Επιτόκια: Τι σημαίνει η νέα απειλή αυξήσεων για επιχειρήσεις και νοικοκυριά
Διαβάζεται σε 4'
Οι αγορές προεξοφλούν νέα αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο και πιθανότατα μια δεύτερη κίνηση τον Δεκέμβριο. Πώς επηρεάζονται στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, ποιοι δανειολήπτες θα δουν υψηλότερες δόσεις και γιατί αναμένεται να συγκρατηθεί μέρος της επιβάρυνσης στο κόστος χρηματοδότησης.
- 20 Ιουλίου 2026 06:59
Η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και οι φόβοι για νέο κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια επαναφέρουν στο προσκήνιο το σενάριο μιας πιο αυστηρής νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Οι αγορές πλέον προεξοφλούν σχεδόν βέβαιη αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, ενώ αποδίδουν σημαντικές πιθανότητες και για δεύτερη αύξηση τον Δεκέμβριο. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις αυτές, το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ θα διαμορφωθεί στο 2,75% από 2,25% σήμερα.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις το ερώτημα είναι απλό: πόσο θα αυξηθεί το κόστος δανεισμού και ποιοι θα επηρεαστούν περισσότερο;
Οι επιχειρήσεις θα δουν ακριβότερο χρήμα
Οι πρώτες που επηρεάζονται από κάθε μεταβολή των επιτοκίων είναι οι επιχειρήσεις που αναζητούν νέα χρηματοδότηση. Ένα υψηλότερο euribor μεταφράζεται σε μεγαλύτερο κόστος εξυπηρέτησης για τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, ενώ αυξάνει και το κόστος νέων επενδυτικών σχεδίων.
Ωστόσο, η εικόνα σήμερα διαφέρει σημαντικά σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια. Οι τράπεζες βρίσκονται σε έντονο ανταγωνισμό για τη χρηματοδότηση υγιών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μεγάλων εταιρειών, οι οποίες έχουν πλέον πρόσβαση όχι μόνο στον τραπεζικό δανεισμό αλλά και στις αγορές ομολόγων, στα επενδυτικά κεφάλαια, καθώς και στα χρηματοδοτικά εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης και της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν τα επιτόκια της ΕΚΤ αυξηθούν, οι τράπεζες είναι πιθανό να απορροφήσουν μέρος της επιβάρυνσης μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους (spreads), ώστε να μη χάσουν πελάτες.
Τραπεζικά στελέχη εκτιμούν ότι η πίεση θα είναι μεγαλύτερη στα μικρά επιχειρηματικά δάνεια, όπου υπάρχουν λιγότερες εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, ενώ στις μεγάλες επιχειρήσεις ο ανταγωνισμός θα συνεχίσει να λειτουργεί ως «φρένο» στις αυξήσεις.
Στα στεγαστικά δεν αναμένονται μεγάλες ανατιμήσεις
Παρά το ενδεχόμενο νέας αύξησης των ευρωπαϊκών επιτοκίων, οι ελληνικές τράπεζες δεν δείχνουν διάθεση να αυξήσουν σημαντικά το κόστος των στεγαστικών δανείων.
Αντίθετα, από τις αρχές του έτους έχουν περιορίσει τα spreads και έχουν λανσάρει νέα προγράμματα σταθερού επιτοκίου, προκειμένου να στηρίξουν τη ζήτηση σε μια αγορά που παραμένει στρατηγικής σημασίας.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι το μέσο επιτόκιο στα νέα στεγαστικά έχει υποχωρήσει τους τελευταίους μήνες, παρά τη διατήρηση των ευρωπαϊκών επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα.
Οι τράπεζες επιδιώκουν να ενισχύσουν τις νέες χορηγήσεις, καθώς η στεγαστική πίστη εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης, ενώ σημαντική ώθηση δίνει και το πρόγραμμα «Σπίτι μου».
Έτσι, ακόμη και σε περίπτωση νέας αύξησης από την ΕΚΤ, εκτιμάται ότι οι μεταβολές στα στεγαστικά θα είναι περιορισμένες, τουλάχιστον για τα νέα δάνεια.
Ποιοι δανειολήπτες θα πληρώσουν περισσότερο
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση αφορά όσους έχουν ήδη δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου. Κάθε αύξηση κατά 0,25% στο euribor μεταφέρεται σταδιακά στις μηνιαίες δόσεις, με την Τράπεζα της Ελλάδος να υπολογίζει ότι η προσαρμογή ολοκληρώνεται συνήθως μέσα σε έναν έως δύο μήνες.
Έτσι, νοικοκυριά και επιχειρήσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο θα δουν τις δόσεις τους να αυξάνονται, εφόσον η ΕΚΤ προχωρήσει στις κινήσεις που προεξοφλούν σήμερα οι αγορές.
Αντίθετα, όσοι έχουν επιλέξει σταθερό επιτόκιο δεν επηρεάζονται μέχρι τη λήξη της περιόδου σταθερότητας.
Κερδισμένες οι τράπεζες
Για τις τράπεζες, μία ήπια άνοδος των επιτοκίων αποτελεί θετική εξέλιξη. Το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου δανείων τους είναι κυμαινόμενου επιτοκίου και ακολουθεί τις μεταβολές του euribor, γεγονός που ενισχύει τα καθαρά έσοδα από τόκους.
Παράλληλα, οι διοικήσεις θεωρούν ότι μια περιορισμένη αύξηση των επιτοκίων δεν θα οδηγήσει σε σημαντική επιδείνωση της ποιότητας των δανείων, καθώς επιχειρήσεις και νοικοκυριά εμφανίζονται σήμερα οικονομικά ισχυρότερα σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Το μεγάλο στοίχημα
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η νέα γεωπολιτική κρίση θα οδηγήσει σε μια προσωρινή αύξηση των επιτοκίων ή σε έναν νέο, παρατεταμένο κύκλο αυστηρής νομισματικής πολιτικής;
Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν παροδικές, οι επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία αναμένεται να είναι περιορισμένες, καθώς ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών λειτουργεί ως ανάχωμα στις αυξήσεις του κόστους δανεισμού.
Αν όμως η ενεργειακή κρίση αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και η ΕΚΤ αναγκαστεί να προχωρήσει σε περισσότερες αυξήσεις από όσες προεξοφλεί σήμερα η αγορά, τότε το κόστος χρηματοδότησης θα αυξηθεί αισθητά, επηρεάζοντας τόσο τις επενδύσεις των επιχειρήσεων όσο και τη δυνατότητα των νοικοκυριών να αποκτήσουν κατοικία ή να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους.