ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΗΛΩΤΙΚΟ “ΜΙΝΩΤΑΥΡΟ”, ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΧΡΥΣΟ ΦΟΙΝΙΚΑ ΕΝΑΣ ΡΩΣΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ;
Μερικά από τα βαριά πυροβολικά του παρουσίασε το φεστιβάλ Καννών, ανάμεσά τους το “Minotaur” του Ζβιάγκιντσεφ, το διχαστικό “Fjord” του Κρίστιαν Μουντζίου και οι “Πικρές Γιορτές” του Πέδρο Αλμοδόβαρ.
Ο σημαντικότερος σύγχρονος Ρώσος σκηνοθέτης επιστρέφει φέτος 9 χρόνια μετά την τελευταία του ταινία, το Loveless, αλλά για τον κόσμο (και για τον ίδιο) τίποτα δεν είναι ίδιο με τότε.
Αρχικά, ο Ζβιάγκιντσεφ αρρώστησε πολύ βαριά πριν κάποια χρόνια με Covid, περνώντας ένα χρόνο σε νοσοκομείο, με τους πνεύμονές του να έχουν καταρρεύσει σε σχεδόν ολοκληρωτικό ποσοστό (τα ρεπορτάζ αναφέρουν 90% κατάρρευση), και να μεταφέρεται σε νοσοκομείο εκτός Ρωσίας όπου και μπήκε σε τεχνητό κώμα και εξωσωματική υποστήριξη ζωής.
Για σημαντικό διάστημα, βασικά θεωρούσαμε πως δεν υπάρχει επιστροφή.
Ήταν σε αυτή την κατάσταση όταν έμαθε για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, κάτι που για τον ίδιο σήμανε ουσιαστικά αυτο-εξορία καθώς δεν ήθελε να σχετίζεται με τις πράξεις της χώρας του.
Είναι σημαντικό μάλιστα να τονίσουμε πως αυτή η στάση δεν ήρθε από το πουθενά: Διαμέσου της φιλμογραφίας του – και με αποκορύφωμα το συγκλονιστικό Leviathan – ο Ζβιάγκιντσεφ έλεγε ιστορίες ηθικής και διαφθοράς (κοινωνικής και προσωπικής) μέσα από έντονα συμβολικά έργα που εστίαζαν στην απαθή στάση του πληθυσμού απέναντι σε ένα αμοραλιστικό, διεφθαρμένο καθεστώς.
Το Minotaur πλέον είναι μια διεθνής συμπαραγωγή, χωρίς ρωσικά κεφάλαια, γυρισμένο στη Λετονία, το οποίο αποτελεί την δημιουργική επιστροφή ενός σημαντικού δημιουργού που έφτασε κοντά στον θάνατο, και που τώρα κοιτάζει πια την χώρα του απ’έξω. Και το αποτέλεσμα είναι, αναμφίβολα, μια από τις ταινίες του φεστιβάλ.
Η “ΑΠΙΣΤΗ” ΜΕΤΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΡΩΣΙΑ ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πρόσφατη τάση με ριμέικ σημαντικών φεστιβαλικών ταινιών, που θα εξετάσουμε κάποια στιγμή σε άλλο άρθρο – από τον κισλοφσκικό Δεκάλογο που γύρισε ο Ασγκάρ Φαραντί στο Parallel Tales στις φετινές Κάννες, μέχρι το επερχόμενο ριμέικ της Γεύσης του Κερασιού(!) του Κιαροστάμι, με τον Βάγκνερ Μόουρα.
Μια πολύ πετυχημένη τέτοια περίπτωση πάντως είναι το Minotaur του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, το οποίο επαναδιατυπώνει την Άπιστη Γυναίκα του Κλοντ Σαμπρόλ στη σύγχρονη Ρωσία. Την ταινία του Σαμπρόλ έχουμε ξαναδεί σε (ωραιότατο) ριμέικ και πριν 24 χρόνια, στην χολιγουντιανή Άπιστη με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και τη Νταϊάν Λέιν, όμως ο Ζβιάγκιντσεφ κάνει κάτι νέο και πολύ καίριο με το ίδιο υλικό.
Η ιστορία επικεντρώνεται σε έναν μικρο-ολιγάρχη σε μια τοπική ρωσική κοινωνία ο οποίος υποψιάζεται πως η σύζυγός του τον απατά και βάζει έναν ντετέκτιβ να το διαλευκάνει. Οι δυο τους ζουν σε ένα σπίτι-μοντέρνα έπαυλη: Απομονωμένο, ένα σπίτι με τεράστιους, άδειους χώρους, μεγάλα τζάμια μέσα από τα οποία το μουντό τοπίο που υπάρχει στο φόντο μοιάζει με ζωγραφική νεκρής φύσης.
Εκεί μέσα κυριαρχεί η σιωπή, η απουσία συναισθήματος, και φυσικά η απουσία οποιασδήποτε σύνδεσης ή ηθικής. Η σύζυγος μοιάζει απλώς να κινείται μηχανικά και δίχως συναίσθημα σε έναν χώρο που δεν της ανήκει, απλά την περικυκλώνει. Όταν ο γιος λέει στον πατέρα του πως στο σχολείο έπεσε θύμα bullying, η συμβουλή εκείνου δεν είναι η προστασία, αλλά η βίαιη αντιπαράθεση: Πιάστου το κεφάλι, λέει.
Την ίδια στιγμή, ο Γκλεμπ έχει κι ένα πρακτικό ζήτημα στο εργοστάσιό του. Καθώς η ιστορία διαδραματίζεται λίγο μετά την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία, καταφθάνει σε όλους τους τοπικούς επιχειρηματίες μια εντολή επιστράτευσης – να δοθούν δηλαδή ονόματα στον δήμαρχο, των υπαλλήλων της κάθε επιχείρησης που θα σταλούν στον πόλεμο.
Η οδηγία είναι να επιστρατευτούν εργαζόμενοι που θεωρούνται αναλώσιμοι, το οποίο επιτρέπει στον Γκλεμπ να στήσει ένα απάνθρωπο σχέδιο γύρω από τους ποιους θα “θυσιάσει” και με τι τρόπο. Το αληθινά σοκαριστικό είναι το πώς όλο αυτό, που συμβαίνει κατά κύριο λόγο στο περιθώριο της κεντρικής ιστορίας, καταλήγει να συνδέεται με αυτήν.
Δε θα επεκταθούμε στο τι συμβαίνει, σε οποιοδήποτε από τα δύο σκέλη του φιλμ, αλλά αξίζει να υπογραμμίσουμε το ότι το αποτέλεσμα λειτουργεί με αποστομωτικό τρόπο. Πολύ πιο πικρό και δυσάρεστο από την αντίστοιχη εκδοχή του Σαμπρόλ, και απείρως πιο αποσυναισθηματικοποιημένη από την χολιγουντιανή της εκδοχή, η ιστορία στα χέρια του Ζβιάγκιντσεφ γίνεται μια ψυχρή αποτύπωση μιας ρωσικής τάξης προνομίου πλήρως απονεκρωμένη απέναντι σε μια φρίκη που αφήνει στο περιθώριο.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε τι που συμβαίνει στην οικογενειακή ζωή του Γκλεμπ δε μπορεί παρά να διαβαστεί ως χτισμένο πάνω σε μια βάση σαθρή και ανήθικη. Στην κατά Ζβιάγκιντσεφ Ρωσία, έχουμε μια κοινωνία τερματικά άρρωστη, όπου οι πάντες κρύβουν πίσω τους συνενοχή, και απόλυτη ετοιμότητα (και αποτελεσματικότητα) σε βία και συγκάλυψη, όπου οι άνθρωποι είναι – πολύ απλά – αόρατοι, αναλώσιμοι.
Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ασχολείται μάλιστα με μια κατά βάση σιωπηλή διαδικασία, που εκτελείται σα να ήταν προβαρισμένη από καιρό. Όλοι οι εσωτερικοί χώροι καδράρονται από τον σκηνοθέτη με ατελείωτους καθρέφτες απέναντι σε καθρέφτες, σαν οι ήρωες αυτοί να είναι πλήρως αποκομμένοι από την ορίτζιναλ, κάποτε πιθανώς ανθρώπινη υπόστασή τους. Στους δε εξωτερικούς χώρους κυριαρχεί η σιωπή. Ποτέ κανείς δεν κινείται, ποτέ κανείς δεν παρατηρεί. Είναι ένας κόσμος κενός από ανθρωπιά, συλλογικότητα, και τελικά ζωή.
Σαν ταινία, ομολογουμένως είναι ένας έξυπνος τρόπος για τον σκηνοθέτη να περάσει μια αντι-ρωσική ματιά στη Δύση, χωρίς να φέρει τον ίδιο τον πόλεμο σε πρώτο πλάνο. Όμως όπως συχνά συμβαίνει, μέσα στα όρια του σινεμά είδους (όπως είναι εδώ το ερωτικό θρίλερ – αν και δεν υπάρχει ίχνος έρωτα) ένας τόσο ικανός τεχνικός του σινεμά όπως Ζβιάγκιντσεφ, και τόσο επίμονος στην παρατήρησή του μιας συνενοχικής, ηθικά νεκρής κοινωνίας, μπορεί να φτιάξει κάτι που σαν σιωπηλή βόμβα.
Θα σοκαριστώ αν φύγει χωρίς κάποιο από τα μεγάλα βραβεία, και προσωπικά θα πόνταρα αυτή τη στιγμή ακόμα και στον Χρυσό Φοίνικα.
FJORD: Ο ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΜΟΥΝΤΖΙΟΥ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα κι η ταινία που γύρισε ο ρουμάνος Κρίστιαν Μουντζίου, που είχε βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα για το 4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες σχεδόν 20 χρόνια πριν.
Στο Fjord ακολουθούμε την οικογένεια των Γκεοργκίου, με τον ρουμάνο Μιχάι, τη νορβηγίδα Λίσμπετ και τα 5 παιδιά τους να μετακομίζουν σε ένα χωριό στη Νορβηγία για ξεκινήσουν τη ζωή τους εκεί. Είναι μια οικογένεια πιστών χριστιανών, και που κουβαλούν επίσης πολλά από τα έθιμα και τον τρόπο ζωής μιας άλλης κοινωνίας – πράγματα που είναι αδύνατον να ξεριζώσεις πλήρως από μέσα σου. Συμπεριφορά, γλώσσα του σώματος, εκφράσεις, συνήθειες.
Παρά το γεγονός ότι η μεγάλη τους κόρη γίνεται πολύ καλή φίλη με την κόρη των γειτόνων, οι Γκεοργκίου σύντομα θα έρθουν αντιμέτωποι με την καχυποψία της τοπικής κοινωνίας, που έρχεται καλυμμένη κάτω από έναν μανδύα έγνοιας. Η βαθιά τους πίστη – και αναμφίβολα το γεγονός πως προέρχονται από μια βαλκανική χώρα – έρχεται σε σύγκρουση με την οπτική του κόσμου της ψυχρής, καλοδουλεμένης νορβηγικής Μηχανής.
Παρατηρώντας ένα σημάδι δίπλα στον ώμο της κόρης Γκεοργκίου, οι άνθρωποι του σχολείου καλούν την Πρόνοια, ξεκινώντας έναν γραφειοκρατικό και νομικό εφιάλτη για την οικογένεια, που πολύ απότομα θα δει γονείς και παιδιά να αποχωρίζονται. Τα πάντα φτάνουν στα άκρα καθώς το ζευγάρι θέλει τα παιδιά του πίσω – και δε θα διστάσει να κάνει ό,τι μπορεί για να τα πάρει.
Ο Μουντζίου επιχειρεί εδώ μια πολύ ενδιαφέρουσα εξερεύνηση των σιωπηλών τρόπων με τους οποίους ένα φαινομενικά τέλειο και κατά βάση πλήρως προοδευτικό σύστημα, μπορεί στα κενά του, και πίσω από την πρόσοψή του, να κρύβει βαθιά απέχθεια για ό,τι αντιλαμβάνεται ως διαφορετικό. Υπάρχει σίγουρα μια παρατήρηση και μια συζήτηση που μπορεί να γίνει για το πώς ο “γραφειοκρατικός” προοδευτισμός μπορεί συχνά να κρύβει πίσω του έναν κυνισμό ή, περιέργως, μια έλλειψη ενσυναίσθησης.
Το πρόβλημα της ταινίας είναι πως ο Μουντζίου τα προσεγγίζει όλα με τρόπο μάλλον σχηματικό, μη δίνοντας στο τολμηρό του θέμα αληθινό χώρο να αναπνεύσει. Οι νορβηγοί αποτυπώνονται λίγο-πολύ ως εξωγήινοι, μη διαθέτοντας ούτε τους στοιχειώδεις κώδικες ανθρώπινης επαφής και κατανόησης. Όταν ένα βανάκι της Πρόνοιας ξεπαρκάρει από τον δρόμο μπροστά από τους Γκεοργκίου, τους ρίχνει κάτω και το γραμματοκιβώτιο φεύγοντας – είναι ένδειξη μιας καρτουνίστικης προσέγγισης που ίσως να δούλευε πιο αποτελεσματικά ως κωμωδία.
Στο μέσον του φιλμ υπάρχει μια σκηνή που ο Μιχάι αναλαμβάνει δράση επειδή «ο άλλος τρόπος απέτυχε» και είναι και πάλι τόσο γραφική και τόσο ψευδο-ηρωικά δοσμένη που θα ταίριαζε σε μια άλλη, πολύ πιο ευρεία ταινία από την πιο αραιή και αυστηρή αυτή που βλέπουμε.
Προς τιμήν του φιλμ, δεν επιχειρεί ποτέ να αγιοποιήσει ή να κρύψει τα προβλήματα των Γκεοργκίου, και τους τρόπους με τους οποίους οι δικές τους συνήθειες και η δική τους κατανόηση των πραγμάτων κλωτσάει απέναντι σε μια κοινωνία που εν τέλει δεν είναι φτιαγμένη για να τους δεχτεί. Καθόλου τυχαία, αυτή η θεωρητική νομική κόντρα γύρω από την ασφάλεια των παιδιών, μεταξελίσσεται σε μια απροκάλυπτη σύγκρουση πολιτισμών.
Είναι επικίνδυνη η ισορροπία που πάει να πετύχει ο Μουντζίου, αλλά στις λεπτομέρειες κινδυνεύει διαρκώς να χάσει το νόημα. Κι ενώ ο Σεμπάστιαν Σταν είναι εξαιρετικός ως Μιχάι – ψύχραιμος, απορημένος, αλλά και ένας άνθρωπος που εμφανώς προσπαθεί να συγκρατήσει κομμάτια του εαυτού του από το να αναδυθούν –, η Ράινβσε είναι εντελώς χαμένη στην ταινία ως Λίσμπετ, όχι απαραίτητα με δικό της φταίξιμο. Η “νορβηγίδα σύζυγος” είναι πολύ ισχνά γραμμένη, ένας χαρακτήρας που θα είχε σημαντικό ρόλο να παίξει στην ισορροπία του όλου πράγματος, αλλά δεν έχει τελικά καμία οπτική και καμία βαρύτητα μέσα σε όλο αυτό.
Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο Μουντζίου διατηρεί ένα αξιοθαύμαστο επίπεδο έντασης, οδηγώντας προς ένα φινάλε έντονα συμβολικό, και έχοντας στην πορεία ουσιώδεις παρατηρήσεις να κάνει: Για το πως και φυσικά, κάποιες κοινωνίες όντως βλέπουν εξωγενείς παράγοντες με μια προκατάληψη που αρνούνται να παραδεχτούν. Η εκτέλεση όμως είναι ατελής, με ένα τρόπο που αφήνει το φιλμ εντελώς εκτεθειμένο σε αντιδραστικές ή, απλώς, απορημένες αναγνώσεις.
ΠΙΚΡΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ: Ο ΠΙΟ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ
Είχαμε και νέο Πέδρο Αλμοδόβαρ στο Διαγωνιστικό, μια ταινία που ήδη κυκλοφορεί στην Ισπανία εδώ και αρκετό καιρό. Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται αυτό, μιας και κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με το υπέροχο Πόνος και Δόξα πριν λίγα χρόνια – άλλη μια αυτοβιογραφική ταινία της ώριμης περιόδου του Αλμοδόβαρ, για έναν σκηνοθέτη που έχει χάσει την έμπνευσή του και αναζητά τον πρωταγωνιστή μιας παλιάς του επιτυχίας.
Στο ρόλο εκεί ο Αντόνιο Μπαντέρας, σε μια από τις ωραιότερες ερμηνείες του σύγχρονου ευρωπαϊκού σινεμά. Και, ταυτόχρονα, ο ίδιος φυσικά πρωταγωνιστής παλιότερων επιτυχιών του Αλμοδόβαρ.
Αυτή η μετα-αφηγηματική διάσταση κυριαρχεί και στις Πικρές Γιορτές (Bitter Christmas) σε μεγαλύτερο κιόλας βαθμό. H νέα ταινία του λατρεμένου ισπανού ακολουθεί την Έλσα, μια διαφημίστρια που βυθίζεται στη δουλειά της για να ξεπεράσει την απώλεια της μητέρας της. Η Έλσα θα οδηγηθεί σε κρίση πανικού που την κάνει να εξετάσει τα πάντα στη ζωή της από την αρχή. Θα απομονωθεί σε ένα εξοχικό, μαζί με μια καλή της φίλη, ώστε να δει τα πάντα πιο ήρεμα – από απόσταση.
Κάτι που έχει ανάγκη να κάνει κι ο Ραούλ, ένας σκηνοθέτης που έχει ξεκάθαρα πλέον αφήσει πίσω τις καλές δημιουργικές του μέρες. Αναζητά ξανά την έμπνευση κι όπως πάντα, το κάνει αντλώντας στοιχεία από τη ζωή του ίδιου, και των γύρω του. Η ιστορία που γράφει τώρα, είναι αυτή της Έλσα.
Ο Αλμοδόβαρ μοιάζει εδώ να επιστρέφει εξίσου στο Πόνος και Δόξα όσο και στο πρόσφατό του, παρεξηγημένο Διπλανό Δωμάτιο. Οι Πικρές Γιορτές είναι σαν συνύπαρξη των δύο, εκεί όπου ο στοχασμός πάνω στο πώς η ζωή τροφοδοτεί την τέχνη, στέκεται δίπλα στον στοχασμό για το τι είναι τελικά, τι αξίζει αυτή η ζωή. Το πώς ζεις, και το γιατί.
Κανείς από τους επιμέρους προβληματισμούς όμως δεν έχει απόλυτο χώρο να αναπνεύσει όπως στα ανώτερα προαναφερθέντα έργα. Και σίγουρα δεν βοηθάει το γεγονός πως ο Λεονάρντο Σμπαράλια δεν είναι Αντόνιο Μπαντέρας, κι η Μπάρμπαρα Λένι δεν είναι Τίλντα Σουίντον ή Τζούλιαν Μουρ.
Είναι γνώριμα τα στοιχεία, και μάλιστα η ταινία στην ουσία περιλαμβάνει την κριτική του ίδιου του εαυτού της – είναι σαν ο Αλμοδόβαρ να επεξεργάζεται ζωντανά, μπροστά στα μάτια μας, το γεγονός πως έχει ίσως βαλτώσει. Δεν είναι μεγάλο έργο, αλλά αφενός διαθέτει ένα πολύ δυνατό, αξιομνημόνευτο τελευταίο 15λεπτο, κι αφετέρου –όση σημασία έχει αυτό– είναι το σαφώς ανώτερο φιλμ ανάμεσα στα φετινά έργα του Διαγωνιστικού για την σύγκρουση φιξιόν και πραγματικότητας. (Το άλλο είναι το κακό Parallel Tales του Φαραντί.)
Οι Πικρές Γιορτές μπορεί να είναι γνώριμος και μάλλον σχετικά μικρότερης εμβέλειας Αλμοδόβαρ, αλλά παραμένουν μια καλή παρέα στα χέρια ενός μεγάλου, ειλικρινούς, ανοιχτόκαρδου αφηγητή – που άφοβα κάνει ιστορίες τον κόσμο γύρω του όσο και τον ίδιο του τον εαυτό, και τις ανασφάλειές του.
***
Το φεστιβάλ οδεύει σιγά σιγά προς την ολοκλήρωσή του, με την ελληνική ταινία του προγράμματος – τον Τιτανικό Ωκεανό της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη – να κάνει την πρεμιέρα του στο Ένα Κάποιο Βλέμμα, και με την προσοχή μας σε κάποιους τελευταίους τίτλους που μπορεί να κάνουν την έκπληξη της τελευταίας στιγμής. Περισσότερα για όλα αυτά στο αυριανό κείμενο.
To 79o φεστιβάλ Καννών διεξάγεται 12-23 Μαϊου. Οι ταινίες Minotaur, Fjord και Πικρές Γιορτές έχουν όλες διανομή στις ελληνικές αίθουσες.