θάνατος χάνει την απόλυτη βαρύτητά του και μετατρέπεται σε κάτι που μπορεί να διαπραγματευτεί κανείς. Το φέρνει καθαρά ο Απόλλωνας, όταν επιχειρεί να ξεγελάσει τον θάνατο, να τον μετατρέψει σχεδόν σε εργαλείο ή «μεταφορέα» μοίρας.

Από αυτή την αμφισβήτηση γεννιέται το βαθύτερο ηθικό ερώτημα: αν μπορεί να αμφισβητηθεί ο ίδιος ο θάνατος, τι σημαίνει πλέον αγάπη και τι σημαίνει θυσία; Η αγάπη μοιάζει να ταυτίζεται με την ιδέα ότι «πρέπει να πεθάνεις για μένα». Αυτό ανοίγει ένα σκοτεινό, αλλά βαθιά ανθρώπινο πεδίο, όπου η ηθική, η αφοσίωση και η αδυναμία συνυπάρχουν σε πλήρη ένταση.

Η Άλκηστη γιατί νομίζεις ότι δέχεται να πεθάνει;

Μπορεί να ιδωθεί ως διέξοδος και ταυτόχρονα ως θέση: μια πράξη που δεν γίνεται επειδή της επιβάλλεται, αλλά επειδή λειτουργεί ως δήλωση μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των υποκειμένων. Σαν να λέει: θα πεθάνω μήπως και καταλάβετε κάτι, μήπως και μετακινηθεί κάτι μέσα σας.
Από την αρχή του έργου, κανείς δεν αποφασίζει πραγματικά για τον εαυτό του. Ο Απόλλωνας καθορίζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. Οι ισορροπίες είναι ήδη εξωτερικά ρυθμισμένες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πράξη της Άλκηστης μπορεί να ιδωθεί και ως μια μορφή ανάκτησης της απόφασης: μια πολιτική χειρονομία μέσα σε ένα σύστημα όπου η αυτονομία έχει ήδη περιοριστεί.
Δεν πρόκειται για εξαναγκασμό με την αυστηρή έννοια, αλλά για μία επιλογή που ξεκινά από την αγάπη. Μια αγάπη που δεν λειτουργεί μόνο ως φροντίδα ή προστασία, αλλά και ως μετατόπιση: ως δύναμη που σε βγάζει από την ασφάλεια και σε φέρνει σε μια ακραία θέση.

Οπότε αυτό που κάνει η Άλκηστη μπορεί να ιδωθεί και σαν μια πολιτική θέση: παίρνω απόφαση για τη ζωή μου, ακόμα κι αν αυτή η απόφαση είναι ο θάνατος. Και μέσα από αυτό, ελπίζω να προκύψει μια συνειδητοποίηση στους άλλους.

Άρα είναι απόλυτα συνειδητό;

Είναι επιλογή που ξεκινά από την αγάπη, γιατί όλα, με έναν τρόπο, ξεκινούν από εκεί.
Η αγάπη όμως δεν είναι μόνο φροντίδα ή προστασία. Μπορεί να είναι και μετατόπιση: να σε βγάζει από την ασφάλειά σου και να σε φέρνει σε μια θέση άβολη, αλλά μεταμορφωτική.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η δυσκολία: όταν κάποιος λέει «θα πεθάνω για σένα».

Αυτό που μένει είναι ότι η επιλογή της Άλκηστης είναι συνειδητή μέσα στο πλαίσιο που της δίνεται.
Και αργότερα, όταν επιστρέφει στη ζωή, επανέρχεται στην προηγούμενη κατάσταση. Είναι σαν να επιστρέφει κάτι που μοιάζει με ζωή, αλλά δεν είναι ακριβώς το ίδιο.

Μια επανεκκίνηση χωρίς πλήρη αποκατάσταση. Μια επιστροφή που δεν αναιρεί αυτό που έχει ήδη συμβεί, αλλά το αφήνει να συνεχίζει να υπάρχει ως ρωγμή μέσα στο παρόν.

Πώς αισθάνεσαι που συνεργάζεσαι με τον Δημήτρη Καραντζά;

Πολύ χαρούμενος. Τον εκτιμώ και μου αρέσει η δουλειά του. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι υπάρχει εμπιστοσύνη. Όταν ένας άνθρωπος σου εμπιστεύεται ένα κομμάτι της δουλειάς του — όχι απλώς έναν ρόλο, αλλά μια συνολική ευθύνη — αυτό δημιουργεί μια πολύ ιδιαίτερη σχέση.

Και αυτές οι “ζυμώσεις” με τους ανθρώπους είναι τελικά το πιο ουσιαστικό κομμάτι.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι δεν είναι μια διαδικασία όπου απλώς δίνεις απαντήσεις. Είναι μια διαδικασία που ανοίγεις ερωτήματα.
Στο τέλος της ημέρας, δεν υπάρχει μία καθαρή απάντηση.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα