Θέμης Μουμουλίδης: Σε ποιον είναι χρήσιμος ένας άνθρωπος που είναι 10 ,15, 20 χρόνια βουλευτής;
Διαβάζεται σε 10'
Ο Θέμης Μουμουλίδης μιλάει στο NEWS 24/7 με αφορμή τις “Εκκλησιάζουσες | Γυναίκες στην εξουσία” και τη φετινή επανάληψη της “Αντιγόνης”.
- 08 Ιουλίου 2026 09:28
Με περισσότερες από 200 σκηνοθεσίες, μακρά παρουσία σε σημαντικούς θεατρικούς και πολιτιστικούς θεσμούς και μια διαδρομή που συνδέει σταθερά τη σκηνή με τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη μουσική και την πολιτική σκέψη, ο Θέμης Μουμουλίδης επιστρέφει στον Αριστοφάνη με τις «Εκκλησιάζουσες | Γυναίκες στην εξουσία», ενώ παράλληλα παρουσιάζει για δεύτερη χρονιά την “Αντιγόνη” του Σοφοκλή.
Στις «Εκκλησιάζουσες», ο Αριστοφάνης στήνει μια από τις πιο ευρηματικές πολιτικές του φάρσες: οι γυναίκες της Αθήνας, με επικεφαλής την Πραξαγόρα, μεταμφιέζονται σε άνδρες, εισχωρούν στην Εκκλησία του Δήμου και κατορθώνουν να πάρουν την εξουσία, προτείνοντας ένα νέο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Πίσω από το κωμικό εύρημα, όμως, ξεδιπλώνεται ένας αιχμηρός στοχασμός για τη Δημοκρατία, την απογοήτευση των πολιτών, την ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού και την αγωνία μιας κοινωνίας που αναζητά λύσεις ακόμη και μέσα από την ουτοπία.
Στη σκηνική εκδοχή του Θέμη Μουμουλίδη, σε ελεύθερη απόδοση και διασκευή της Νεφέλης Μαϊστράλη και του ίδιου, το έργο μετατρέπεται σε μια μουσική, σατιρική και πολύχρωμη παράσταση, όπου η ατμόσφαιρα του τσίρκου, ο ήχος της τζαζ και η σκοτεινιά του καμπαρέ συναντούν το πικρό πολιτικό σχόλιο. Η μεταμφίεση, η υπερβολή, το καρναβάλι και η ανατροπή γίνονται εργαλεία για να φωτιστεί η σημερινή πραγματικότητα: μια εποχή ατομικισμού, απώλειας συλλογικής μνήμης και βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική.
Στο επίκεντρο της παράστασης βρίσκεται η Πραξαγόρα, την οποία ερμηνεύει η Μαρίνα Ασλάνογλου, μια γυναίκα που διεκδικεί όχι απλώς την εξουσία, αλλά τη δυνατότητα ενός διαφορετικού κοινωνικού σχεδίου. Δίπλα της, ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης στον ρόλο του Βλέπυρου και ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης στον ρόλο του Κομπέρ. Μαζί τους εμφανίζονται οι Ίντρα Κέιν, Φοίβος Ριμένας, Δήμητρα Βήττα, Μαρία Κυρώζη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Ερωφίλη Παναγιωταρέα και Αναστασία Τζελέπη.
Για τον Θέμη Μουμουλίδη, το θέατρο υπήρξε πάντοτε ένας χώρος όπου ο άνθρωπος, η Ιστορία και η κοινωνία συναντιούνται επί σκηνής. Στις «Εκκλησιάζουσες | Γυναίκες στην εξουσία», το ερώτημα της γυναικείας διακυβέρνησης γίνεται αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από τη Δημοκρατία, τη συλλογική ευθύνη, την πολιτική παρακμή και την ανάγκη ενός νέου πολιτισμικού και ηθικού οράματος. Με αφορμή την παράσταση, ο σκηνοθέτης μιλά για τον Αριστοφάνη, την εποχή μας και τα αδιέξοδα μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να αναζητά, έστω και μέσα από την ουτοπία, έναν διαφορετικό δρόμο.
Τι σας οδήγησε να καταπιαστείτε με τις «Εκκλησιάζουσες» το 2026;
Στις επιλογές μου, υπάρχει πάντα η ανάγκη, να βρίσκεται ο άνθρωπος στο επίκεντρο της θεματικής των έργων. Ο πυρήνας των δημιουργημάτων του Αριστοφάνη είναι διαχρονικά επίκαιρος. Δυόμιση χιλιάδες χρόνια οι παθογένειες επαναλαμβάνονται. Και μπορεί να μην υπάρξει ποτέ τέλεια κοινωνία, αλλά στην εποχή μας έχουμε περάσει προ πολλού στην αποθέωση του ατομικισμού και της ιδιοτέλειας. Αυτόν τον κόσμο του μεγεθυμένου εγώ, που τελικά οδηγεί στην πτώση των αξιών σκιαγραφεί το έργο.
Η απουσία γνώσης της ιστορικής μνήμης που κυριαρχεί στην εποχή μας, οδηγεί σε αδιέξοδα. Οι άνθρωποι λόγω της παγκοσμιοποίησης, αλλά και του εθισμού στα sm, δεν θέλουν να εμβαθύνουν δεν θέλουν να θυμούνται δεν επιθυμούν να θαυμάζουν. Δυστυχώς για μεγάλα κοινωνικά σύνολα δεν υπάρχει η αξία της ιστορικής γνώσης. Υπάρχει μόνο παρόν και μέλλον. Κι όμως η εξέλιξη της ανθρωπότητας περνάει μέσα από αγώνες και συγκρούσεις και προσωπικότητες που καθόρισαν τις εξελίξεις και συνέβαλαν σε μεγάλες ιστορικές αλλαγές.
Αυτό το στοιχείο μνήμης , «αυτό που χάνεται» , ήθελα να επισημαίνεται με κάποιο τρόπο στην παράσταση. Ο Αριστοφάνης αναζητά ένα καινούργιο όραμα ένα νέο αφήγημα και καταφεύγει στο αδιέξοδο της ουτοπίας. Το ίδιο και ένα κοινωνικό σύνολο που ακόμη έχει αγωνίες.
Πώς συνεργαστήκατε στη διασκευή με τη Νεφέλη Μαϊστράλη και πόσο ελεύθερα χειριστήκατε το πρωτότυπο κείμενο;
Η Νεφέλη είναι ένας εκ των σημαντικών δημιουργών της εποχής μας. Έχει μια βαθιά πολιτική ματιά στο έργο της και αυτό είναι ένα στοιχείο άκρως ενδιαφέρον, που την κάνει να ξεχωρίζει. Το θέατρο είναι πράξη πολιτική. Και η Νεφέλη το γνωρίζει. Ανήκει κατά την γνώμη μου στην πρωτοπορία της εποχής μας. Τολμά και μιλά για όσα αδιανόητα συμβαίνουν γύρω μας, όταν η πλειοψηφία ιδιωτεύει και παραμένει [ενδεχομένως διαχρονικά] σιωπηλή.
Η συνεργασία ήταν γόνιμη και νομίζω ότι προέκυψε ένα κείμενο εξαιρετικά επίκαιρο και εύστοχο, που διεκδικεί την αυτονομία του ως δημιούργημα, χωρίς να προδίδει ή να απομακρύνεται από τις προθέσεις του συγγραφέα.
Γιατί επιλέξατε τον υπότιτλο «Γυναίκες στην εξουσία»;
Ο Αριστοφάνης στην ανάγκη του να διακωμωδήσει και να οδηγήσει τις καταστάσεις στα άκρα, καταφεύγει σε σκηνικές «λύσεις» που μπορεί να ακούγονται ουτοπικές. Στο έργο μας, οι γυναίκες καταλαμβάνουν την εξουσία. Ήθελα αυτό να είναι κυρίαρχο στοιχείο της ταυτότητας της παράστασης.
Το «Εκκλησιάζουσες» από μόνο του, δεν αρκεί σήμερα στην διαδικασία συνάντησης με τον θεατή. Η Πραξαγόρα 2.500 χρόνια πριν, μιλάει για πρώτη φορά για κοινοκτημοσύνη. Γυναίκες στην εξουσία λοιπόν!
Ωστόσο αυτή είναι η λύση; Ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Είναι πλάσμα ταυτόχρονα δημιουργικό και καταστροφικό, ικανό για όλη τη χαρά και όλη την λύπη του κόσμου. Η ανθρώπινη ανεπάρκεια δεν θα πάψει ποτέ να κυριαρχεί. Όμως αυτή η επίγνωση της ανεπάρκειας, οδηγεί σε αγώνες για μεγάλες αλλαγές και πάντα θα κάνει τον άνθρωπο να ελπίζει σε έναν καλύτερο κόσμο.
Τι κάνει τις «Εκκλησιάζουσες» τόσο επίκαιρες 2.500 χρόνια μετά; Και πώς συνομιλεί η παράσταση με την σημερινή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα;
2.500 χιλιάδες χρόνια πριν, η Αθηναϊκή δημοκρατία βρίσκεται σε παρακμή και το πολιτικό προσωπικό επίσης. Αισθάνομαι ότι και σήμερα η Δημοκρατία, το πιο λαμπρό πολίτευμα, κατάντησε καχεκτική. Στην πραγματικότητα δεν λειτουργεί, γιατί έχουν επέλθει πολλές μετατοπίσεις στην αντίληψη περί Δημοκρατίας.
Δεν νομίζω πως διαφωνεί κανείς ότι ο πολιτικό προσωπικό βρίσκεται σε πλήρη αποδρομή. Τη στιγμή που το διαχειριστικό μοντέλο διακυβέρνησης κυριαρχεί και δημιουργεί ιστορικά αδιέξοδα, το πολιτικό σύστημα αναζητά , αλλά δεν τολμά να προτείνει ριζοσπαστικές αλλαγές. Σε ποιον είναι χρήσιμος ένας άνθρωπος που είναι 10 ,15, 20 χρόνια βουλευτής; Ούτε καν στον εαυτό του. Η πολιτική δυστυχώς έγινε επάγγελμα και ο πολιτικός αμοραλισμός κανονικότητα. Σε αυτό ανατρέχει συχνά η παράσταση με μια κριτική ματιά.
Το έργο μιλά για την ανάληψη της εξουσίας από τις γυναίκες. Πώς το διαβάζετε σήμερα;
Προσωπικά θα ήθελα πολύ να ζήσω μια εποχή απόλυτης γυναικοκρατίας. Θα ήταν σίγουρα μια νέα πραγματικότητα. Οι γυναίκες έχουν σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τους άντρες. Ίσως αυτό δεν ήταν αριστοφανική ουτοπία, αλλά μια νέα καλύτερη εποχή. Ωστόσο ο πυρήνας του προβλήματος δεν είναι το φύλο, αλλά η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη.
Το έργο μιλά για την απογοήτευση των πολιτών με την πολιτική. Πόσο το συνδέετε με την τρέχουσα πολιτική;
Η παγκοσμιοποίηση και η κυριαρχία των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων έχουν δημιουργήσει -αντί για ένα κράτος ενεργών πολιτών- ένα κράτος πελατών-καταναλωτών. Μια πρωτοφανής δυστοπία υψώνεται πάνω από τις ζωές των λαών. Στις μέρες μας, είδαμε ξεκάθαρα ότι τα κέντρα λήψης αποφάσεων σπάνια είναι οι κυβερνήσεις και οι δημοκρατικές πολιτικές επιλογές. Το νέο μοντέλο του Κράτους ΑΕ φαίνεται να γεννιέται. Πρόκειται για μια ορατή πραγματικότητα την οποία μόνο η κοινωνία μπορεί αποφασιστικά να αποτρέψει.
Πώς βλέπετε το σύγχρονο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας, ειδικά τώρα που έχουμε δύο καινούργια κόμματα, αυτό του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού;
Δεν διανοούμαι να συγκρίνω τα δύο πρόσωπα. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω. Το ένα εγχείρημα είναι θνησιγενές, σημείο των καιρών. Εκτιμώ πως όσο περνάει ο καιρός θα δυσκολεύεται να επιβιώσει. Από την άλλη όλα δείχνουν ότι έχουμε περάσει στον αστερισμό του Αλέξη Τσίπρα. Όσο κι αν τον πολέμησαν και συνεχίζουν να τον πολεμούν, για περισσότερο από 15 χρόνια, ο Αλέξης Τσίπρας, φαίνεται πως αντέχει και επιστρέφει ως συνείδηση και ανάγκη της κοινωνίας.
Έρχεται με σχέδιο και όραμα, προτείνοντας ένα νέο μοντέλο συμμετοχής. Αναμφίβολα μια άκρως ενδιαφέρουσα επιστροφή μιας μοναδικά χαρισματικής ηγετικής προσωπικότητας που έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της πολιτικής ανεπάρκειας που αγγίζει την ανυπαρξία. Εύχομαι σύντομα, ο άνθρωπος να επιστρέψει στον επίκεντρο κάθε συζήτησης.
Τι σας οδήγησε να επαναλάβετε την «Αντιγόνη» που ανεβάσατε πέρσι το καλοκαίρι με τη Λένα Παπαληγούρα;
Αναμφίβολα, η περσινή συγκινητική υποδοχή του κοινού, και ταυτόχρονα ο υψηλός βαθμός δημιουργικότητας μιας ομάδας [ στοιχείο καθόλου αυτονόητο], που καταθέτει ένα εξαιρετικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Αυτό ακριβώς, το στοιχείο, του συνυπάρχοντος συνόλου ήταν αρκετό για την επανάληψη της παράστασης, που έχουν ήδη παρακολουθήσει περισσότεροι από 50.000 θεατές.
Η σχέση που δημιουργήθηκε με όλους τους ηθοποιούς και συντελεστές φαίνεται πως αντέχει στον χρόνο και αυτό είναι σπάνιο. Η Λένα ο Μελέτης, ο Μιχάλης και οι άλλοι σπουδαίοι ηθοποιοί, αποτελούν ένα από τα δυναμικά σχήματα των τελευταίων χρόνων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, που καθένας τους έχει συνέχεια και καταθέτει συστηματικά και ανελλιπώς στο ελληνικό θέατρο την δική του σημαντική προσφορά.
Τι ρόλο παίζει η ηθική επιλογή της Αντιγόνης στο σήμερα;
Δυστυχώς η ηθική είναι μια έννοια που διαρκώς υποχωρεί στην εποχή μας. Και δεν κάνουμε κάτι γι αυτό. Ζούμε στην εποχή όπου οι παθογένειες και τα μεγάλα προβλήματα εκλαμβάνονται πλέον ως κανονικότητα. Συνηθίσαμε στην διαχείριση και όχι στην διεκδίκηση ριζοσπαστικών τομών. Αισθάνομαι πως χρειαζόμαστε μια νέα ηθική επανάσταση και ένα καινούργιο πολιτικό πολιτισμό.
Η πρόκληση μιας καινούργιας, καλύτερης εποχής είναι εδώ μας κοιτάει κατάματα και είναι αδιανόητο ως κοινωνικό σύνολο να την αγνοούμε… Από αυτή την ιστορική πρόκληση-αναμέτρηση είναι αδιανόητο να απουσιάζει το κεφάλαιο Πολιτισμός…