Κορνήλιος Μιχαηλίδης: “Η ανατροπή είναι ιδρυτικό στοιχείο της τέχνης”

Διαβάζεται σε 10'
Ο Κορνήλιος Μιχαηλίδης
Ο Κορνήλιος Μιχαηλίδης

Ο Κορνήλιος Μιχαηλίδης μιλά για τις «Ανατροπές», τη νέα εποχή του Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής Κουφονησίων και το όραμα ενός διεθνούς πολιτιστικού προορισμού στο Αιγαίο, με επίκεντρο μουσική και ποιοτική εκπαίδευση.

Έπειτα από δέκα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας, το Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής Κουφονησίων ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του και εισέρχεται δυναμικά στη δεύτερη δεκαετία του. Έτσι επιστρέφει και από τις 17 Ιουλίου έως τις 9 Αυγούστου 2026 με την εύγλωττη θεματική «Ανατροπές», διερευνώντας τις στιγμές κατά τις οποίες η τέχνη εγκαταλείπει το οικείο, αλλάζει μορφή και δημιουργεί νέους δρόμους έκφρασης.

Υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του ιδρυτή του, Κορνήλιου Μιχαηλίδη, η 11η διοργάνωση φέρνει σε δημιουργικό διάλογο διαφορετικές εποχές, αισθητικές και μουσικές γλώσσες. Από τον πρωτογενή παλμό των κρουστών και τις ριζοσπαστικές συνθέσεις των Ξενάκη, Cage και Reich έως την ανατρεπτική για την εποχή της μπαρόκ δημιουργία, τη βιωματική δύναμη της ιστορικής μνήμης, τη νέα γενιά Ελλήνων σολίστ και τις κορυφαίες παρουσίες της διεθνούς μουσικής σκηνής, το πρόγραμμα εξερευνά την ανατροπή τόσο ως αποτέλεσμα ιστορικών και κοινωνικών μεταβολών όσο και ως εσωτερική ανάγκη του καλλιτέχνη για ανανέωση.

Οι έξι συναυλίες ξεκινούν στις 21 Ιουλίου με ένα βιωματικό πολύτοπο κρουστών από το σύνολο ΤΥΠΑΝΑ και συνεχίζονται με μια περιήγηση στη γέννηση του νέου ευρωπαϊκού μπαρόκ ήχου, μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στους Αρμενίους, τους Ποντίους και τους Ασσυρίους, την παρουσίαση δύο ανερχόμενων Ελλήνων σολίστ, το ρεσιτάλ του διεθνούς φήμης πιανίστα Simon Trpčeski και, στην αυλαία της διοργάνωσης, τη σύμπραξη της αρπίστας Anaïs Gaudemard με το Κουαρτέτο Hermès.

Η φετινή χρονιά, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις συναυλίες. Το Φεστιβάλ εγκαινιάζει τη Διεθνή Θερινή Ακαδημία Ρυθμολογίας, υπό τον Δημήτρη Δεσύλλα, ενισχύοντας τον εκπαιδευτικό και διεθνή προσανατολισμό του.

Παράλληλα, συνεχίζει το ετήσιο πρόγραμμα μουσικής για τα παιδιά του νησιού και φιλοξενεί έκθεση έργων του Αλέξανδρου Σιμόπουλου, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο τον διάλογο ανάμεσα στη μουσική, την εκπαίδευση, τις εικαστικές τέχνες και την τοπική κοινωνία.

Με αφορμή την έναρξη της νέας αυτής δεκαετίας, ο Κορνήλιος Μιχαηλίδης μιλά για τη διαδρομή ενός Φεστιβάλ που γεννήθηκε από την αγάπη για το νησί, για τις διαφορετικές όψεις της έννοιας της ανατροπής, για τη δύναμη της τέχνης να μετασχηματίζει την απώλεια και την αβεβαιότητα, αλλά και για το όραμα να εξελιχθεί το Κουφονήσι σε έναν διεθνή πολιτιστικό και εκπαιδευτικό προορισμό με σταθερό επίκεντρο τους ανθρώπους του.

Το Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής Κουφονησίων μπαίνει πλέον στη δεύτερη δεκαετία του. Τι έχει αλλάξει από την πρώτη διοργάνωση μέχρι σήμερα και ποια είναι η βασική ιδέα που παραμένει σταθερή πίσω από αυτόν τον θεσμό;

Πέρασε πράγματι ήδη μια δεκαετία και από την μία μου φαίνεται σαν χθες όταν το ξεκινήσαμε, ενώ από την άλλη νιώθω το Φεστιβάλ τόσο βαθιά ριζωμένο και αναπόσπαστο κομμάτι μου, σαν να ήταν πάντοτε μέρος της ζωής μου.

Οι αλλαγές και οι εξελίξεις όλα αυτά τα χρόνια είναι πολλές, αλλά πάντοτε στηρίζονται στην ίδια σταθερά: την αγάπη μας για το νησί και την θέλησή μας να μοιραστούμε αυτό που κάνουμε με την τοπική κοινωνία με αυθεντικό τρόπο, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε ένα πολιτιστικό αγαθό που, λόγω τοποθεσίας, δεν υπήρχε με αυτήν την μορφή.

Η δραστηριότητά μας, άλλωστε, είχε ξεκινήσει πολύ πριν από την επίσημη ίδρυση του Φεστιβάλ, υπό την μορφή μεμονωμένων συναυλιών που προσφέραμε στο νησί κατά καιρούς. Από το 2016 αυτή η προσπάθεια θεσμοθετήθηκε σε Φεστιβάλ, το οποίο ξεκίνησε με ίδιους πόρους και έκτοτε εξελίσσεται κάθε χρόνο σε έναν ολοένα και πιο αναγνωρισμένο θεσμό, που σταδιακά απολαμβάνει όλο και μεγαλύτερη στήριξη, τόσο από την Πολιτεία όσο και από κοινωφελή ιδρύματα και σημαντικούς επιχειρηματικούς ομίλους, αλλά και από την ίδια την τοπική κοινωνία.

Φέτος, μάλιστα, αποτελεί για εμάς τεράστια τιμή η αναγνώριση του έργου μας από την Προεδρία της Δημοκρατίας, καθώς το Φεστιβάλ τελεί για πρώτη φορά υπό την αιγίδα της Α.Ε. του Προέδρου της Δημοκρατίας κυρίου Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα.

Αυτή η ολοένα αυξανόμενη θεσμική αναγνώριση και οικονομική υποστήριξη αποτελεί για εμάς μεγάλη ηθική επιβράβευση και μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να οραματιζόμαστε, να αναβαθμίζουμε τους στόχους μας και να διευρύνουμε την δράση μας σε περισσότερα πεδία, κρατώντας πάντα στον πυρήνα της προσπάθειας την σχέση του Φεστιβάλ με το νησί και τους ανθρώπους του.

Η φετινή θεματική είναι οι «Ανατροπές». Τι σημαίνει για εσάς αυτή η έννοια μέσα στη μουσική; Είναι οι μεγάλες αλλαγές στην ιστορία της μουσικής, οι ανατροπές των συνθετών ή ο τρόπος με τον οποίο η τέχνη μάς βοηθά να βλέπουμε διαφορετικά τον κόσμο;

Οι ανατροπές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, είτε το θέλουμε είτε όχι. Άλλοτε φοβόμαστε την νέα πραγματικότητα, άλλοτε την αρνούμαστε, άλλοτε προσπαθούμε να την αντέξουμε ή να την κατανοήσουμε, και ενίοτε την αποδεχόμαστε. Κάποιες φορές χρειάζεται να σταθούμε για λίγο σε αναστολή, πριν της δώσουμε μορφή και νόημα.

Μέσα στην μουσική, η έννοια της ανατροπής έχει πολλές όψεις. Υπάρχουν ανατροπές που επιβάλλονται εξωγενώς, από το περιβάλλον, την ιστορία, την απώλεια, την βία, την αβεβαιότητα, τις διεθνείς αναταράξεις. Μπροστά σε αυτές, η τέχνη έρχεται να τις εκφράσει, ενδεχομένως και να τις απαλύνει, λειτουργώντας ως μέσο έκφρασης, αποκούμπι και σταθερά. Μας βοηθά να σταθούμε απέναντι σε όσα αλλάζουν, να τα μεταπλάσουμε και, τελικά, να τα μεταβολίσουμε.

Υπάρχουν όμως και οι ανατροπές που γεννιούνται εκ των έσω. Από την δημιουργική ανάγκη και την έμπνευση του καλλιτέχνη να εκφράσει κάτι που δεν χωρά πια στις γνώριμες μορφές, αναζητώντας έναν νέο ήχο, μια νέα γλώσσα, έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης. Εκεί, η τέχνη δεν συνοδεύει απλώς την αλλαγή, αλλά γίνεται η ίδια φορέας και έναυσμά της.

Η ανατροπή, άλλωστε, αποτελεί αναπόσπαστο και ιδρυτικό στοιχείο της τέχνης. Κάθε έργο καλλιεργεί μέσα μας μια προσδοκία, την οποία άλλοτε εκπληρώνει και άλλοτε διαψεύδει, κρατώντας ζωντανή εκείνη την εσωτερική ένταση που μας κάνει να συμμετέχουμε, να εκπλησσόμαστε, να συγκινούμαστε και, τελικά, να μετακινούμαστε.

Το πρόγραμμα κινείται ανάμεσα σε αυτές τις δύο όψεις, αναζητώντας την ανατροπή τόσο ως εξωγενή συνθήκη όσο και ως εσωτερική δημιουργική ανάγκη.

Το φετινό πρόγραμμα συνδέει τον ήχο των κρουστών, τη μουσική του μπαρόκ, τη σύγχρονη δημιουργία, την ιστορική μνήμη και τη νέα γενιά ερμηνευτών. Πώς επιλέγετε τους άξονες ενός προγράμματος που καλείται να συνομιλήσει τόσο με το εξειδικευμένο κοινό όσο και με ανθρώπους που ίσως έρχονται πρώτη φορά σε επαφή με την κλασική μουσική;

Το φετινό πρόγραμμα επελέγη με στόχο κάθε συναυλία να εστιάζει σε μια διαφορετική όψη της θεματικής των «Ανατροπών». Οι συναυλίες μας καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα ρεπερτορίου και αισθητικής, προσφέροντας ποικιλία, αλλά και ισορροπία στο συνολικό πρόγραμμα.

Οι συναυλίες απευθύνονται πάντοτε σε όλους και είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να μπορούν να τις παρακολουθήσουν με ενδιαφέρον τόσο οι πιο εξειδικευμένοι ακροατές όσο και οι συγκυριακοί εξερευνητές, άνθρωποι δηλαδή που ίσως έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με την κλασική μουσική.

Είμαι πεπεισμένος ότι η τέχνη, όταν παρουσιάζεται με τρόπο αυθεντικό και ανεπιτήδευτο, βασισμένη στην γνησιότητα και την αλήθεια του εκάστοτε καλλιτέχνη, με προσεγμένη δραματουργία και δομή, μπορεί να αγγίξει με εξαιρετικά άμεσο τρόπο κάθε ακροατή, γνώστη ή μη. Αυτή η γνήσια επικοινωνιακότητα, αλλά και η αναζήτηση συγκεκριμένης δραματουργίας, αποτελούν βασικά κριτήρια στην επιλογή των καλλιτεχνών και του προγράμματος.

Φέτος το Φεστιβάλ εγκαινιάζει τη Διεθνή Θερινή Ακαδημία Ρυθμολογίας, ενώ συνεχίζει και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τα παιδιά του νησιού. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το Φεστιβάλ να μην περιορίζεται στις συναυλίες, αλλά να λειτουργεί ως χώρος μάθησης, συνάντησης και δημιουργίας;

Στόχος του Φεστιβάλ είναι όχι μόνο να παρουσιάζει, αλλά και να παράγει πολιτισμό. Αυτό προϋποθέτει την καλλιέργεια των νέων γενεών, την διαμόρφωση των μελλοντικών ακροατών, την διαπαιδαγώγηση και ενθάρρυνση της νέας γενιάς καλλιτεχνών, την ενεργοποίηση της τοπικής κοινωνίας και την σύνδεση του πλούσιου πολιτιστικού παρελθόντος και της παράδοσης της περιοχής με το παρόν και το μέλλον.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, η Διεθνής Θερινή Ακαδημία αποτελεί για εμάς ένα σημαντικό νέο βήμα, καθώς φέρνει στο Κουφονήσι νέους μουσικούς, φοιτητές και επαγγελματίες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, δημιουργώντας έναν χώρο μάθησης, συνάντησης και δημιουργικής ανταλλαγής. Παράλληλα, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα μουσικής για τα παιδιά του νησιού ολοκληρώθηκε για τέταρτη χρονιά με μεγάλη επιτυχία.

Το όραμά μας είναι το Κουφονήσι να αποτελεί φάρο πολιτισμού στο Αιγαίο και ταυτόχρονα ένα παράδειγμα ποιοτικής ανάπτυξης και διεθνούς πολιτιστικού προορισμού, τόσο για μουσικούς όσο και για ακροατές, με την τοπική κοινωνία πάντοτε στο επίκεντρο.

Τα Κουφονήσια αποτελούν ένα ιδιαίτερο σκηνικό για την κλασική μουσική. Τι συμβαίνει όταν η μουσική μεταφέρεται έξω από τις παραδοσιακές αίθουσες συναυλιών και συναντά ένα αιγαιοπελαγίτικο τοπίο; Και ποιο είναι το όραμά σας για την επόμενη δεκαετία του Φεστιβάλ;

Η κλασική μουσική, που βρίσκεται στον πυρήνα του Φεστιβάλ, είναι εξ ορισμού μουσική που παράγεται με φυσικό τρόπο, από μουσικά όργανα κατασκευασμένα από φυσικά υλικά, και συχνά αντλεί την έμπνευσή της από τους ήχους, τους ρυθμούς και τις σιωπές της φύσης. Υπό αυτήν την έννοια, το να την ακούει κανείς σε ένα τόσο όμορφο φυσικό περιβάλλον, με την πνοή του νησιωτικού ανέμου και κάτω από τον έναστρο ουρανό των Κυκλάδων, όχι μόνο δεν υστερεί της εμπειρίας μιας αίθουσας συναυλιών, αλλά μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση της αμεσότητας και της φυσικότητας που προϋποθέτει το είδος.

Στα Κουφονήσια, το τοπίο δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό αλλά γίνεται μέρος της ακρόασης. Η θάλασσα, ο αέρας, το φως και η λιτότητα του τόπου δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η μουσική ακούγεται φυσικά, άμεσα και ανθρώπινα.

Το όραμά μας για την επόμενη δεκαετία είναι να βελτιστοποιήσουμε ακόμη περισσότερο αυτήν την εμπειρία, χωρίς να χαθεί η αυθεντικότητα που χαρακτηρίζει το Φεστιβάλ από την αρχή. Αυτό σημαίνει καλύτερες υποδομές, πιο ολοκληρωμένο εξοπλισμό και συνθήκες που θα υπηρετούν ουσιαστικά τόσο τους καλλιτέχνες όσο και το κοινό.

Παράλληλα, θέλουμε να διευρύνουμε σταδιακά την διάρκεια και την περίοδο δράσης του Φεστιβάλ και πέραν της περιόδου τουριστικής αιχμής, προσελκύοντας ένα κοινό που θα έρχεται στα Κουφονήσια ειδικά για την μουσική και τις δράσεις του. Με αυτόν τον τρόπο, το νησί μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την ταυτότητά του όχι μόνο ως μοναδικός καλοκαιρινός προορισμός, αλλά και ως ουσιαστικός πολιτιστικός προορισμός στο Αιγαίο.

Στην ίδια κατεύθυνση, επιδιώκουμε την ενίσχυση της διεθνούς απήχησης του Φεστιβάλ, την περαιτέρω ανάπτυξη των εκπαιδευτικών του δράσεων και την δημιουργία γόνιμων συνεργασιών με άλλα φεστιβάλ και πολιτιστικούς φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, πάντα με βαθιά σύνδεση με το νησί, το τοπίο και τους ανθρώπους του.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα