Ιχθυοτροφές τι πραγματικά ισχύει για τη σύνθεση τους τον έλεγχο και τη βιωσιμότητα τους

Διαβάζεται σε 5'
Ιχθυοτροφές τι πραγματικά ισχύει για τη σύνθεση τους τον έλεγχο και τη βιωσιμότητα τους

Πόσο εύκολο είναι να ασκείται έντονη κριτική στις ιχθυοτροφές χωρίς γνώση της διατροφικής φυσιολογίας των ιχθύων, της τεχνολογίας παραγωγής των ζωοτροφών και του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την ασφάλεια και τη χρήση τους;

Και πόσο επιστημονικά θεμιτό είναι να παρουσιάζεται η ιχθυοτροφή ως ένα αδιαφανές ή πρόχειρο προϊόν, όταν στην πραγματικότητα αποτελεί ένα από τα περισσότερο μελετημένα και αυστηρά ελεγχόμενα συστατικά της σύγχρονης ιχθυοκαλλιέργειας; Η απάντηση οφείλει να είναι σαφής ότι οι ιχθυοτροφές δεν αξιολογούνται με εντυπώσεις, αλλά με όρους θρεπτικής επάρκειας, πεπτικότητας, βιοδιαθεσιμότητας, ασφάλειας, ιχνηλασιμότητας και περιβαλλοντικής επίδρασης.

Όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Πάφρας, Ιχθυολόγος και Υποψ. Διδάκτορας Θαλάσσιας Βιολογίας & Αλιευτικής Δυναμικής, οι σύγχρονες ιχθυοτροφές είναι πλήρεις και ισορροπημένες τροφές, σχεδιασμένες ώστε να καλύπτουν με ακρίβεια τις φυσιολογικές και διατροφικές απαιτήσεις κάθε είδους και κάθε αναπτυξιακού σταδίου των ιχθύων. Αυτό σημαίνει ότι η σύνθεσή τους καθορίζεται με βάση τις ανάγκες των οργανισμών σε πρωτεΐνη, απαραίτητα αμινοξέα, λιπαρά οξέα, ενέργεια, βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, έτσι ώστε να υποστηρίζονται η ομαλή ανάπτυξη, η υγεία, η ευζωία και η αποδοτική αξιοποίηση της τροφής.

Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα απλό βιομηχανικό μείγμα, αλλά για προϊόν εφαρμοσμένης διατροφικής επιστήμης υψηλής εξειδίκευσης. Η διεθνής βιβλιογραφία είναι σαφής ότι ο ακριβής σχεδιασμός της ιχθυοτροφής επηρεάζει άμεσα τόσο τη βιολογική απόδοση του ψαριού όσο και τη συνολική βιωσιμότητα της εκτροφής.

Η παραγωγή των ιχθυοτροφών βασίζεται σε συνδυασμό θαλάσσιων και χερσαίων πρώτων υλών. Τα ιχθυάλευρα και τα ιχθυέλαια παραμένουν σημαντικές πρώτες ύλες σε πολλές συνθέσεις, κυρίως λόγω της υψηλής θρεπτικής τους αξίας και της συμβολής τους στην παροχή εύπεπτης πρωτεΐνης και μακράς αλύσου ω-3 λιπαρών οξέων. Παράλληλα όμως, η σύγχρονη βιομηχανία ιχθυοτροφών χρησιμοποιεί ευρέως και άλλες πηγές, όπως φυτικές πρωτεΐνες, φυτικά έλαια, υποπροϊόντα επεξεργασίας ψαριών, καθώς και νέες εναλλακτικές πρώτες ύλες που αξιολογούνται συστηματικά από την έρευνα. Στις συνθέσεις ενσωματώνονται επίσης βιταμίνες, ιχνοστοιχεία και τεχνολογικά συστατικά, όπως άμυλο και άλλοι δεσμευτικοί παράγοντες, που συμβάλλουν στη δομή, τη σταθερότητα και τη λειτουργικότητα του κόκκου τροφής (pellet). Άρα, είναι άραγε επιστημονικά σοβαρό να αντιμετωπίζεται η ιχθυοτροφή ως κάτι επιπόλαιο, όταν πρόκειται για ένα πεδίο διαρκούς βελτιστοποίησης και καινοτομίας;

Σημαντικό είναι επίσης να αποφεύγονται οι απλουστεύσεις. Η σύγχρονη επιστήμη δεν υποστηρίζει ότι όλες οι ιχθυοτροφές βασίζονται αποκλειστικά σε ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια, ούτε ότι η μετάβαση σε εναλλακτικά συστατικά είναι απλή ή χωρίς προκλήσεις. Αντιθέτως, η βιβλιογραφία δείχνει ότι η αντικατάσταση μέρους των θαλάσσιων συστατικών είναι εφικτή, αλλά πρέπει να γίνεται με ακρίβεια, ώστε να μη θίγονται η ανάπτυξη, η υγεία των ψαριών και η διατροφική ποιότητα του τελικού προϊόντος. Το πραγματικό επιστημονικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν οι ιχθυοτροφές “πρέπει” να εξελίσσονται, αλλά πώς θα εξελίσσονται με τον πιο ορθολογικό, ασφαλή και περιβαλλοντικά υπεύθυνο τρόπο.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το θεσμικό πλαίσιο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ζωοτροφές, και άρα και οι ιχθυοτροφές, δεν διακινούνται σε συνθήκες κανονιστικής ασάφειας. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 183/2005 θέτει απαιτήσεις υγιεινής για τις ζωοτροφές και καθιερώνει υποχρεώσεις για τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένων της καταχώρισης, της τήρησης διαδικασιών και της διασφάλισης ιχνηλασιμότητας. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 767/2009 ρυθμίζει τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση των ζωοτροφών, ενώ ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 εντάσσει τις ζωοτροφές στο σύστημα των επίσημων ελέγχων της ΕΕ. Επιπλέον, οι πρόσθετες ύλες υπόκεινται σε εξειδικευμένη επιστημονική αξιολόγηση, και η EFSA έχει ορίσει πλαίσιο περιβαλλοντικής αξιολόγησης κινδύνου πριν από την έγκρισή τους. Μπορεί, λοιπόν, να υποστηριχθεί σοβαρά ότι μιλάμε για έναν ανεξέλεγκτο κλάδο; Προφανώς όχι.

Η περιβαλλοντική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Ναι, η χρήση θαλάσσιων πρώτων υλών παραμένει ένα ζήτημα που η επιστήμη και η βιομηχανία οφείλουν να παρακολουθούν με σοβαρότητα. Ωστόσο, η ίδια η έρευνα δείχνει ότι η ποιότητα και η πεπτικότητα της τροφής επηρεάζουν καθοριστικά τον συντελεστή μετατρεψιμότητας και τις απώλειες θρεπτικών προς το περιβάλλον. Με άλλα λόγια, μια κακώς σχεδιασμένη τροφή μπορεί να αυξήσει τα φορτία αζώτου και φωσφόρου, ενώ μια ορθά σχεδιασμένη ιχθυοτροφή λειτουργεί ως εργαλείο περιορισμού του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της εκτροφής. Δεν είναι, επομένως, η ίδια η έννοια της ιχθυοτροφής το πρόβλημα, το κρίσιμο ζήτημα είναι η ποιότητά της, η σύνθεσή της, η προέλευση των πρώτων υλών της και η ορθή διαχείρισή της.

Σε διεθνές επίπεδο, η σημασία των ιχθυοτροφών γίνεται ολοένα και πιο καθοριστική, καθώς η ανάπτυξη της παγκόσμιας παραγωγής υδρόβιων τροφίμων στηρίζεται πλέον κυρίως στην υδατοκαλλιέργεια. Οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της FAO για το 2025 δείχνουν ότι η συνολική παγκόσμια παραγωγή αλιείας και υδατοκαλλιέργειας ανήλθε σε 197 εκατομμύρια τόνους, με την περαιτέρω αύξηση να προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από την υδατοκαλλιέργεια. Αυτό σημαίνει ότι η επιστήμη των ιχθυοτροφών βρίσκεται πλέον στον πυρήνα μιας ευρύτερης προσπάθειας για ασφαλή, αποδοτική και βιώσιμη παραγωγή τροφίμων.

Οι ιχθυοτροφές δεν είναι ένα πεδίο που προσφέρεται για εύκολες κρίσεις, αλλά για σοβαρή, τεκμηριωμένη αξιολόγηση. Αποτελούν προϊόν επιστημονικής γνώσης, αυστηρού ελέγχου και συνεχούς εξέλιξης και συνιστούν αναπόσπαστο στοιχείο μιας σύγχρονης και υπεύθυνης ιχθυοκαλλιέργειας.

Δημήτρης Πάφρας, Ιχθυολόγος  και Υποψ. Διδάκτορας Θαλάσσιας Βιολογίας & Αλιευτικής Δυναμικής

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα