Αεροπορικός τουρισμός: Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία της Ελλάδας σε μια αγορά 100 δισ. ευρώ
Διαβάζεται σε 4'
Στην Ελλάδα οι γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι υψηλές χρεώσεις, η έλλειψη θέσεων στάθμευσης, τα προβλήματα στον ανεφοδιασμό καυσίμων και οι περιορισμοί στη λειτουργία πολλών αεροδρομίων αποτρέπουν ουσιαστικά την ανάπτυξη του συγκεκριμένου τομέα.
- 15 Ιουλίου 2026 07:15
Παρά τη διεθνή αναγνώριση της Ελλάδας ως κορυφαίου τουριστικού προορισμού, η χώρα εξακολουθεί να μένει εκτός μιας ιδιαίτερα δυναμικής αγοράς που αφορά τον αεροπορικό τουρισμό και τη Γενική Αεροπορία. Πρόκειται για έναν κλάδο που στην Ευρώπη παράγει ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 100 δισ. ευρώ και απευθύνεται σε ταξιδιώτες υψηλής αγοραστικής δύναμης, οι οποίοι συμβάλλουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη των τοπικών οικονομιών και στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.
Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην αξιοποιεί αυτή την προοπτική, εξαιτίας χρόνιων θεσμικών, διοικητικών και επιχειρησιακών εμποδίων.
Το ζήτημα επανέρχεται στο προσκήνιο με αφορμή την επικείμενη παραχώρηση των 22 περιφερειακών αεροδρομίων που διαχειρίζεται σήμερα η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας. Οι εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη διαδικασία αποτελεί ίσως την τελευταία μεγάλη ευκαιρία ώστε να ενσωματωθούν στις συμβάσεις παραχώρησης προβλέψεις που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη της Γενικής Αεροπορίας, κάτι που –όπως επισημαίνουν– δεν συνέβη κατά την πρώτη παραχώρηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων.
Έλλειψη πλαισίου
Το θέμα ανέδειξαν η Εθνική Ελληνική Επιτροπή του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC Ελλάς), μέσω του νεοσύστατου Τομέα Αεροπορικής Ανάπτυξης, και η Πανελλήνια Ένωση Πιλότων, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα, παρά τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, εξακολουθεί να στερείται ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για την ανάπτυξη του αεροπορικού τουρισμού.
Όπως επισήμανε ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Πιλότων, Γιώργος Τσιπριάνης, στην Ευρώπη δραστηριοποιούνται περίπου 100.000 αεροσκάφη Γενικής Αεροπορίας και περισσότεροι από 150.000 χειριστές, οι οποίοι πραγματοποιούν συνεχείς διασυνοριακές μετακινήσεις.
Πρόκειται για ένα κοινό με σημαντική οικονομική επιφάνεια, το οποίο κατευθύνει υψηλές δαπάνες σε προορισμούς που διαθέτουν τις κατάλληλες υποδομές και υπηρεσίες. Αντίθετα, στην Ελλάδα, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι υψηλές χρεώσεις, η έλλειψη θέσεων στάθμευσης, τα προβλήματα στον ανεφοδιασμό καυσίμων και οι περιορισμοί στη λειτουργία πολλών αεροδρομίων αποτρέπουν ουσιαστικά την ανάπτυξη του συγκεκριμένου τομέα.
Το παράδειγμα της Ιταλίας
Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με την Ιταλία, η οποία διαθέτει εκατοντάδες αεροδρόμια και πεδία προσγείωσης για αεροσκάφη Γενικής Αεροπορίας, προσελκύοντας σημαντικό αριθμό επισκεπτών υψηλού εισοδήματος.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, εξακολουθούν να ισχύουν διαδικασίες και περιορισμοί που δεν συναντώνται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και για πτήσεις εντός της ζώνης Σένγκεν, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Σημειώνεται ότι σήμερα στην Ελλάδα είναι καταγεγραμμένα περίπου 240 ιδιωτικά αεροσκάφη, 130 ιδιωτικά ελικόπτερα και περισσότεροι από 2.200 πιστοποιημένοι πιλότοι, μία βάση που, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου, παραμένει ουσιαστικά αναξιοποίητη.
Η νέα παραχώρηση
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει της παραχώρησης των 22 περιφερειακών αεροδρομίων για περίπου 40 χρόνια, μία διαδικασία που συνοδεύεται από επενδύσεις ύψους 200 έως 300 εκατ. ευρώ.
Όπως επισημαίνουν οι φορείς, η επιτυχία του εγχειρήματος δεν θα κριθεί μόνο από την αναβάθμιση των υποδομών ή την αύξηση της επιβατικής κίνησης, αλλά και από το κατά πόσο τα αεροδρόμια θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ως κόμβοι Γενικής και Επιχειρηματικής Αεροπορίας, αεροπορικής εκπαίδευσης και ειδικών μορφών τουρισμού.
Οι αλλαγές που προτείνει ο κλάδος
Συγκεκριμένα, το ICC Ελλάς προτείνει να διαχωριστούν οι υποχρεώσεις του μελλοντικού παραχωρησιούχου από τις παρεμβάσεις που οφείλει να υλοποιήσει η Πολιτεία, με στόχο τη δημιουργία ενός σταθερού και λειτουργικού περιβάλλοντος που θα καταστήσει τα ελληνικά αεροδρόμια ελκυστικά για τη Γενική Αεροπορία.
Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται:
- η διασφάλιση επαρκών θέσεων στάθμευσης,
- η διαθεσιμότητα καυσίμων,
- η εφαρμογή διαφανών και αναλογικών χρεώσεων,
- η βελτίωση της επίγειας εξυπηρέτησης,
- η πρόβλεψη εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων όπου αυτό είναι εφικτό,
- καθώς και η προσαρμογή των διαδικασιών για τις πτήσεις εντός Σένγκεν, ώστε να εξαλειφθούν περιττά διοικητικά εμπόδια.
Παράλληλα, οι φορείς ζητούν τη δημιουργία ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων για την αεροπορική εκπαίδευση, καθώς και την αναθεώρηση του πλαισίου των αεροδρομιακών τελών και των φορολογικών επιβαρύνσεων, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας.