Το Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου, δύο παραστάσεις και μια μεταμεσονύκτια εμπειρία που δεν μοιάζει με καμία άλλη
Διαβάζεται σε 13'
Τι συμβαίνει όταν ένας αρχαιολογικός χώρος παύει να λειτουργεί ως φόντο και μετατραπεί ο ίδιος σε πρωταγωνιστή; Και τι αλλάζει όταν μια παράσταση ξεκινά στις 23.59, λίγο πριν την αυγή της νέας ημέρας;
- 22 Ιουνίου 2026 09:59
Το φετινό καλοκαίρι το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου προσκαλεί το κοινό σε μια σπάνια εμπειρία. Για πρώτη φορά το Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου ανοίγει τις πύλες του λίγο πριν από τα μεσάνυχτα για δύο παραστάσεις που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για τον χώρο και αξιοποιούν τη νυχτερινή συνθήκη ως αναπόσπαστο μέρος της δραματουργίας τους.
Στο πλαίσιο των κύκλων «1-1-1» (Ένας συνθέτης – ένα έργο – μία ηθοποιός) και C_MUSIC NOW, δύο σύγχρονοι δημιουργοί, ο Δημήτρης Καμαρωτός και ο Ζήσης Σέγκλιας, μετατρέπουν Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου, έναν αρχαιολογικό χώρο που παραμένει σχετικά άγνωστος στο ευρύ κοινό, σε τόπο περιπλάνησης, στοχασμού και εμπειρίας.
Όταν η Άλκηστη συναντά το φεγγάρι
Η πρώτη μεταμεσονύκτια πρόταση παρουσιάζεται στις 26 και 27 Ιουνίου στις 23.59 το βράδυ και φέρει την υπογραφή του Δημήτρη Καμαρωτού.
Το «(Άλκηστις) Τοπίο μετά την Υπόσχεση» δεν αποτελεί μια νέα ανάγνωση της τραγωδίας του Ευριπίδη. Είναι μια βιωματική διαδρομή μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, όπου οι θεατές ακολουθούν μια γυναίκα που μοιάζει να βρίσκεται σε ένα κρίσιμο υπαρξιακό σταυροδρόμι.
Όπως μας εξηγεί ο ίδιος ο Δημήτρης Καμαρωτός, η παράσταση γεννήθηκε από τη συνάντηση δύο πραγμάτων: της μακρόχρονης ενασχόλησής του με την Άλκηστη και της ιδιαίτερης ιστορίας του αυτού αρχαιολογικού χώρου της Επιδαύρου.
«Είναι μια site specific παράσταση, φτιαγμένη δηλαδή αποκλειστικά για τον συγκεκριμένο χώρο. Συνεπώς, δεν είναι ένα έργο που μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο σε οποιοδήποτε θέατρο. Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου, με την ιστορία του που συνδέεται με την ίαση, τα όνειρα και τη λατρεία του Ασκληπιού, υπήρξε καθοριστικό στοιχείο της σύλληψης».
Η ηρωίδα που συναντά το κοινό δεν είναι η γνωστή Άλκηστη του σχολικού βιβλίου ή της κλασικής σκηνικής παράδοσης. Είναι μια σύγχρονη μορφή, μια γυναίκα που βρίσκεται μπροστά σε ένα ερώτημα που αφορά όλους.
«Πρόκειται για μια γυναίκα που βρίσκεται σε αδιέξοδο. Μια σύγχρονη Άλκηστη, η οποία δεν έχει ακόμη αποφασίσει να θυσιαστεί, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες ερώτημα: “Αν η ζωή είναι έτσι, τι να την κάνω;”».
Οι θεατές δεν παρακολουθούν αυτή την αναζήτηση από απόσταση. Την ακολουθούν βήμα προς βήμα.
Μια ηθοποιός και ένα μουσικό σύνολο οδηγούν το κοινό μέσα στον νυχτερινό αρχαιολογικό χώρο. Η διαδρομή περνά ανάμεσα στα ερείπια, στα ίχνη ενός τόπου που επί αιώνες συνδέθηκε με τη θεραπεία, τα όνειρα και τη μετάβαση.
Για τον Δημήτρη Καμαρωτό, η μουσική δεν αποτελεί απλώς συνοδευτικό στοιχείο, αλλά τον πυρήνα της εμπειρίας.
«Το πρόσωπο που ακολουθούμε βυθίζεται σταδιακά μέσα στα ερείπια, με τη βοήθεια φωτισμών και μουσικής. Η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο σε όλη τη διαδρομή».
Το έργο χτίζεται πάνω σε ένα μωσαϊκό κειμένων. Ο Ευριπίδης συνομιλεί με τον Οβίδιο, τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και άλλες φωνές διαφορετικών εποχών, ενώ ο βασικός άξονας παραμένει η αγαπημένη μετάφραση της «Άλκηστης» του Ιωάννη Λεκατσά.
Η κορύφωση έρχεται όταν οι θεατές φτάνουν στο Αρχαίο Στάδιο. Εκεί δεν τους περιμένει μια λύση του αινίγματος ούτε μια απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα του έργου. «Για έναν άνθρωπο που έχει χάσει τους βασικούς προσανατολισμούς της ζωής του, η παράσταση προτείνει μια στροφή προς τη μεγάλη κλίμακα της φύσης και του σύμπαντος».
Η εμπειρία ολοκληρώνεται με μουσικές αναφορές στον Μπαχ και τον Μάλερ, κάτω από τον ουρανό της Επιδαύρου.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο γοητευτική λεπτομέρεια της παράστασης: Η παράσταση είναι συγχρονισμένη με την ανατολή του φεγγαριού, μία ημέρα πριν από την πανσέληνο. Και η ώρα έναρξης δεν επιλέχθηκε για λόγους εντυπωσιασμού: «Ήθελα οι θεατές, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, να δουν το φεγγάρι να ανατέλλει ακριβώς εκεί όπου ανατέλλει εκείνο το βράδυ. Η κίνηση του ουρανού και το φυσικό περιβάλλον αποτελούν οργανικό μέρος της δραματουργίας» λέει ο Δημήτρης Καμαρωτός.
Για τον Καμαρωτό, ακόμη και η έννοια της υπόσχεσης που δίνει τον τίτλο στο έργο, λειτουργεί ως μια μεταφορά για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
«Η υπόσχεση είναι κάτι άυλο που αλλάζει την πραγματικότητα. Από τη στιγμή που δίνεται, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Αλλάζει το εσωτερικό μας τοπίο, αλλάζει η ματιά μας στα πράγματα».
Και ίσως γι’ αυτό το έργο μοιάζει περισσότερο με πρόσκληση παρά με αφήγηση.
«Μέσα από τους φωτισμούς, τη μουσική και τη διαδρομή, οι θεατές οδηγούνται να παρατηρήσουν όσα συνήθως προσπερνούν. Να ακούσουν τους ανεπαίσθητους ήχους της νύχτας. Να δουν τον ουρανό διαφορετικά. Να συνειδητοποιήσουν την παρουσία των αστερισμών πάνω από την Επίδαυρο».
Και ένας όμορφος συνδυασμός
Σημειώστε πως στις 26 και 27 Ιουλίου το Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου φιλοξενεί την Τουρνέ του Ευριπίδη Λασκαρίδη. Ετσι, δύο διαφορετικοί χώροι και δύο διαφορετικές καλλιτεχνικές γλώσσες, προτείνουν μια νυχτερινή περιπλάνηση στο επιδαύριο τοπίο.
Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης επιστρέφει στη Μικρή Επίδαυρο με ένα έργο που φέρνει στην επιφάνεια αθέατες πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας με αφορμή τη μαγική περιπέτεια του θεάτρου. Αφετηρία του είναι ο κόσμος των θερινών θεατρικών περιοδειών και μπουλουκιών: ένας μικρόκοσμος συντροφικότητας και εξάντλησης, φιλοδοξίας, λατρείας και τελικά επιβίωσης, όπου οι ίδιες ιστορίες επανέρχονται ξανά και ξανά. Σώματα που θάβονται και ανασύρονται, πολλαπλοί ρόλοι και ταυτότητες που παραμένουν αμφίσημες, ένας αδελφός, ένας εραστής ή ίσως και τα δύο.
Ο Οιδίποδας έξω από το κάδρο
Τι συμβαίνει όταν τελειώνει η τραγωδία; Τι ακολουθεί όταν ο ήρωας βγει από τη σκηνή και χαθεί από το βλέμμα του κοινού; Αυτό το κενό έρχεται να εξερευνήσει ο συνθέτης Ζήσης Σέγκλιας με το έργο «Oedipus Steps», που παρουσιάζεται στις 10 και 11 Ιουλίου στο Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου.
Η αφετηρία του έργου βρίσκεται σε μια λεπτομέρεια του αρχαίου μύθου που συνήθως περνά απαρατήρητη. Στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» γνωρίζουμε ότι ο γηραιός και τυφλός ήρωας αποχωρεί συνοδευόμενος από τον Θησέα. Από εκεί και πέρα, η αφήγηση τελειώνει.
«Στην περίπτωση του Οιδίποδα γνωρίζουμε μόνο ότι φεύγει προς το δάσος συνοδευόμενος από τον Θησέα. Δεν γνωρίζουμε τι ακολουθεί. Από αυτό το κενό ξεκινά η δική μας προσέγγιση», εξηγεί ο δημιουργός.
Δεν πρόκειται όμως για μια ακόμη σκηνική ανάγνωση του μύθου. Ο Ζήσης Σέγκλιας χρησιμοποιεί τον Οιδίποδα ως αφετηρία για να μιλήσει για έννοιες που εξακολουθούν να μας αφορούν σήμερα: την εξουσία, την ευθύνη, τη γνώση, την τύφλωση και τη σχέση του ανθρώπου με τη μοίρα του
«Μας ενδιαφέρει να διερευνήσουμε πώς βιώνει την τελευταία του πορεία ένας άνθρωπος πάνω στον οποίο έχουν συσσωρευτεί τόσο ισχυρά και οικουμενικά νοήματα», σημειώνει.
Για τον ίδιο, ο Οιδίποδας δεν είναι απλώς ένας τραγικός ήρωας. Είναι μια μορφή που διασχίζει όλες τις βαθμίδες της ανθρώπινης εμπειρίας: από την άγνοια στη γνώση, από τη δύναμη στην πτώση, από την εξουσία στην απόλυτη μοναξιά.
Γι’ αυτό και η παράσταση δεν τοποθετείται ούτε στην αρχαιότητα ούτε στο παρόν.
«Μας ενδιαφέρουν διαχρονικά θέματα. Δεν αφηγούμαστε τον μύθο. Τον χρησιμοποιούμε ως αφετηρία για να μιλήσουμε για ζητήματα που αφορούν το σήμερα αλλά και κάτι πέρα από τον χρόνο».
Κεντρικό μοτίβο του έργου είναι η τυφλότητα. Ο Ζήσης Σέγκλιας βλέπει στην τύφλωση του Οιδίποδα μια σύνθετη κατάσταση, όπου η τιμωρία συνυπάρχει με τη γνώση.
«Η τυφλότητα του Οιδίποδα είναι ιδιαίτερα γόνιμη ως έννοια. Είναι ταυτόχρονα τιμωρία, αυτοτιμωρία αλλά και μια μορφή υπέρτατης γνώσης. Δεν χρειάζεται πλέον να βλέπει, γιατί έχει ήδη δει τα πάντα».
Έτσι, τα «βήματα» του τίτλου αποκτούν πολλαπλές αναγνώσεις. Είναι τα βήματα ενός ήρωα προς το τέλος της διαδρομής του. Είναι όμως και τα βήματα ενός τυφλού ανθρώπου που κινείται σε έναν κόσμο τον οποίο πλέον αντιλαμβάνεται διαφορετικά.
«Είναι μια πορεία αναζήτησης, επίγνωσης και αποδοχής», λέει χαρακτηριστικά.
Η ίδια η παράσταση ακολουθεί μια διαδικασία δημιουργίας που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα θεατρικά σχήματα. Ο συνθέτης τονίζει ότι ο ήχος, η κίνηση και το φως λειτουργούν ως τρία ισότιμα στοιχεία που αναπτύσσονται παράλληλα.
«Δεν έχουμε μια μουσική σύνθεση που στη συνέχεια πλαισιώνεται από χορογραφία και φωτισμό. Όλα τα στοιχεία συνδιαμορφώνονται από κοινού» τονίζει.
Το έργο προέκυψε μέσα από μια μακρά περίοδο ανταλλαγής ιδεών και υλικού ανάμεσα στον ίδιο και τον μουσικό Γιώργο Κοκκινάρη, ενώ στη συνέχεια έγινε πεδίο καλλιτεχνικής έρευνας και δημιουργία με την υπόλοιπη ομάδα: τον χορογράφο Αλέξανδρο Βαρδαξόγλου, τη χορεύτρια Ναταλία Καλογεροπούλου και τη φωτίστρια Ισμήνη Σταρίδα.
«Ξεκινώ με μια αρχική ιδέα, οι ερμηνευτές τη μετασχηματίζουν μέσα από τη δουλειά τους και στη συνέχεια επιστρέφω κι εγώ σε αυτό το υλικό για να το αναπτύξω. Υπάρχει μια συνεχής διαδικασία ανατροφοδότησης» αναφέρει.
Αυτή η συλλογική λογική αποτυπώνεται και επί σκηνής. Δύο σώματα και ένα κοντραμπάσο συνθέτουν ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο σύστημα σχέσεων. Οι ρόλοι δεν είναι σταθεροί, οι ταυτότητες μετακινούνται και οι μορφές μετασχηματίζονται.
«Δεν υπάρχει μια σταθερή ταύτιση με συγκεκριμένους χαρακτήρες. Οι ταυτότητες μετακινούνται και μετασχηματίζονται, όπως συμβαίνει και με τον ήχο, το φως και την κίνηση».
Καθοριστικό ρόλο παίζει και ο ίδιος ο χώρος του Αρχαίου Σταδίου.
Αρχικά η παράσταση είχε σχεδιαστεί για την Πειραιώς 260. Όταν όμως προέκυψε η δυνατότητα παρουσίασής της στην Επίδαυρο, οι δημιουργοί αναπροσάρμοσαν το έργο λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του χώρου.
«Το Στάδιο είναι ένας χώρος με τεράστια ιστορική και συμβολική βαρύτητα. Υπάρχει δέος, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι εκεί συνδέεται ιστορικά και ο ίδιος ο μύθος του Οιδίποδα».
Ο ανοιχτός ορίζοντας, η σχέση με το φυσικό τοπίο και η παρουσία της νύχτας αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει το κοινό την παράσταση. «Άλλο είναι να βλέπεις έναν ερμηνευτή σε έναν κλειστό χώρο και άλλο να τον βλέπεις μέσα σε ένα ανοιχτό τοπίο όπου το βλέμμα μπορεί να φτάσει μέχρι τα βουνά ή το αρχαίο θέατρο» εξηγεί ο Ζ. Σέγκλιας.
Η επιλογή της ώρας δεν είναι τυχαία. Η παράσταση ξεκινά λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, σε μια στιγμή όπου το σκοτάδι μετατρέπεται σε δραματουργικό εργαλείο.
«Το σκοτάδι μάς προσφέρει έναν εξαιρετικό ουρανό και πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες στο φωτιστικό σχεδιασμό. Παράλληλα προσδίδει από μόνο του έναν πιο μυσταγωγικό χαρακτήρα στην εμπειρία».
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του «Oedipus Steps»: δεν επιχειρεί να εξηγήσει τον Οιδίποδα. Επιχειρεί να ακολουθήσει τα ίχνη του εκεί όπου η τραγωδία σταματά να μιλά και αρχίζει η σιωπή.
Επιδαύριοι συνδυασμοί…
Σημειώστε πως στις 10 και 11 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, οι Βάκχες, σε σκηνοθεσία του διακεκριμένου δημιουργού Γιάβορ Γκάρντεφ, παρουσιάζονται ως μια σκηνική ανάγνωση που απορρυθμίζει την αιώνια διαπάλη ανάμεσα σε δυο θεμελιώδεις αρχές – τη λαμπερή μορφή του Απόλλωνα και τη χαοτική σαγήνη του Διονύσου. Τη μουσική υπογράφουν και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής οι The Tiger Lillies.
Τις ίδιες ημέρες, στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου ο Κωνσταντίνος Βήτα ενορχηστρώνει μέσα από το δικό του πρίσμα παραδοσιακά και ρεμπέτικα τραγούδια. Στο έργο Εννιά νούφαρα από τη νεκρή όχθη, μια μουσική σύνθεση-γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, το ατομικό και το συλλογικό βίωμα, περιλαμβάνονται τέσσερα τραγούδια του Γιάννη Παπαϊωάννου –ενός από τους σημαντικότερους εκφραστές του ρεμπέτικου– καθώς και ένα καινούργιο τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα.
Δύο παραστάσεις, μία νέα εμπειρία
Το πιο ενδιαφέρον ίσως στοιχείο αυτής της πρωτοβουλίας δεν είναι μόνο τα έργα των δύο δημιουργών. Είναι η δυνατότητα να βιώσει κανείς το Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου με έναν τρόπο που μέχρι σήμερα δεν έχει συμβεί.
Να περπατήσει μέσα στον αρχαιολογικό χώρο τα μεσάνυχτα, να ακούσει το τοπίο, να παρατηρήσει το φεγγάρι να ανατέλλει, να δει τον ουρανό της Επιδαύρου, να ακολουθήσει τα βήματα μιας Άλκηστης ή ενός Οιδίποδα που αναζητούν τον δρόμο τους μέσα στο σκοτάδι.
Για τη διευκόλυνση του κοινού, το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου σε συνεργασία με το ΚΤΕΛ Αργολίδας έχει προγραμματίσει ειδικά δρομολόγια από την Αθήνα προς το Αρχαίο Στάδιο, με αναχώρηση στις 20.30 από την Ιερά Οδό 150, κοντά στον σταθμό Μετρό Ελαιώνας και με επιστροφή από το Αρχαίο Στάδιο προς την Αθήνα, μετά το τέλος των παραστάσεων.
Παράλληλα, οι θεατές μπορούν να συνδυάσουν τις μεταμεσονύκτιες παραστάσεις με τις παραγωγές του Μικρού Θεάτρου Αρχαίας Επιδαύρου, καθώς προβλέπονται δωρεάν εσωτερικές μετακινήσεις προς το Στάδιο.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό στοίχημα του φετινού καλοκαιριού στην Επίδαυρο: όχι απλώς να δούμε δύο παραστάσεις, αλλά να ανακαλύψουμε ξανά έναν τόπο που περιμένει να τον περπατήσουμε μέσα στη νύχτα.