Scott A Garfitt/Invision/AP

ΑΣΓΚΑΡ ΦΑΡΑΝΤΙ ΣΤΟ NEWS24/7: “ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΡΑΝ”

Ο βραβευμένος με Όσκαρ δημιουργός του “Ένας Χωρισμός” επιστρέφει με την νέα του ταινία “Παράλληλες Ιστορίες” με την Ιζαμπέλ Ιπέρ και μιλάει στο NEWS24/7 από το φεστιβάλ Καννών.

«Δεν βλέπω καθόλου τον εαυτό μου ως οικουμενικό σκηνοθέτη», παραδέχεται ο Ασγκάρ Φαραντί μιλώντας μας τον περασμένο Μάιο στο φεστιβάλ Καννών. Μια σημαντική δήλωση, προερχόμενη από έναν σκηνοθέτη που αφενός έγινε γνωστός για την καθηλωτική του καταγραφή της σύγχρονης, λαβυρινθώδους ιρανικής κοινωνίας και των αδιεξόδων της, αλλά αφετέρου δεν διστάζει εδώ και πολλά χρόνια να μετακινείται δημιουργικά, ανάμεσα σε Ευρώπη και Ιράν.

Ένας από τους σπουδαιότερους χρονολόγους της σύγχρονης ιρανικής κοινωνίας, ο Φαραντί έγινε πασίγνωστος στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα με τα Τι Απέγινε η Έλι; και με το Ένας Χωρισμός το οποίο κέρδισε και το Όσκαρ Διεθνούς Φιλμ θεμελιώνοντας ένα νέο, νευρώδες, ηλεκτρισμένο είδος κοινωνικού θρίλερ που τελειοποίησε ο ίδιος.

Έκτοτε, ο πολυβραβευμένος δημιουργός μετακινείται ανάμεσα στην Ευρώπη και το Ιράν: Το Παρελθόν αποτέλεσε το ντεμπούτο του στη Γαλλία, το Everybody Knows με Μπαρδέμ-Κρουζ ήταν το ντεμπούτο στα ισπανικά, αλλά ενδιάμεσα σε αυτά με τον Εμποράκο κέρδισε το δεύτερο Όσκαρ του.

Οι Παράλληλες Ιστορίες είναι η επιστροφή του στην Ευρώπη μετά το Ένας Ήρωας (για το οποίο μάλιστα βραβεύτηκε στις Κάννες), με ένα εντυπωσιακό γαλλόφωνο καστ που περιλαμβάνει Ιζαμπέλ Ιπέρ, Βιρζινί Εφιρά και Βενσάν Κασέλ, αλλά και ευρωπαϊκή έμπνευση: Η ταινία αποτελεί ριμέικ ενός φιλμ του Δεκαλόγου του Κισλόφσκι.

Με αφορμή τη νέα του ταινία (που κυκλοφορεί στα σινεμά από το Cinobo), ο Ασγκάρ Φαραντί μίλησε στο NEWS24/7 στο φεστιβάλ Καννών, όπου το φιλμ έκανε παγκόσμια πρεμιέρα ως μέρος του Διαγωνιστικού τμήματος. Εκεί, ο πολυβραβευμένος ιρανός auteur μας μίλησε για την σύγκρουση αφηγήσεων στην καθημερινή μας πολιτική και κοινωνική ζωή, για την συνεργασία με την Ιζαμπέλ Ιπέρ, για την έμπνευση που συνεχίζει να είναι ο Κισλόφσκι, αλλά και για το λόγο που, όπως μας λέει, «πάντα θα ζω στο Ιράν».

Ο Ασγκάρ Φαραντί με τις δύο μεγάλες πρωταγωνίστριες της ταινίας του, Βιρζινί Εφιρά και Ιζαμπέλ Ιπέρ. AP Photo/John Locher

Συχνά σκηνοθέτες εμπνέονται από την πραγματικότητα, στη συγκεκριμένη περίπτωση εμπνευστήκατε από τη μυθοπλασία.

Προσπαθώ να αποφεύγω το να πρέπει να πω για τι πράγμα είναι η ταινία. Δεν είναι αυτή η κατεύθυνση που ακολουθώ στις ταινίες μου. Αλλά, στην πραγματικότητα, για αυτή την ταινία ήταν η πρώτη φορά που αποδέχτηκα τον πειρασμό να δουλέψω πάνω σε ένα άλλο κινηματογραφικό έργο.

Μου έγινε η πρόταση να διασκευάσω τον Δεκάλογο του Κισλόφσκι. Στην αρχή δεν με ενδιέφερε, αλλά είχα αυτή τη συζήτηση με τον Κριστόφ Πιέσεβιτς, που ήταν ο σεναριογράφος του Κισλόφσκι και, δυστυχώς, πέθανε χθες [σσ. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Μάιο, μια μέρα μετά τον θάνατο του Πιέσεβιτς]. Και μετά τη συζήτησή μας σκέφτηκα ότι ήταν αρκετά δελεαστικό, πιθανότατα δύσκολο, ενδιαφέρον, για μία φορά να ξεκινήσω από κάποιο κινηματογραφικό υλικό, να αρχίσω να επεξεργάζομαι ένα σενάριο εμπνευσμένο από μια άλλη ταινία, ένα άλλο σενάριο.

Και πιθανότατα η ίδια η διαδικασία έγινε το θέμα της ταινίας. Το γεγονός ότι είχα εμπνευστεί από μια ιστορία και το πώς η πραγματικότητα και η μυθοπλασία τροφοδοτούν η μία την άλλη έγινε, ουσιαστικά, η ουσία της ταινίας.

Και αυτό σχετίζεται πολύ με τη ζωή μας σήμερα. Όλοι έχουμε κάποιου είδους τηλεσκόπια και κοιτάζουμε τις ζωές των άλλων, θεωρώντας ότι αυτό που βλέπουμε μέσα από αυτή την τρύπα είναι η συνολική εικόνα της ζωής τους. Είναι λοιπόν η ταινία, με πολλούς τρόπους, και για το πώς όλοι συνδέονται μεταξύ τους, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, είτε το θέλουν είτε όχι.

Θα σου δώσω ένα παράδειγμα που ίσως έχει ενδιαφέρον σε σχέση με αυτό το ζήτημα.

Έχω έναν φίλο που είναι εικαστικός και φτιάχνει γλυπτά, και ένα μουσείο στο Ιράν τού ανέθεσε να φτιάξει ένα γλυπτό με το πρόσωπο μιας πολύ σημαντικής σύγχρονης ιστορικής προσωπικότητας του Ιράν. Έπρεπε, λοιπόν, να είναι πολύ πιστό, πολύ ακριβές ως προς το πρόσωπο του ανθρώπου.

Είχε κάνει την έρευνά του. Είχε φωτογραφίες και τελικά ολοκλήρωσε ένα έργο με το οποίο ήταν πολύ ευχαριστημένος. Πίστευε ότι έμοιαζε πραγματικά με το πρωτότυπο. Πήγε στο μουσείο και του είπαν: «Μα όχι, αυτός δεν μοιάζει με τον άνθρωπο. Δεν είναι αυτό που σας αναθέσαμε». «Μα κοιτάξτε τη φωτογραφία. Είναι ακριβώς ίδιος». Και του είπαν: «Όχι, όχι, δεν αυτό θέλουμε».

Γιατί, στην πραγματικότητα, υπήρχε μια σειρά για αυτόν τον άνθρωπο και ένας διάσημος ηθοποιός υποδυόταν την ιστορική προσωπικότητα. Έτσι, αυτό που ήθελαν ήταν το πρόσωπο του ηθοποιού, όχι το πρόσωπο του πραγματικού ανθρώπου.

Και αυτή είναι μια ιστορία που μου έμεινε πραγματικά. Έχει πολύ ενδιαφέρον το πώς η μυθοπλασία, ή μια αφήγηση που κατασκευάζεις γύρω από την πραγματικότητα, καταλήγει να γίνεται σημείο αναφοράς περισσότερο από την ίδια την πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω της.

Ειδικά τώρα, με τον πολλαπλασιασμό των αφηγήσεων γύρω από κάθε γεγονός, κάθε πραγματικό περιστατικό. Έχεις διαφορετικές αφηγήσεις γύρω του. Γι’ αυτό και τώρα μιλούν για «πόλεμο των αφηγήσεων». Αυτό ακριβώς είναι: το να μπορείς να βρεις τον δρόμο σου ανάμεσα σε όλες αυτές τις διαφορετικές, αντικρουόμενες αφηγήσεις.

©CaroleBethuel

Αυτή η ταινία έχει αρκετά δραματικά στοιχεία, αλλά βλέποντάς την είχα την αίσθηση ότι πίσω από αυτά υπήρχε ένας σκηνοθέτης που έπαιζε με τα στοιχεία της αφήγησης και με τα εργαλεία του κινηματογράφου. Πώς ήταν αυτή η διαδικασία;

Ήξερα ότι ήταν ένα ριψοκίνδυνο σενάριο. Εννοώ, όταν ολοκληρώθηκε το σενάριο, ήξερα ότι μερικές φορές γράφεις κάτι και ξέρεις ότι θα λειτουργήσει. Ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην ασφαλή πλευρά όταν κάνεις μια τέτοια ταινία.

Αλλά αυτή πηγαίνει κόντρα στην τάση του σημερινού κινηματογράφου. Αν έχεις συνηθίσει να βλέπεις πολύ ευθείες, γραμμικές ιστορίες, τότε, φυσικά, αυτή η πολλαπλότητα οπτικών γωνιών, αφηγήσεων, είναι σύνθετη. Είναι απαιτητική. Δεν είναι εύκολη. Δεν είναι μια ταινία που ευχαριστεί το κοινό από την πρώτη του επαφή μαζί της.

Οπότε, ίσως ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά είναι αυτό που ένιωθα ότι έπρεπε να κάνω προσωπικά, σε δημιουργικό επίπεδο, σε αυτό το στάδιο της καριέρας μου.

Και το απλοποιήσαμε λίγο στο μοντάζ.

Θυμάμαι ότι όταν το σενάριο ήταν έτοιμο και κάποιοι από τους παραγωγούς το διάβασαν, από σεβασμό προς εμένα δεν θα το επέκριναν, αλλά έλεγαν: «Ω, πώς θα χρηματοδοτήσουμε αυτή την ταινία;» Γιατί είναι σύνθετη. Υπάρχει ένα επίπεδο πολυπλοκότητας που μπορεί να κάνει τους ανθρώπους διστακτικούς σε αυτό το στάδιο της χρηματοδότησης.
Και έτσι, όχι ότι άλλαξα κάτι ή αφαίρεσα κάτι στο μοντάζ, αλλά προσπάθησα απλώς να κάνω ορισμένα πράγματα λίγο πιο ξεκάθαρα, πιο εύκολα.

Δυστυχώς, αυτή είναι η τάση του κινηματογράφου σήμερα. Μόλις κάτι γίνει λίγο απαιτητικό, μόλις χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις το μυαλό σου, να περιμένεις και να δεις τι συμβαίνει στην ταινία, γίνεται προβληματικό. Γίνεται προβληματικό όχι μόνο για τους θεατές, αλλά ακόμη και για τους ειδικούς, για τους κριτικούς. Τώρα τα πράγματα πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρα από την αρχή.

Στην ταινία σας υπάρχουν τρεις ηθοποιοί που υποδύονται ο καθένας δύο διαφορετικούς χαρακτήρες στον ίδιο χώρο, στο στούντιο. Πώς οργανώσατε τη διαδικασία των γυρισμάτων; Προσπαθήσατε να γυρίσετε πρώτα όλα τα κομμάτια της “πραγματικότητας” με κάποιους ηθοποιούς και μετά το κομμάτι της μυθοπλασίας ή τα αναμείξατε λίγο;

Ξεκινήσαμε με το κομμάτι της μυθοπλασίας. Γυρίσαμε πρώτα όλες τις σκηνές μυθοπλασίας στο στούντιο. Και δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά ακόμη και το ίδιο το στούντιο, ο χώρος, άλλαζε. Έτσι έπρεπε να ολοκληρώσουμε αυτό το κομμάτι και μετά να αλλάξουμε τον χώρο και να τον μεταμορφώσουμε.

Αλλά ήθελα τα πάντα να είναι διακριτικά. Υπάρχουν λοιπόν μικρές αλλαγές: χρώματα, αντικείμενα, φώτα. Κάθε φορά, η διαφορά, η διάκριση ανάμεσα στους δύο κόσμους, είναι αρκετά διακριτική.

Μπορεί να αφορά τον τόνο του ηθοποιού. Μπορεί να είναι ο φωτισμός. Μπορεί να είναι η στάση. Μπορεί να είναι το κοστούμι. Αλλά δεν ήθελα να είναι υπερβολικά προφανές.

Σε ό,τι αφορά την υποκριτική, ζήτησα πραγματικά από τους ηθοποιούς μου, στο κομμάτι της μυθοπλασίας, να έχουν έναν τρόπο ερμηνείας που να είναι θεατρικός. Είναι περισσότερο ένας τρόπος υποκριτικής που παραπέμπει στο κλασικό σινεμά, ενώ στο κομμάτι της πραγματικότητας είναι περισσότερο όπως ο τρόπος με τον οποίο παίζουν οι ηθοποιοί στις ταινίες μου, πιο νατουραλιστικός.

©CaroleBethuel

Πώς ήταν η συνεργασία με την Ιζαμπέλ Ιπέρ; Υπάρχουν και κάποια χιουμοριστικά στοιχεία στον χαρακτήρα της που είναι πολύ έντονα. Πώς ήταν να δουλεύετε μαζί της;

Ήταν πραγματικά μια φανταστική εμπειρία. Ήταν εκπληκτική.

Αλλά, όπως είπα και προηγουμένως, όλοι οι ηθοποιοί… ήταν κάτι αρκετά εξαιρετικό, γιατί μπορείς πραγματικά να πάρεις κάτι ενδιαφέρον από τους ηθοποιούς σου όταν έχεις μια σχέση που δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική συνεργασία ή μια επαγγελματική σχέση. Έχεις μια σύνδεση, έχεις μια συναισθηματική σύνδεση μαζί τους, και τότε δημιουργείτε κάτι μαζί.

Αυτό που ήταν συναρπαστικό με την Ιζαμπέλ είναι ότι δεν ήθελε καμία εξήγηση. Είναι εξαιρετικά επαγγελματίας, πιθανότατα η πιο επαγγελματίας ηθοποιός με την οποία έχω δουλέψει.

Και απλώς δεν θέλει να καταλαβαίνει τα πάντα. Δεν θέλει καμία εξήγηση. Απλώς προσφέρει τη σωματοποίηση, την ερμηνεία. Και μετά εσύ πρέπει να επιλέξεις από αυτά που σου προσφέρει. Αλλά δεν θέλει καμία περαιτέρω εξήγηση, καμία περαιτέρω διερεύνηση ή ανάλυση του χαρακτήρα ή της κατάστασης.

Θα σκεφτόσασταν να ζήσετε στο εξωτερικό, ειδικά με όσα συμβαίνουν σήμερα στο Ιράν;

Όχι. Δεν βλέπω καθόλου τον εαυτό μου ως οικουμενικό σκηνοθέτη. Η καρδιά, η ψυχή των ταινιών μου θα είναι πάντα ιρανικές, γιατί προέρχονται από το ασυνείδητό μου.

Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι το σπίτι μου είναι το Ιράν και πάντα θα ζω στο Ιράν. Μπορώ να δουλεύω πολύ πρόθυμα στο εξωτερικό. Αλλά μετά θέλω να ζω στη χώρα μου, γιατί, παρά όλες τις δυσκολίες και όλα τα προβλήματα στη χώρα μου, εκεί αισθάνομαι περισσότερο ζωντανός.

Και είναι σημαντικό να βρίσκεστε εκεί.

Πολύ σημαντικό. Ξέρεις, εδώ, όταν περπατάω στους δρόμους, οι άνθρωποι είναι απλώς περαστικοί, άνθρωποι που βλέπω δίπλα μου. Δεν υπάρχει αλληλεπίδραση. Δεν αισθάνομαι ότι είμαι μέρος κάποιας ζωής, κάποιας κίνησης. Στο Ιράν, κάθε δύο λεπτά στην Τεχεράνη, έρχονται άνθρωποι και συμβαίνουν πράγματα – απρόσμενα πράγματα, υλικό για να ζήσεις, για να δημιουργήσεις και για να γράψεις.

Για παράδειγμα, την περασμένη εβδομάδα ήμουν στην Τεχεράνη, και στην Τεχεράνη περπατάω πολύ και παίρνω πολύ το μετρό. Καθόμουν στο μετρό και πήγα προς τα νότια της Τεχεράνης, όπου βρίσκονται πιο φτωχές συνοικίες, ή πιο λαϊκές συνοικίες. Και υπήρχε ένας άντρας που καθόταν δίπλα μου.

Και οι άνθρωποι στο μετρό με αναγνώριζαν. Κάποιοι από αυτούς ήρθαν, με χαιρέτησαν ή μου μίλησαν. Και εκείνος είπε: «Γιατί σε κοιτάζουν όλοι; Ποιος είσαι; Τι κάνεις;». Και είπα: «Είμαι σκηνοθέτης». Και είπε: «Α, ναι; Τι ταινίες έχεις κάνει;». Άρχισα λοιπόν να του λέω τους τίτλους των ταινιών μου και τις ήξερε.

Και μετά από λίγο με ρώτησε: «Ξέρεις τίποτα για τον νόμο της σχετικότητας του Αϊνστάιν;». Είπα: «Όχι πολλά». Και είπε: «Για τις μαύρες τρύπες;» Είπα: «Ούτε γι’ αυτό». «Α, άρα δεν γνωρίζεις τον κινηματογράφο του Νόλαν;» [γελάμε]

Μια άλλη μέρα την περασμένη εβδομάδα – γιατί αφού τελείωσε η ταινία, επέστρεψα στο Ιράν και μετά ήρθα εδώ – περπατούσα στον δρόμο και μια κυρία απλώς πέρασε δίπλα μου και μετά γύρισε, και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Και μου είπε: «Σε ευχαριστώ που βρίσκεσαι εδώ. Σε ευχαριστώ που βλέπεις το Ιράν παρά τον πόλεμο.”»

Κάτι τέτοιο δεν θα μου συνέβαινε ποτέ εδώ. Έχει για μένα μια πολύ ιδιαίτερη σημασία και δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτού του είδους τις αλληλεπιδράσεις που έχω με τους ανθρώπους μου.

©CaroleBethuel

Info:

Οι Παράλληλες Ιστορίες (Parallel Tales) κυκλοφορούν στις αίθουσες από το Cinobo. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον Μάιο στο φεστιβάλ Καννών.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα