Φρένο στην επιβολή νέων φόρων
Ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Προβόπουλος, υπέβαλε στη βουλή την ενδιάμεση έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική. Η έκθεση αναφέρει ότι η οικονομία δεν αντέχει άλλη αύξηση των φορολογικών συντελεστών. Προτάσεις για λουκέτα και ΤΕΙ και περικοπές στα ΚΑΠΗ για να περιορισθεί η σπατάλη
- 26 Οκτωβρίου 2010 12:32
Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια για αύξηση των φορολογικών συντελεστών και για την επιτυχή έκβαση του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής που εφαρμόζει η χώρα μας από τον περασμένο Μάιο, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γ. Προβόπουλος θέτει δύο προϋποθέσεις στην ενδιάμεση Εκθεση της ΤτΕ για τη Νομισματική Πολιτική που υποβλήθηκε σήμερα στη Βουλή και στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Συγκεκριμένα όπως αναφέρει η πρώτη προϋπόθεση επιτυχίας του Προγράμματος είναι η επάρκεια και η αποτελεσματικότητα των μηχανισμών που καλούνται να το εφαρμόσουν, δηλαδή της δημόσιας διοίκησης.
Στην κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη δρομολογηθεί σημαντικές αλλαγές, που πρέπει να ολοκληρωθούν χωρίς παρεκκλίσεις και καθυστερήσεις. Ωστόσο αυτές είναι ανεπαρκείς καθώς όπως αναφέρει η Έκθεση απαιτείται μια συνολική, ριζική ανασυγκρότηση του κράτους πάνω σε νέες βάσεις, έτσι ώστε οι λειτουργίες του να μην αντιστρατεύονται τη δημιουργική πρωτοβουλία αλλά, αντίθετα, να την ενθαρρύνουν.
Ο διοικητής της ΤτΕ προτείνει την άμεση συγχώνευση ή κατάργηση των 5.000 Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και να υπάρξουν περικοπές στα ΚΑΠΗ.
Επίσης ζητά να περιορισθεί ο αριθμός των ΤΕΙ, να περιορισθούν οι δαπάνες για τη μεταφορά μαθητών από τα απομακρυσμένα χώρια στα σχολεία και ανασταλούν για μια πενταετία οι δραστηριότητες της γενικής γραμματείας νέας γενιάς. Κρίνει ακόμα επιβεβλημένο τον περιορισμό των κρατικών καναλιών.
Η δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εξασφάλιση της συνέχειας της εφαρμογής του Προγράμματος. Η ΤτΕ εκτιμά ότι ένας από τους κύριους λόγους που οδηγηθήκαμε στη σημερινή κρίση είναι ότι στο παρελθόν ανάλογα σταθεροποιητικά προγράμματα που άρχισαν να εφαρμόζονται δεν ολοκληρώθηκαν, καθώς έχασαν σύντομα την ορμή τους και τελικώς εγκαταλείφθηκαν. Με αυτές τις παλινωδίες, λίγους μήνες μετά τη διακοπή ενός προγράμματος εξανεμίζονταν όσα οφέλη είχαν προκύψει και η οικονομία επανερχόταν στο ίδιο επίπεδο όπου βρισκόταν πριν από την έναρξη του προγράμματος ή και σε χαμηλότερο.
Η ΤτΕ υπογραμμίζει την ανάγκη συνέχισης της δημοσιονομικής προσαρμογής όμως αυτή θα πρέπει πλέον να επικεντρωθεί στην περιστολή της σπατάλης καθώς όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια αύξησης των φορολογικών συντελεστών επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων.
Η ΤτΕ προειδοποιεί ότι ο δρόμος για την ανάπτυξη θα είναι μακρύς και επίπονος. Εως ότου γίνει αισθητή η βελτίωση θα υπάρξει κάποιο διάστημα επιδείνωσης. Για φέτος προβλέπεται συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 4% , ενώ προβλέπεται συνέχιση της ύφεσης και το 2011 αν και με μικρότερη ένταση. Το σχέδιο δράσης που προτείνει η ΤτΕ οφείλει να περιλαμβάνει δύο βασικούς άξονες. Πρώτον την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και ενίσχυση της εξωστρεφούς ανάπτυξης. Δεύτερον, τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματική δραστηριότητα με την βελτίωση του θεσμικού πλαισίου.
Καμία πιθανότητα αναδιάρθρωσης
Ο κ. Προβόπουλος απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του Δημοσίου Χρέους επισημαίνοντας ότι η επιφυλακτικότητα που δείχνουν οι αγορές με αποτέλεσμα οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων να διατηρούνται ακόμη σε υψηλό επίπεδο. Προσθέτει μάλιστα ότι η επιφυλακτικότητα των αγορών τροφοδοτείται και από αναλύσεις που θεωρούν αναπόφευκτη την αναδιάρθρωση του χρέους, προεξοφλώντας ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι καθηλωμένοι σε χαμηλό επίπεδο.
Για τις εξελίξεις στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα ο διοικητής της ΤτΕ τάσσεται υπέρ των στρατηγικών συνεργασιών και των συγχωνεύσεων.
Εκτιμά ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές τράπεζες οφείλονται κυρίως στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Υποστηρίζει ότι ότι τα μεγέθη του τραπεζικού τομέα δεν θα μεταβληθούν επί τα βελτίω, εάν πρωτίστως δεν διορθωθούν οι παράγοντες εκείνοι που ασκούν πιέσεις στην πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζών και κατ’ επέκταση στη δυνατότητά τους να αντλούν κεφάλαια από τις αγορές χρήματος και κεφαλαίων