Νέες ταινίες: Μαρκ Ζάκερμπεργκ, “Primetime” και άλλοι σύγχρονοι εφιάλτες
Διαβάζεται σε 13'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 08 Οκτωβρίου 2026 06:15
Δεν τράβηξε το “Ντίγκερ”, πληγωμένο από διάφορα πράγματα: Ασυμφωνία κριτικής (αν και στην Ελλάδα υπήρξε πολύ πιο θερμή η υποδοχή της ταινίας από ό,τι στην Αμερική), δυσοίωνο κλίμα στις πρόμο εικόνες και στα τρέιλερ, καθώς και μια γενικευμένη απόκρυψη του τι είναι στα αλήθεια η ταινία. Πολύς κόσμος πολύ απλά δεν κατάλαβε τι είναι καν και γιατί να πάει να το δει, και δεν τον αδικώ.
12.000 άνοιγμα λοιπόν, αν και είναι μια ταινία που αξίζει να ανακαλύψετε έστω και σε δεύτερο χρόνο. Και πραγματικά κερδίζει με το να τη βλέπεις στο σινεμά.
Αυτό που έσκισε ήταν το “Ημερολόγιο της Βέριτι” με σχεδόν 21.000 εισιτήρια, συνεχίζοντας δυναμικά την σχέση της Κολίν Χούβερ –και– με το κινηματογραφικό κοινό. Κι αυτά ενώ το “Στην Καρδιά του Κτήνους” ξεπέρασε τις 50.000 εισιτήρια.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
The Social Reckoning
(Άαρον Σόρκιν, 1ω52λ)
★½
Μια ιδεαλίστρια μηχανικός στο Facebook αρχίζει να δίνει επτασφράγιστα μυστικά γύρω από τη λειτουργία του αλγορίθμου του δικτύου, σε έναν ρεπόρτερ που προσπαθεί να γράψει ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ.
Σε 25 λέξεις: Ο Άαρον Σόρκιν επιστρέφει στο πρόσωπο για το οποίο κέρδισε Όσκαρ Σεναρίου (“The Social Network”) με μια παλιομοδίτικη, άτονα σκηνοθετημένη ιστορία ερευνητικής δημοσιογραφίας που όμως δεν πάει πουθενά. Πολύ καλός ο Τζέρεμι Στρονγκ ως Ζάκερμπεργκ.
Κριτική
Έχουν περάσει 16 χρόνια από την κυκλοφορία του “Social Network”, ενός μάλλον αδιαμφισβήτητου σύγχρονου classic του αμερικάνικου σινεμά, του οποίου η εμβάθυνση στη δημιουργία του Facebook κατάφερε να έχει κάτι διαχρονικό να πει για την ανθρώπινη κατάσταση όπως διαμορφώνεται (και όπως διαμορφώνει) τον ψηφιακό κόσμο. Δεν είναι απλώς τα γεγονότα, και δεν είναι μια ιστορία «σημαντικό να ειπωθεί» τώρα, είναι ένα σκοτεινό παραμύθι για την γέννηση του 21ου αιώνα, πάνω στα πιο σαθρά θεμέλια: το σκοτάδι, τα κόμπλεξ, τον μισογυνισμό, και τα πιο ανεξέλεγκτά μας ένστικτα.
Το ότι ο Άαρον Σόρκιν, ο σεναριογράφος που κέρδισε Όσκαρ για εκείνη την ταινία, επιστρέφει λέγοντας άλλη μια ιστορία στην τροχιά του Facebook, δεν πρέπει να μας μπλέξει. Το “Social Reckoning” έξυπνα πλασάρεται τόσο καιρό ως σίκουελ του “Social Network”, έχοντας μέχρι παρεμφερή τίτλο, αλλά είναι μια εντελώς διαφορετικής υφής, στόχευσης και δομής ιστορία. Κι η οποία, σε αντίθεση με το σπουδαίο φιλμ του Ντέιβιντ Φίντσερ (το οποίο μοιάζει πιο σοφό όσο περνάνε τα χρόνια) μοιάζει σαν κάτι ήδη ξεπερασμένο.
Ο Σόρκιν, που δυστυχώς αναλαμβάνει αυτή τη φορά τα ηνία ως σκηνοθέτης, εστιάζει αυτή τη φορά σε μια καθαρά ερευνητική ιστορία, με έναν ρεπόρτερ που σκαλίζει μέχρι να βρει ένα άνοιγμα στο μπετόν αρμέ φρούριο που έχει χτιστεί γύρω από το Facebook. Μια μηχανικός με συνείδηση (στο ρόλο της Φράνσις Χάουγκεν η Μάικι Μάντισον, με τον πρώτο της ρόλο μετά το Όσκαρ για την “Ανόρα”) αρχίζει να μοιράζεται με τον Τζεφ Χόρβιτς (Τζέρεμι Άλεν Γουάιτ) πληροφορίες και έγγραφα που εξηγούν – και αποδεικνύουν – τι είναι αυτό που κάνει στα αλήθεια ο αλγόριθμος του Facebook. Και γιατί καταλήγει να ριζοσπαστικοποιεί ένα σοκαριστικά μεγάλο ποσοστό των χρηστών του.
Παράλληλα με αυτή την διαδικασία έρευνας, παρακολουθούμε και το προβάρισμα του Μαρκ Ζάκερμπεργκ πριν την εμφάνισή του στο Κογκρέσο όπου θα έπρεπε να λογοδοτήσει (χαχα, λέμε τώρα) για τον μη έλεγχο των πολιτικών διαφημίσεων – και άλλους τρόπους με τους οποίους η πλατφόρμα του (και για πολύ κόσμο, ολόκληρη η πραγματικότητά τους) ενισχύει ψευδείς ειδήσεις. Στο ρόλο ο Τζέρεμι Στρονγκ, αποτυπώνει άψογα την εξωγήινη ψυχρότητα του Ζάκερμπεργκ, ερμηνεύοντάς τον ως έναν ανήθικο ανθρωπόμορφο ον που υπάρχει απλώς για να υπολογίζει ποσοστά βελτίωσης του ελέγχου του πάνω στον πληθυσμό.
Και τα δύο σκέλη της ιστορίας είναι πράγματα που στον Σόρκιν πάντα άρεσε να γράφει, τόσο στις σειρές του όπως η “Δυτική Πτέρυγα” και το “Newsroom”, όσο και σε κινηματογραφικά του σενάρια όπως το “Steve Jobs” του Ντάνι Μπόιλ. Όμως ο ρυθμός του κειμένου δεν κλικάρει ποτέ, αναμφίβολα κι επειδή ο ίδιος δεν είναι καλός σκηνοθέτης. Δεν διαθέτει καμία αίσθηση αφήγησης ή χρήσης του κάδρου και της κίνησης προς όφελος της ιστορίας του – αντίθετα με σκηνοθέτες όπως τον Φίντσερ και τον Μπένετ Μίλερ (“Moneyball”) που έχουν κάνει θαύματα ενεργώντας πάνω σε σενάριά του.
Τα συνήθη σορκινικά κρεσέντα, τα γνώριμα τικς όπως οι διαρκείς επαναλήψεις φαινομενικά ασύνδετων φράσεων, οι άνθρωποι που διαρκώς αλλάζουν θέματα σε μια συζήτηση μέχρι όλα να καταλήξουν στο (κατά Σόρκιν) σημείο-κλειδί. Όλα τα έχει ξανακάνει καλύτερα, κι εδώ είναι σαν μια νεκροζώντανη βερσιόν του στυλ του. Όμως πέρα από αυτό, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ίδια του η οπτική του κόσμου.
Μια ταινία παράλογης κοσμοθεωρητικής τοποθέτησης, σα να αγνοεί τον ίδιο της τον εαυτό: Είναι στημένη σαν παλιομοδίτικο δικαστικό / ερευνητικό / συνωμοσιολογικό δράμα σαν αυτά που ήταν κινηματογραφικά χιτ στα ‘80s και ‘90s (ή που συχνά-πυκνά έγραφε κι ο ίδιος ο Σόρκιν στις σειρές του) με ιδεολογία απέναντι στο συστημικό τέρας. Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτά που βλέπουμε να ξεδιπλώνονται στην οθόνη μας, με τη χάρη άρθρου σε εφημερίδα που διαβάζεις σε δόσεις επειδή σε διακόπτουν συνεχώς με τηλέφωνα, είναι βασικά ο κόσμος στον οποίον ζούμε σήμερα.
Παρακολουθούμε ανθρώπους να παλεύουν για να σώσουν κάτι τη στιγμή που εμείς, 4 χρόνια αργότερα, γνωρίζουμε πως τίποτα δεν άλλαξε και τα πάντα βασικά είναι χειρότερα. Κι η ταινία, ενώ τεχνικά το αναγνωρίζει αυτό, τονικά είναι σα να προέρχεται από κάποιον παράλληλο κόσμο. Στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς το είδος του φιλμ που σατιρίζει το (πολύ ανώτερο και πιο οξυδερκές) “Ντίγκερ”, μια ταινία που εφαρμόζει στιλιστική και δομική (αν όχι κειμενική) αισιοδοξία πάνω σε μια πραγματικότητα ερεβώδη.
Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως ο Σόρκιν κι η αγιάτρευτα liberal οπτική του για τον κόσμο, απογειώνεται όταν άλλοι σκηνοθέτες καταφέρνουν να εφαρμόσουν τη δική τους ματιά πάνω στο α λα Κάπρα, σκρούμπολ κείμενό του. Ο νιχιλισμός του Φίντσερ, ο λοξός, ηττημένος συναισθηματικός του Μπένετ Μίλερ, η φρενήρης τηλεοπτική κίνηση του Τόμας Σλάμε (βασικός σκηνοθέτης της “Δυτικής Πτέρυγας”) – εκεί είναι που το κείμενο του Σόρκιν πετάει. Στα δικά του χέρια, μοιάζει με draft που εκλάπη από το συρτάρι του. Το 1992.
Primetime
(Λανς Όπενχαϊμ, 1ω50λ)
★★★
Παρουσιάζοντας την ριάλιτι εκπομπή “To Catch a Predator”, ο Κρις Χάνσεν κυνηγούσε on air εν δυνάμει παιδόφιλους στο κυνήγι της τηλεθέασης. Για να διατηρηθεί όμως η εκπομπή του στην κορυφή, ο Χάνσεν είναι διατεθειμένος να φτάσει στα άκρα.
Σε 25 λέξεις: Εξαιρετικά γυρισμένη και μονταρισμένη, με μια ντελιριακή ερμηνεία από έναν εκπληκτικό Ρόμπερτ Πάτινσον, η ταινία προσφέρει μια ματιά σε μια αδηφάγα κουλτούρα βίας και infotainment στις αρχές του αιώνα. Το σενάριο όμως δεν είναι πάντα εύστοχο, αφήνοντας στο περιθώριο το ζουμί της ηθικής σύγκρουσης της όλης ιστορίας.
Κριτική
Υπάρχουν οι ταινίες που αφηγούνται τι έχει συμβεί, και υπάρχουν και οι άλλες, σπανιότερες ταινίες, που αφηγούνται πώς ήταν να συμβαίνει. Χωρίς πολύ context, χωρίς επεξηγήσεις, χωρίς καν ιδιαίτερο ηθικό ζύγισμα γύρω από τα γεγονότα, αυτό που θέλει το “Primetime” είναι να αποτελέσει μια ταινία-εμπύρετο όνειρο για την Στιγμή στην αυγή του 21ου αιώνα όπου ριάλιτι κατανάλωση, συστημική αποτυχία, ενημέρωση-ως-entertainment, και κουλτούρα παρακολούθησης, όλα ήρθαν κι έδεσαν μαζί, σε ένα εκρηκτικό, αισθητικά γκροτέσκο μίγμα πρώιμων ψηφιακών αποχρώσεων.
Ο Ρόμπερτ Πάτινσον δίνει μια ξεσαλωμένη ερμηνεία ως Χάνσεν, ένας βαμπίρ Μπαγκς Μπάνι που όλο και εντονότερα προσπαθεί να πουλήσει την περσόνα του, όσο διαπιστώνει πως πίσω από τη βιτρίνα δεν υπάρχει τίποτα για τον ίδιο. Ο Πάτινσον είναι καιρό τώρα ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ερμηνευτές του σημερινού Χόλιγουντ, όλο και πιο άφοβος στις επιλογές και στις προσεγγίσεις του, θυμίζοντας άλλοτε Ντάνιελ Ντέι Λιούς κι άλλοτε Τζέρι Λιούις.
Σε μια σκηνή της ταινίας, ένα από αυτά τα εν δυνάμει τέρατα φωνάζει στον Χάνσεν: «Ποιος είσαι; Ποιος σου δίνει το δικαίωμα;;». Διαδικαστικά, έχει δίκιο: Αναμφίβολα, η παρουσία κάθε λογής υπηερηρώων/δικαστών είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας με θεσμούς σε κρίση. Το ότι, δε, η συγκεκριμένη «παίρνω το νόμο στα χέρια μου» εκπομπή αποτελούσε και αντικείμενο primetime ‘διασκέδασης’ για ένα κοινό που χρειαζόταν παρακολούθηση και true crime για να φάει το βραδινό του, είναι το κερασάκι στην τούρτα.
Δυστυχώς πάντως το σενάριο του πρωτοεμφανιζόμενου Ατζόν Σινγκ αφήνει όλες αυτές τις πτυχές ανεκμετάλλευτες. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται στα αλήθεια για την ηθική συζήτηση γύρω από την ύπαρξη της εκπομπής, ενώ και δραματουργικά στέκεται κάπως αμήχανα: Το φιλμ είναι σα να μην έχει αρχή και τέλος, με χαρακτήρες και δραματικές διαδρομές να μένουν στον αέρα και την περσόνα του Χάνσεν να μην εξερευνάται πέρα από κάποιες επιδερμικές αναφορές στην φιλοδοξία του.
Ο ντοκιμαντερίστας σκηνοθέτης Λανς Όπενχαϊμ (του φανταστικού “Ren Faire” του ΗΒΟ max, μια από τις καλύτερες σειρές των τελευταίων χρόνων) το κάνει όλο αυτό να λειτουργεί πάντως. Χρησιμοποιεί σαν πλεονέκτημα την άτσαλη εστίαση του σεναρίου σε γεγονότα αντί για context, και σκηνοθετεί την ιστορία του σαν ένα εφιαλτικό παραλήρημα τύπου «έπρεπε να είσαι εκεί για να το καταλάβεις».
Αγχωμένη, σχεδόν φτηνιάρικη χρήση αμεσότητας στην κάμερα, σαν πρώιμο ριάλιτι. Επιθετικές γωνίες λήψης, κοφτό μοντάζ, εστίαση σε ακολουθίες γεγονότων παρά σε ψύχραιμη αφήγηση – σχεδόν σα να βλέπεις επεισόδιο παλιού ριάλιτι ή κάποιο βιντεάκι στο YouTube φτιαγμένο για να τραβήξει τα εύκολα views. Ο διευθυντής φωτογραφίας Ντέιβιντ Μπόλεν (με μεγάλη προϋπηρεσία σε βιντεοκλίπ και σειρές του Netflix) παίζει με χαρακτηριστικά ‘00s αισθητικές αποχρώσεις, με χρώματα που μοιάζουν κάτι ανάμεσα σε θολά και καμμένα από την έκθεση, σα να προσπαθείς να δεις κάτι με τα μάτια ανοιχτά μέσα σε πισίνα.
Η κακοφωνία των πολλαπλών μόνιτορ κατά την σκηνή του κρεσέντου, είναι τελικά και η απόλυτη υπογραφή του φιλμ. Μια τραγωδία σε παράλληλη δράση, με τις κάμερες να γράφουν και το κοινό (εμείς) χορτασμένο. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία-κολάζ, γεμάτη με οθόνες που παραμονεύουν για να αποτυπώσουν μια στημένη εκδοχή της πραγματικότητας, στην αυγή μιας εποχής κατά την οποία το τρίγωνο εικόνας-αλήθειας-ευθύνης μοιάζει να τεμαχίστηκε για τα καλά. Ίσως ταιριαστά, η διαλεκτική της ταινίας είναι η εικόνα της. Δεν μου φάνηκε πλήρες, αλλά μου φάνηκε ενδιαφέρον.
Διαβάστε: Αναλυτική κριτική για το “Primetime” από την πρεμιέρα στη Βενετία
Διαβάστε: Ο Ρόμπερτ Πάτινσον στο NEWS24/7 για το “Primetime”, την κωμωδία και την τρελή χρονιά του
Αναγέννηση
(“Resurrection / Kuang ye Shi Dai”, Μπι Γκαν, 2ω39λ)
★★★½
Σε έναν κόσμο που έχει κατακτήσει την αθανασία με κόστος την δυνατότητα των ανθρώπων να ονειρεύονται, ένας άντρας αψηφά τη νέα κανονικότητα, και συνεχίζει να ονειρεύεται. Η δύναμη αυτών των ονείρων απειλεί την ίδια την υφή του χρόνου και μια πράκτορας αναλαμβάνει να τον κυνηγήσει μέσα στο υποσυνείδητό του, χρησιμοποιώντας τη δύναμη του σινεμά.
Σε 25 λέξεις: Εικαστικά μεγαλειώδες ονειρικό σινεμά από τον Μπι Γκαν (“Long Day’s Journey Into Night”), με απίστευτη βιρτουοζιτέ στην υπηρεσία ενός ποιήματος αγάπης πάνω στην μετεξέλιξη του ίδιου του σινεμά. Κάνει την κοιλιά του, αλλά είναι πραγματικά μοναδική εμπειρία.
Κριτική
Η νέα ταινία του επιβλητικότερου νέου ταλέντου που έχει γεννήσει το ασιατικό σινεμά την τελευταία 10ετία. Ο κινέζος Μπι Γκαν εμφανίστηκε το 2015 με το “Kaili Blues”, ένα από τα κρυμμένα αριστουργήματα των κινηματογραφικών ‘10s, αλλά έκανε μεγαλύτερο θόρυβο στους στενά σινεφιλικούς κύκλους λίγα χρόνια αργότερα με το “Long Day’s Journey Into Night”: Ένα οδοιπορικό ονείρων με επιρροές από Λιντς και Ταρκόφσκι, που κορυφώνεται με ένα αποστομωτικό 3D μονοπλάνο 40 λεπτών.
Η νέα, τρίτη του ταινία που κέρδισε Ειδικό Βραβείο στις Κάννες, απτελεί μια εξίσου ακατηγοριοποίητη εξερεύνηση στο υποσυνείδητο με οδηγό το σινεμά, τις εικόνες του και την ιστορία του.
Αν η ταινία έχει κάτι σχετικά κοντά σε πλοκή, είναι αυτή: Είμαστε σε έναν κόσμο όπου η ανθρωπότητα κατάφερε να κατακτήσει την αιωνιότητα, και το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να σταματήσει να ονειρεύεται. Υπάρχουν όμως και οι “fantasmers”, κάποιοι άνθρωποι που ακόμα αντιστέκονται και ακόμα ονειρεύονται, με αποτέλεσμα να βιώνουν τον χρόνο μη γραμμικά, και διακινδυνεύοντας την δίχως όνειρα, γραμμική αιωνιότητα των υπολοίπων.
Καθώς ένας από αυτούς τους fantasmers μεταπηδά ανάμεσα σε εποχές και στιγμές και όνειρα και πραγματικότητα, μία γυναίκα από την οργάνωση που είναι υπεύθυνη για την εγκαθίδρυση της τάξης στο timeline, θα αναλάβει να τον κυνηγήσει και να τον εξουδετερώσει. Όμως μέσα από τις εποχές, μέσα από τα όνειρα, μέσα από τα κινηματογραφικά είδη, ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί ένα ρομάντσο που ξεπερνά τα όρια και τη λογική.
Η ταινία χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια μηδαμινής αφηγηματικής συνοχής, με την παραπάνω κεντρική ιδέα να είναι απλώς η αφορμή για να στήσει ο Μπι Γκαν έναν τεχνικά θριαμβευτικό ύμνο στο σινεμά των διαφορετικών εκφράσεών του. Οι δύο ήρωες, παιγμένοι ενίοτε από την Σου Τσι και τον Τζάκσον Γι, μεταπηδούν ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη, με την κάθε ενότητα να παραπέμπει και σε μια διαφορετική κινηματογραφική εποχή – και όλες μαζί, συνολικά, να αποτελούν ένα παθιασμένο επιχείρημα υπέρ της αθανασίας του σινεμά όπως αυτό γεννιέται μέσα από απαγορευμένα όνειρα.
Διότι, εξάλλου, πώς είναι δυνατόν να σταματήσει κανείς να ονειρεύεται;
Ο Μπι Γκαν κινηματογραφεί με αποστομωτικό τρόπο μια ενστικτώδη διαδρομή, όπου ακόμα κι αν τα μεσαία κεφάλαια ομολογουμένως σήκωναν αρκετό σφίξιμο, μιας και δεν εμπλουτίζουν τρομερά το σύνολο, η πρώτη κι η τελευταία πράξη του φιλμ του αρκούν για να το στείλουν στα highlights της χρονιάς. Μια εξπρεσιονιστική καταδίωξη μέσα από τη ζωντανή ιστορία της γέννησης της 7ης τέχνης μας βάζει από νωρίς στη σωστή διάθεση, ενώ το φιλμ κορυφώνεται με ένα ακόμα αδιανόητο μονοπλάνο το οποίο μοιάζει να καταργεί την ίδια την ισχύ του χρόνου, διατρέχοντας μια νύχτα και όλα όσα αυτή γεννά αλλά και παίρνει τελικά μαζί της. Όπως ακριβώς και τα όνειρα.
Κυκλοφορούν επίσης
Άλλη Μαμά: Η μικρή Μπέλα δένεται με μια μοχθηρή οντότητα που κατοικεί στο σπίτι της και μοιάζει ανατριχιαστικά με την ίδια της τη μητέρα. Η βραβευμένη με Όσκαρ Τζέσικα Τσαστέιν πρωταγωνιστεί σε διπλό ρόλο, ως μητέρα της Μπέλα αλλά και ως η «Άλλη Μαμά», την ενσάρκωση της μυστηριώδους οντότητας. Ταινία τρόμου σε σκηνοθεσία Ρομπ Σάβατζ (“Host”) η οποία έχει εμπάργκο δημοσίευσης κριτικών μέχρι και ΜΕΤΑ την κυκλοφορία της στις αίθουσες οπότε καταλαβαίνετε λογικά για τι διαμάντι μιλάμε.
Ξεχασμένο Νησί: Δύο κολλητές βρίσκουν πύλη προς ένα φανταστικό νησί που έψαχναν από μικρές, και μαζί θα ζήσουν μια απίθανη περιπέτεια. Ταινία κινουμένων σχεδίων από τους δημιουργούς του πανέμορφου “Ο Παπουτσωμένος Γάτος: Η Τελευταία Επιθυμία”.