Το παρασκήνιο της παραίτησης Λαγκάρντ – Η επόμενη μέρα της ΕΚΤ και οι προκλήσεις
Διαβάζεται σε 6'
Η αποχώρηση της Κριστίν Λαγκάρντ ανοίγει τη μάχη της διαδοχής στην ΕΚΤ, με τον πληθωρισμό, τις αυξήσεις επιτοκίων και την αναταραχή στα ευρωπαϊκά ομόλογα στο επίκεντρο.
- 29 Οκτωβρίου 2026 14:37
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, ανακοίνωσε την Πέμπτη την παραίτησή της, βάζοντας τέλος σε μήνες σεναρίων για το μέλλον της, σε μια περίοδο που η Ευρώπη εισέρχεται σε φάση αυξημένης οικονομικής αστάθειας και έντονης πολιτικής πόλωσης.
Η Λαγκάρντ θα αποχωρήσει από τη θέση της στις 7 Φεβρουαρίου, δίνοντας στους σημερινούς ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον χρόνο να επιλέξουν διάδοχο αρκετά πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, στις οποίες οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν ως φαβορί την ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν.
Η αποχώρησή της έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με νέους πληθωριστικούς κινδύνους λόγω της αναταραχής που έχει προκαλέσει στον τομέα της ενέργειας ο πόλεμος με το Ιράν, ενώ η απότομη άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων —ιδίως στη Γαλλία— απειλεί να επιβαρύνει την ανάπτυξη.
«Αποχωρώ από αυτό το θεσμικό όργανο με την αίσθηση ότι έγινε καλή δουλειά και ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη για το μέλλον», ανέφερε η Λαγκάρντ σε σύντομο βίντεο που ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Oι επικρατέστεροι υποψήφιοι για τη διαδοχή
Πηγή με γνώση του θέματος δήλωσε στο Reuters ότι η Λαγκάρντ παραιτήθηκε προκειμένου να μπορεί να παρεμβαίνει πλέον πιο ελεύθερα σε πολιτικά ζητήματα τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς. Ως πρόεδρος της ΕΚΤ, ήταν υποχρεωμένη να τηρεί ουδέτερη στάση, ώστε να διαφυλάσσεται η ανεξαρτησία του θεσμού.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, δήλωσε ότι η διαδικασία επιλογής διαδόχου θα ξεκινήσει άμεσα. Ως επικρατέστεροι υποψήφιοι θεωρούνται οι πρώην κεντρικοί τραπεζίτες της Ολλανδίας και της Ισπανίας, Κλάας Κνοτ και Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος.
«Οι φερόμενοι ως διάδοχοι είναι και οι δύο πολύ ικανοί και καταξιωμένοι κεντρικοί τραπεζίτες, επομένως για τις αγορές η αλλαγή δεν αναμένεται να έχει μεγάλη σημασία», δήλωσε ο Πιέτ Χάινες Κρίστιανσεν, οικονομολόγος της Danske Bank.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν αντέδρασαν έντονα μετά την ανακοίνωση, με αρκετούς αναλυτές να επισημαίνουν ότι η ΕΚΤ έχει πλέον αποκτήσει τέτοια θεσμική βαρύτητα, ώστε η πορεία της δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πρόσωπο του εκάστοτε προέδρου.
«Η ΕΚΤ είναι πλέον αρκετά εδραιωμένη και οι αγορές γνωρίζουν καλά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί», δήλωσε ο Σάιμον Ντανγκούρ, επικεφαλής επενδύσεων σταθερού εισοδήματος της Goldman Sachs. «Η εκτίμησή μας είναι ότι η θεσμική συμπεριφορά της ΕΚΤ θα ξεπεράσει τη θητεία της Λαγκάρντ και θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό παρόμοια, όποιος κι αν αναλάβει».
Η θητεία της Λαγκάρντ επρόκειτο κανονικά να ολοκληρωθεί στα τέλη Οκτωβρίου του 2027, ωστόσο εδώ και μήνες είχαν ενταθεί οι εικασίες για πρόωρη αποχώρησή της, με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ να θεωρείται πιθανός επόμενος σταθμός της.
Αυξήσεις επιτοκίων και αναταραχή στα ομόλογα
Η ΕΚΤ βρίσκεται αυτή την περίοδο σε κύκλο αυξήσεων των επιτοκίων, με στόχο να αποτρέψει τη μετάδοση του πετρελαϊκού σοκ που συνδέεται με τον πόλεμο στο Ιράν σε ευρύτερες αυξήσεις τιμών.
Παράλληλα, όμως, καλείται να διαχειριστεί και την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, ιδίως στη Γαλλία, όπου το υψηλό χρέος έχει αυξήσει το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η ίδια η Λαγκάρντ έχει επισημάνει ότι αυτή η εξέλιξη αναμένεται να περιορίσει τόσο την ανάπτυξη όσο και τον πληθωρισμό.
Με την ΕΚΤ να βρίσκεται ανάμεσα στις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις από την άνοδο της ενέργειας και στην επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης, οι αγορές αναμένουν ευρέως ότι την Πέμπτη θα διατηρήσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης, ακόμη και τον Δεκέμβριο.
«Το όριο για μια ακόμη αύξηση τον Δεκέμβριο είναι πιθανό να είναι χαμηλό, δεδομένου ότι αναμένεται νέα ανοδική αναθεώρηση των προβλέψεων της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό εξαιτίας των υψηλότερων τιμών ενέργειας», δήλωσε ο Όλιβερ Ρακάου της Oxford Economics.
Η απόφαση της ΕΚΤ για τα επιτόκια αναμένεται να ανακοινωθεί στις 13:15 GMT την Πέμπτη και θα ακολουθήσει η τακτική συνέντευξη Τύπου της Λαγκάρντ στις 13:45 GMT.
Οι αγορές χρήματος προεξοφλούν αυτή τη στιγμή ακόμη τρεις αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ έως το τέλος της επόμενης χρονιάς, κάτι που θα ανέβαζε το επιτόκιο καταθέσεων στο 3,25%, επίπεδο που θεωρείται ευρέως περιοριστικό για την οικονομική ανάπτυξη.
Στο επίκεντρο η αναταραχή στη Γαλλία
Η πιο άμεση πρόκληση για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ενδέχεται να είναι η αναταραχή στις αγορές ομολόγων.
Η παγκόσμια άνοδος των αποδόσεων, που τροφοδοτείται από τις ισχυρότερες προσδοκίες για ανάπτυξη, την αυξημένη έκδοση χρέους και τις τεράστιες επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αυξάνει το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις, νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Στη Γαλλία, οι επενδυτές εμφανίζονται όλο και πιο ανήσυχοι για την αύξηση του δημόσιου χρέους και την αβεβαιότητα γύρω από τη δημοσιονομική πολιτική μετά τις φετινές εκλογές. Την ανησυχία ενίσχυσαν και προτάσεις από τμήματα της πολιτικής αριστεράς περί διαγραφής χρέους που κατέχει η ΕΚΤ.
Αποτέλεσμα είναι η απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού της Γαλλίας. Η χώρα πληρώνει πλέον ορισμένες από τις υψηλότερες αποδόσεις των τελευταίων 25 ετών για να δανειστεί από τις αγορές, ενώ το επιπλέον ασφάλιστρο που ζητούν οι επενδυτές για να διακρατούν γαλλικά ομόλογα έναντι των αντίστοιχων γερμανικών είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη χώρα της ευρωζώνης.
Αυτό έχει ενισχύσει τις εκτιμήσεις ότι η ΕΚΤ ίσως αναγκαστεί να αντιδράσει, έστω αρχικά μόνο σε επίπεδο δηλώσεων.
«Συνήθως βρίσκουν ένα νέο εργαλείο προσαρμοσμένο στις συγκεκριμένες συνθήκες», δήλωσε ο Ντανγκούρ της Goldman Sachs.
Η πρώτη γραμμή άμυνας της ΕΚΤ θα ήταν πιθανότατα η ευέλικτη επανεπένδυση των εσόδων από ομόλογα που είχε αγοράσει στο πλαίσιο των μεγάλων προγραμμάτων αγοράς περιουσιακών στοιχείων της προηγούμενης δεκαετίας.
Πέραν αυτού, θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το Transmission Protection Instrument, έναν μηχανισμό που μέχρι σήμερα δεν έχει χρησιμοποιηθεί και έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει πιέσεις στις αγορές τις οποίες οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής κρίνουν αδικαιολόγητες.