Ανεκμετάλλευτος θησαυρός ύποπτων συναλλαγών
Σημαντικά έσοδα για το κράτος σε αναφορές για βρώμικο και μαύρο χρήμα που αρχειοθετήθηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια
- 28 Ιανουαρίου 2013 09:33
Σημαντικά φορολογικά έσοδα χάνονται για το δημόσιο λόγω της αδυναμίας ελέγχου των χιλιάδων αναφορών για ύποπτες συναλλαγές από τράπεζες, επενδυτικές εταιρείες, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και άλλες επιχειρήσεις, οι οποίες συσσωρεύονται κατά χιλιάδες στις βάσεις δεδομένων της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Ενέργειες.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας “Τα Νέα”, πραγματοποιούνται κατά μέσο όρο σχεδόν 3.000 αναφορές ανά έτος, ενώ μόνο τη διετία 2008-2009 δεν “ανοίχθηκαν” περισσότερες από 1.380 υποθέσεις.
Στην τελευταία έκθεσή του, το ΔΝΤ κάνει λόγο για κάποια “εργαλεία” τα οποία δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για την πάταξη της φοροδιαφυγής και την αύξηση των εσόδων της χώρας.
“Κατά τις προσπάθειες καλύτερης χρήσης του ελληνικού μηχανισμού καταπολέμησης ξεπλύματος χρημάτων έχει παραχθεί μεγάλος αριθμός αναφορών ύποπτων συναλλαγών προς την Αρχή, αλλά αυτές οι εύκολα αξιοποιήσιμες πληροφορίες δεν έχουν αποτελέσει προτεραιότητα της φορολογικής διοίκησης”, αναφέρεται χαρακτηριστικά σε έκθεση του Ταμείου που συντάχτηκε στα τέλη Δεκεμβρίου του 2012.
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσαν “Τα Νέα” από την Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (FATF), τον διεθνή οργανισμό που εποπτεύει τις κρατικές Αρχές καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, και από τις εκθέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το ξέπλυμα χρήματος, στην Ελλάδα έχουν πραγματοποιηθεί 19.371 αναφορές ύποπτων συναλλαγών από τον Απρίλιο του 1997 έως το τέλος του 2011.
Αναξιοποίητες αναφορές για μαύρο χρήμα
Η αξιοποίησή τους, όπως προκύπτει από αναφορές των εν λόγω φορέων, βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα για περισσότερο από μια δεκαετία.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως κατά την περίοδο 2001 – 2006, οπότε έφταναν στα γραφεία της ελληνικής Αρχής από 750 έως 1.200 αναφορές ετησίως, μόλις το 1,5% με 3,5% των υποθέσεων παραπεμπόταν στις εισαγγελικές Αρχές.
Έτσι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο η συντριπτική πλειονότητα των στοιχείων που έστελναν οι τράπεζες, οι επενδυτικές εταιρείες και οι υπόλοιπες υπόχρεες επιχειρήσεις μπήκε στο συρτάρι και από το σύνολο των 5.476 αναφορών αρχειοθετήθηκαν προσωρινά ή μόνιμα οι 4.875.
“Οι υποθέσεις που έχουν τεθεί στο αρχείο είναι πλήρως αξιοποιήσιμες. Αρκετές φορές όσο βρισκόμουν στην υπηρεσία είχαμε ανασύρει αναφορές ύποπτων συναλλαγών και έπειτα από περαιτέρω έρευνα προέκυπταν αποτελέσματα.
Κατά τη γνώμη μου μπορούν να υπάρξουν σημαντικά ευρήματα από την ανάσυρση τέτοιων υποθέσεων και την επεξεργασία των στοιχείων που έχουν αρχειοθετηθεί” αναφέρει στέλεχος της Αρχής που έχει χειριστεί πλήθος υποθέσεων.
Αύξηση των αναφορών από το 2008
Το πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Αρχής αναφέρει ότι μεγάλο ενδιαφέρον κρύβεται στις υποθέσεις που έχουν αρχειοθετηθεί την τελευταία πενταετία, καθώς από το 2008 και μετά άρχισαν να φτάνουν στην Αρχή αναφορές ύποπτων συναλλαγών όχι μόνο για βρώμικο χρήμα αλλά και για μαύρο χρήμα από το οποίο μπορούν να προκύψουν σημαντικά φορολογικά έσοδα.
Το 2008 οι αναφορές ύποπτων συναλλαγών από τα υπόχρεα νομικά πρόσωπα διπλασιάστηκαν σε σχέση με το προηγούμενο έτος και από 1.432 έφτασαν τις 2.899 σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν σε έκθεση της FATF το 2010.
Από την ίδια έκθεση προκύπτει πως ο μεγάλος όγκος των αναφορών δεν αξιοποιήθηκε πλήρως, καθώς “ανοίχτηκε” μόνο το 71,5% των υποθέσεων το 2008, δηλαδή 822 αναφορές ύποπτων συναλλαγών έμειναν στο ράφι.
Το 2009 υπήρξε ελαφρά βελτίωση, καθώς από τις 2.304 αναφορές εξετάστηκαν οι 1.739, δηλαδή το 75%, με επιπλέον 565 να μένουν αναξιοποίητες.
Στην αξιολόγηση της FATF επισημαινόταν τότε ότι ο αριθμός των αναφορών αυξήθηκε εξαιτίας των αναφορών αυξήθηκε εξαιτίας της πληθώρας “φορολογικών αδικημάτων” που περιλαμβάνονταν σε αυτές.