Η τέχνη τού να είσαι Ολυμπιακός!

Διαβάζεται σε 12'
Η τέχνη τού να είσαι Ολυμπιακός!

Πέρασε το Μουντιάλ και τι καλύτερο από μία ποδοσφαιρική συνέντευξη!
Αφήνω για τίτλο, τον τίτλο του βιβλίου, γιατί είναι απίθανος και «προκλητικός» για όποιον δεν είναι Ολυμπιακός: «Η τέχνη τού να είσαι Ολυμπιακός», από τον Κωνσταντίνο Καϊμάκη και τις Εκδόσεις «δίχτυ».

(Μεγάλη, πρώτη, νοητή παρένθεση)
Ερωτεύτηκα το ποδόσφαιρο εξ απαλών ονύχων. Στο γήπεδο με πήγαινε από πολύ μικρή, η μητέρα μου, μία γυναίκα πολύ μορφωμένη και πάρα πολύ κομψή – κανονική «Ντίνα Κώνστα» στη γνωστή σειρά. Στη Λεωφόρο, στον «Τάφο του Ινδού». Αυτό το λέω γιατί για πολλά χρόνια δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί κάποιοι άνθρωποι του πνεύματος υποτιμούσαν τόσο πολύ αυτό το άθλημα.

Η μητέρα μου ήταν, επίσης, πάρα πολύ καλή φίλη του Αριστείδη Καμάρα, θρυλικού παίκτη του Παναθηναϊκού – ενός ανθρώπου που ήταν και νομικός και επίσης εξαιρετικά μορφωμένος. Έτσι μεγαλώνοντας και μη έχοντας αποφασίσει τι θα κάνω στη ζωή μου, κατά τύχη βρέθηκα δίπλα στον αείμνηστο Γιάννη Διακογιάννη να μου μαθαίνει αθλητική δημοσιογραφία -ναι, είχα αυτή την τύχη- και μετά να δουλεύω αμισθί στο αθλητικό της εφημερίδας Μεσημβρινής για να μάθω τη δουλειά.

Έχω μεταδώσει και φάσεις αγώνων στον παλιό Σκάι ενώ, πάλι λόγω συγκυριών, βρέθηκα στο πλευρό του, επίσης αείμνηστου, φιλόσοφου της μπάλας Ιβιτσα Οσιμ για να μεταφράζω συχνά από τα γαλλικά ενώ κάναμε κολλητή παρέα με εκείνον και την οικογένειά του. Γενικά, η αγάπη μου για τη στρογγυλή θεά ήταν τεράστια. Και για τον Παναθηναϊκό.

Δουλεύοντας, όμως, στο αθλητικό, απομυθοποίησα λίγο τα πράγματα και σταμάτησα να φανατίζομαι. Εδώ να σημειώσω πως ο καλύτερος μου φίλος στα παιδικά μου χρόνια ήταν ο Γιάννης Μώραλης (νυν Δήμαρχος Πειραιά) και έχω ζήσει μαζί του όλη την ειλικρινή και σκληρή του προσπάθεια στα πρώτα χρόνια που δούλευε στο Ολυμπιακό να «καθαρίσει» τους συνδέσμους φιλάθλων. Ηταν η εποχή που Πέτρος Κόκκαλης, Τζίγγερ και Ντέμης Νικολαϊδης ήθελα να εξυγιάνουν το ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφεραν.

Η πρώτη παρένθεση κλείνει και ανοίγω τη δεύτερη. Σε μια περίοδο που δούλευα στην free εφημερίδα του Γιώργου Κύρτσου, τη CITY PRESS, γνώρισα τον Κωσταντίνο Kαϊμάκη. Έγραφε κινηματογράφο, ήταν ένας εξαιρετικά ευγενικός συνάδελφος, πάντα χαμογελαστός και πρόθυμος να σου πει ό,τι ήθελες. Ποτέ δεν είχα καταλάβει ότι ήταν φανατικός Ολυμπιακός. ‘Η δεν θυμάμαι πια γιατί έχουν περάσει τρία χρόνια. Πάντως θυμάμαι έναν εξαιρετικό συνάδελφο. Πολύ πρόσφατα ήρθε στα χέρια μου το βιβλίο που έγραψε. Με μεγάλη χαρά τον πήρα τηλέφωνο για να μιλήσουμε.

Είμαι πάρα πολύ περήφανη για αυτό που κρατώ στα χέρια μου και νομίζω ότι όλοι όσοι αγαπάτε τον Ολυμπιακό αλλά και το ποδόσφαιρο και τον κινηματογράφο πρέπει να το πάρετε αυτό το βιβλίο.
Επί της ουσίας είναι μία έκδοση μεταξύ εγκυκλοπαίδειας/ντοκιμαντέρ/ταινίας. Δεν είναι απλώς η ιστορία μιας ομάδας αλλά η σχέση αυτής με την κοινωνία και την τέχνη.

Με μεγάλη μαεστρία, ο Κωνσταντίνος συναντά ταινίες, γειτονιές, συμβολισμούς, ανθρώπους, μνήμες, συγκινήσεις, ζωές, εικόνες για να χτίσει το ψυχογραφικό και κοινωνικό μωσαϊκό της ομάδας με τους περισσότερους φιλάθλους στη χώρα. Ξεχωριστές, ασφαλώς, οι αναφορές σε κινηματογραφικά «κεφάλαια» της Ελλάδας – πώς αλλιώς από έναν ειδικό του σινεμά!

Επισημαίνεται ότι στο βιβλίο φιλοξενούνται απόψεις και σχόλια ανθρώπων από διαφορετικούς χώρους της τέχνης, του πολιτισμού και της δημοσιογραφίας που συνδράμουν σημαντικά στη σύλληψη της ιδιαιτερότητας της έκδοσης.

Συμμετέχουν οι σκηνοθέτες Ηλίας Γιαννακάκης, Βασίλης Δούβλης, Σωτήρης Τσαφούλιας, Σταύρος Ψυλλάκης, Νίκος Περάκης και Θανάσης Σκρουμπέλος, οι ηθοποιοί Πυγμαλίων Δαδακαρίδης και Γιάννης Μπέζος και οι συγγραφείς Αχιλλέας Κυριακίδης, Παντελής Μπουκάλας και Αλέξης Σταμάτης.

Διαβάζουμε και τα ενδιαφέροντα κείμενα των δημοσιογράφων Θανάση Καραμπάτσου, Όλγας Νικολαΐδου, Λόλας Νταϊφά, Παναγιώτη Φρούντζου, Αντώνη Φουντή, αλλά και των κριτικών κινηματογράφου Αλέξη Δερμεντζόγλου, Γιάννη Ζουμπουλάκη και Παναγιώτη Τιμογιαννάκη, του διευθυντή φωτογραφίας Γιώργου Αρβανίτη, του σχεδιαστή φωτισμών Αλέκος Αναστασίου και του υπεύθυνου ήχου Κώστα Βαρυμποπιώτη. Μοναδικές και οι συνεντεύξεις των στιχουργού Κώστα Βίρβου και του πανεπιστημιακού Γιώργου Ρούση (που πριν λίγο καιρό έφυγε από τη ζωή).

Απέναντι λοιπόν, μία γυναίκα Παναθηναϊκός, συντάκτρια πολιτισμού και μόδας με έναν άντρα Ολυμπιακό και κριτικό κινηματογράφου!

Πώς σου ήρθε η ιδέα, λοιπόν, να γράψεις αυτό το βιβλίο; Ήταν κάτι που σκεφτόσουν ή προέκυψε τυχαία;

Δεν ήταν στις άμεσες προτεραιότητές μου. Προέκυψε μάλλον τυχαία. Σε όλη μου τη ζωή είμαι απορροφημένος κυρίως με δύο πράγματα: τον Ολυμπιακό και τον κινηματογράφο. Ένα πρωί, σε μια δημοσιογραφική προβολή που είχε γίνει στο «Άστορ» στην πλατεία Κοραή, ήρθε ο εκδότης Κώστας Πάλλης από τις εκδόσεις «δίχτυ». Είχαμε μια μικρή κουβέντα για ένα θέμα που αφορούσε τον Ολυμπιακό, άσχετο με το βιβλίο. Κάπως έτσι ήρθε η συζήτηση και μου είπε: «Θα σε ενδιέφερε να γράψεις ένα βιβλίο για σινεμά και Ολυμπιακό;». Από εκεί πήρε τον δρόμο του όλο αυτό.

Η ιδέα και η έρευνα είναι εντυπωσιακές. Πόσο καιρό σου πήρε να το γράψεις;

Περίπου έξι μήνες. Το μισό βιβλίο είναι η έρευνα που έκανα ο ίδιος, το ψάξιμο, τα κείμενα και όλη η δουλειά που χρειάστηκε. Το άλλο μισό είναι οι άνθρωποι που φιλοξενώ στο βιβλίο, οι επώνυμοι λάτρεις του Ολυμπιακού που μοιράζονται τις δικές τους ιστορίες.

Η έρευνα αυτή βασίστηκε σε πράγματα που ήδη γνώριζες ή χρειάστηκε να ξεκινήσεις από την αρχή;

Κάποια πράγματα τα ήξερα ήδη. Υπήρχε στο μυαλό μου μια συγκεκριμένη δομή για το πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ένα τέτοιο βιβλίο για τον Ολυμπιακό, αν κάποτε γινόταν. Οι περισσότερες ταινίες ήταν γνωστές. Από εκεί και πέρα, περισσότερο έψαξα αρχεία για να βρω πράγματα που μπορεί να είχαν μικρότερη προβολή, αλλά περιείχαν κάποιο στιγμιότυπο του Ολυμπιακού ή ανθρώπους του κινηματογράφου και καλλιτέχνες που είχαν αφήσει το στίγμα τους.

Ο Κωνσταντίνος Καϊμάκης
Ο Κωνσταντίνος Καϊμάκης

Τι είναι αυτό που κάνει κάποιον να αισθάνεται τόσο έντονα δεμένος με τον Ολυμπιακό; Τι διαφορετικό έχει από το να υποστηρίζει κάποιος μια άλλη ομάδα;

Ο κάθε οπαδός θα σου πει κάτι διαφορετικό. Με τα χρόνια, επειδή έχω μεγαλώσει και θεωρώ τον εαυτό μου πιο κατασταλαγμένο και ώριμο, αφήνω στην άκρη τις εύκολες ετικέτες. Νομίζω ότι είναι ένας τρόπος να γεμίσεις την καθημερινότητά σου με κάτι που συντηρεί την επαφή σου με την παιδική αθωότητα και τα χρόνια της εφηβείας.

Γιατί ο Ολυμπιακός χαρακτηρίζεται συχνά «θρησκεία» σε εισαγωγικά; Είναι κάτι που δεν μπορεί να ισχύει για άλλες ομάδες;

Νομίζω ότι δεν μπορεί να το πει κανείς αυτό. Όπως ο οπαδός του Ολυμπιακού μπορεί να πει ότι για εκείνον είναι θρησκεία, το ίδιο μπορεί να αισθάνεται και ο οπαδός οποιασδήποτε άλλης ομάδας. Κανείς δεν μπορεί να του πει ότι δεν ισχύει.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι πολύ σημαντικό: δεν θα υπήρχε Ολυμπιακός χωρίς τον Παναθηναϊκό και το αντίστροφο. Είναι οι αιώνιοι αντίπαλοι.

Ποιο ήταν το τυχαίο γεγονός που δημιούργησε αυτή την αντιπαλότητα ανάμεσα στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό;

Ήταν εκείνο το περίφημο παιχνίδι στη δεκαετία του ’30. Μέχρι τότε οι σχέσεις των δύο ομάδων ήταν καλές. Έγινε ένα ματς που κατέληξε στη μεγαλύτερη νίκη του Παναθηναϊκού στα μεταξύ τους παιχνίδια, το 8-2, και από τότε δημιουργήθηκε αυτή η μεγάλη κόντρα.
Είχαν περιγραφεί διάφορες σκηνές απείρου κάλλους, όπως ιστορίες με φέρετρα που πήγαιναν στο γήπεδο και άλλα τέτοια περίεργα περιστατικά. Από τότε ξεκινάει αυτή η αντιπαλότητα και η ειρωνεία που υπάρχει ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Έχοντας γνώση του παρασκηνίου και του τρόπου που λειτουργεί ο αθλητισμός, δεν σου έχει μετριαστεί ο φανατισμός;

Εννοείται. Γενικά, ακόμα και αν δεν υπήρχε όλο αυτό που περιγράφεις, δηλαδή το παρασκήνιο, οι στρατηγικές των οργανωμένων οπαδών και όλα αυτά που γνωρίζουμε, υπάρχει ένα στοιχείο που από μόνο του αρκεί για να καταλάβεις ότι ο φανατισμός είναι προβληματικός. Βλέπεις σήμερα νέα παιδιά να συγκρούονται και να καταστρέφουν τις ζωές τους επειδή ο καθένας υποστηρίζει άλλη ομάδα! Υπάρχει κάτι πιο φρικτό από αυτό;
Αυτό και μόνο δείχνει ότι ο φανατισμός είναι απορριπτέος, από όποια πλευρά κι αν το δει κανείς.

Γράφοντας το βιβλίο, ποια ήταν η στιγμή ή η ιστορία που σε συγκίνησε περισσότερο;

Το κομμάτι με τον Γαλάκο, που το περιγράφω στο βιβλίο. Ήταν ο αγαπημένος μου παίκτης και έζησα μαζί του την έντονη εμπειρία της απογοήτευσης της μεταγραφής του στον Παναθηναϊκό, που πιστεύω ότι σήμανε το τέλος της αθωότητας και την αρχή της ενηλικίωσής μου.

Εκεί καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν είναι μόνο αυτό που έχεις στο μυαλό σου όταν είσαι παιδί. Δεν είναι μόνο τα παιχνίδια, οι χαρές και οι λύπες. Έρχεται κάτι οδυνηρό, κάτι σοκαριστικό, μια απώλεια που σε σημαδεύει και σου δείχνει τι θα ακολουθήσει στη ζωή. Στη συνέχεια έρχονται και άλλες απώλειες, άλλες, πραγματικά, δύσκολες στιγμές. Αυτό που συνέβη με τον Γαλάκο, δεν το είδα ως προδοσία αλλά ήταν μια μεγάλη στενοχώρια.

Μάλιστα, χρόνια αργότερα συνέβη ένα τυχαίο περιστατικό: τον συνάντησα σε ένα ΑΤΜ τράπεζας. Στην αρχή δεν τον γνώρισα, αλλά όταν τον κοίταξα καλύτερα κατάλαβα ποιος ήταν. Είδα αυτό το διαπεραστικό βλέμμα και του είπα: «Εσείς είστε;».

Κάναμε μια πολύ όμορφη κουβέντα. Ήταν συγκινητικό, γιατί επιβεβαίωσα αυτά που άκουγα τόσα χρόνια στα δημοσιογραφικά γραφεία: ότι πρόκειται για έναν πολύ ξεχωριστό άνθρωπο, διαφορετικό από τους περισσότερους ποδοσφαιριστές που γνωρίζουμε.

Είναι ένας σεμνός, ταπεινός και ευγενέστατος άνθρωπος, που εκφράζει το καλό με κάθε τρόπο. Μιλήσαμε περίπου 15 λεπτά και, ενώ προσπαθούσα να του πω πράγματα για εκείνον και για το τι σημαίνει για μένα, εκείνος προσπαθούσε να το αποφύγει, να το υποβαθμίσει και να στρέψει τη συζήτηση σε εμένα: «Εσύ τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι;».

Όταν παίζουν ελληνικές ομάδες στο εξωτερικό, υποστηρίζεις τις ελληνικές ομάδες ή λειτουργείς περισσότερο ως αντίπαλος;

Όταν παίζουν οι ελληνικές ομάδες, προφανώς δεν θέλω να αποκλειστούν. Δεν θα πανηγυρίσω και έξαλλα όμως την επιτυχία μιας άλλης ελληνικής ομάδας.
Είμαι ψύχραιμος – δεν θα στενοχωρηθώ ούτε θα χαρώ ιδιαίτερα.

Πολλές φορές γίνεται η σύγκριση ανάμεσα στον προπονητή και τον σκηνοθέτη. Έχουν πράγματι κοινά στοιχεία;

Είναι συγκρίσιμα μεγέθη αφού και οι δύο έχουν να διευθύνουν μια πολυμελή ομάδα ανθρώπων. Ο σκηνοθέτης ειδικά δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στις τεχνικές γνώσεις και στις ικανότητές του – πολύ σημαντικό ρόλο παίζει το ανθρώπινο στοιχείο, ο χαρακτήρας του. Ετσι και ο προπονητής.

Βλέπουμε πολλούς παίκτες και ηθοποιούς να να δίνουν τα πάντα για τους προπονητές και τους σκηνοθέτες τους επειδή τους πιστεύουν και τους έχουν κερδίσει με τη συμπεριφορά τους. Πρόκειται για ανθρώπους που αφήνουν χώρο έκφρασης και κάνουν τους άλλους να αισθάνονται μέρος ενός συνόλου. Αντίθετα, όταν κάποιος λειτουργεί με αυταρχισμό, αλαζονεία και υπερβολική πίεση, θεωρώντας ότι η σκληρή πειθαρχία είναι το μοναδικό συστατικό της επιτυχίας, συνήθως το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που περιμένει.

Η ιστορία το έχει αποδείξει πολλές φορές, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στον αθλητισμό. Ένα παράδειγμα είναι ο Ιωαννίδης, ένας εξαιρετικός προπονητής που άφησε έντονο σημάδι στο μπάσκετ, αλλά σε κάποιες μεγάλες στιγμές το υπερβολικό άγχος που μετέφερε στους παίκτες του, τους επηρέαζε αρνητικά
Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και σε μια ταινία. Ένας πολύ αγχωτικός και αυταρχικός σκηνοθέτης μπορεί να έχει ξεκάθαρο όραμα, αλλά μπορεί να χάσει αυτό το κάτι που θα έδινε ένας ηθοποιός αν ένιωθε εμπιστοσύνη και ελευθερία. Κι έτσι μπορεί να ταινίαν α χάσει την ψυχή και την αυθεντικότητά της.

Ένας καλός ηθοποιός ή ένας σπουδαίος παίκτης μπορεί να αποδώσει χωρίς έναν καλό οδηγό;

Πρέπει να είναι κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Να είναι ένα μέγεθος όπως ο Μέσι, ο Μαραντόνα ή, στον κινηματογράφο, ο Μπράντο και σε έναν βαθμό και ο Ντε Νίρο ή ο Πατσίνο.
Ακόμη και αυτοί όμως είχαν κακές στιγμές, οι οποίες μπορεί να οφείλονταν σε πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι δεν είχαν πάντα την κατάλληλη καθοδήγηση. Όταν έχεις απέναντί σου τόσο μεγάλα μεγέθη, χρειάζεται και ένας αντίστοιχου επιπέδου άνθρωπος για να μπορέσουν να λειτουργήσουν.

Ποια θέση στο ποδόσφαιρο θεωρείς ότι απαιτεί περισσότερο μυαλό;

Θα έβαζα δύο θέσεις. Πρώτα απ’ όλα τον τερματοφύλακα. Είναι ουσιαστικά ο φύλακας της ομάδας. Πρέπει να έχει αντίληψη του παιχνιδιού, να εμπνέει εμπιστοσύνη στους υπόλοιπους και να έχει προσωπικότητα για να ανταποκριθεί στα δύσκολα παιχνίδια.
Αν έχεις έναν ασταθή ή επιπόλαιο τερματοφύλακα, που δεν μπορεί να διαχειριστεί την πίεση, υπάρχει πρόβλημα σε ολόκληρη την ομάδα.

Η δεύτερη θέση είναι το «δεκάρι». Ο εγκέφαλος της ομάδας, ο μαέστρος. Ο παίκτης που διαχειρίζεται το παιχνίδι, δημιουργεί, παίρνει πρωτοβουλίες και στα δύσκολα μπορεί να πάρει την ομάδα από το χέρι και να την οδηγήσει.
Τέτοιοι παίκτες ήταν ο Πελέ και ο Ζιντάν. Είναι οι ποδοσφαιριστές που ξεχωρίζουν και αλλάζουν τη μοίρα μιας ομάδας.

Αν ο Ολυμπιακός παίζει ένα πολύ κρίσιμο παιχνίδι και την ίδια μέρα έχει πρεμιέρα μια πολύ σημαντική ταινία στην οποία είσαι καλεσμένος, πού θα πας;

Στον Ολυμπιακό. Δεν το συζητώ.

Υ.Γ. Το κείμενο είναι αφιερωμένο στους δύο πιο αγαπημένους μου Ολυμπιακούς αυτή τη στιγμή και φανατικούς – στον πατέρα μου και στον κουμπάρο μου, Dr. Πάνο Κίτρου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα