Ήταν το πιο επικίνδυνο γκρουπ στον κόσμο, τώρα πώς κι έγιναν ρέιβ;
Διαβάζεται σε 8'
Ο Παναγιώτης Μένεγος κάθε εβδομάδα τεντώνει τα αυτιά του. Προτείνει καινούριους ή ξεχασμένους δίσκους, βλέπει μουσικά ντοκιμαντέρ, ακούει podcasts και διαβάζει μουσικά βιβλία. Και φτιάχνει μια playlist για τα δικά σας ακουστικά…
- 07 Μαΐου 2026 10:29
Στα τέλη των 80s, ο Τρεντ Ρέζνορ ήταν ένας (φαινομενικά) normie που έπαιζε πολλά όργανα, αγαπούσε τα βρετανικά synth συγκροτήματα και συμμετείχε σε μπάντες χωρίς να βγάζει πολλή άκρη, αφού κανείς δεν έπαιζε τις συνθέσεις του όπως εκείνος τις είχε στο μυαλό του. Τελικά, αποφασίσε να σχηματίσει τους Nine Inch Nails και να τα κάνει όλα μόνος του για να ξεμπερδεύει.
Το ντεμπούτο Pretty Hate Machine (1989) ταρακούνησε. Εμφανίστηκε στο τέλος μιας δεκαετίας που προετοιμαζόταν η alternative έκρηξη των 90s, κι αν συνυπολογίσει κανείς και τα δύο άλμπουμ που ακολούθησαν, The Downward Spiral (1994) και The Fragile (1999), μέσα σε δέκα χρόνια διατυπώθηκε μια κρυστάλλινη πρόταση που δεν καταλάβαινε από μόδες αποτελώντας ως τις μέρες μας ένα ξεχωριστό σημείο αναφοράς. Γι’ αυτό συγκίνησε, κι ακόμα συγκινεί, από χαρντκοράδες και μεταλάδες μέχρι γκοθάδες και technoheads.
Βαρύ industrial ως αισθητική με ένα μοναδικό όμως pop appeal, στίχοι με τις πιο μύχιες, απαγορευμένες ίσως κι αποκρουστικές σκέψεις που περνάνε από τον ανθρώπινο νου κι ένας performer που, είπαμε, έμοιαζε σούπερ «κανονικός» μέχρι να τον δεις να κυλιέται στις λάσπες και να ουρλιάζει στην σκηνή όπως στην ιστορική εμφάνιση του Woodstock ‘94.
Οι NIN ήταν το πιο επικίνδυνο γκρουπ στον κόσμο κι ο Ρέζνορ ο πιο φοβιστικός κι απρόβλεπτος frontman, ίσως μάλιστα και πρωτο-icon της τότε αναδυόμενης online κουλτούρας των incels, άτυπος ήρωας μιας πρώιμης «ανδρόσφαιρας» (σημερινή ορολογία που, φυσικά, δεν υπήρχε στα 90s).
Αν έστιβες τους NIN στην πρώτη δεκαετία της ύπαρξής τους, θα γέμιζες κουβάδες με, κυριολεκτικά, αίμα, δάκρυα και ιδρώτα. Κάθε κύτταρο της ύπαρξής τους έσταζε βία. Αυτο τους έκανε μοναδικούς αλλά και οριακούς. Ενικός, καλύτερα: ο Τρεντ Ρέζνορ ήταν one of a kind αλλά και μόνιμα on the edge. Πολύ ποτό, πολύ κοκαϊνη, πολλοί καβγάδες που πίκαραν στα 00s – με πρώην συνεργάτες, με το Universal Music Group, με την Apple (που αργότερα θα συνεργαστεί) με τη διακυβέρνηση Μπους, με διάφορους παράγοντες της μουσικής βιομηχανίας κ.ά…
Το καλοκαιρι του 2000, στο Λονδίνο, παραλίγο να γίνει το πρώτο διάσημο θύμα μιας άσημης ακόμα ουσίας, καθώς παίρνει υπερβολική δόση φαιντανύλης…
Nine Inch Noize, s/t
(The Null Corporation / Interscope, 2026)
Σήμερα, αν στίψεις τον Τρεντ Ρέζνορ γεμίζεις κουβάδες με υγεία. Καθαρός εδώ και πολλά χρόνια, παντρεμένος εδώ και 17, πέντε φορές μπαμπάς, πολύ γυμνασμένος κι αθλητικός, ασταμάτητα παραγωγικός, μόνιμα πια σε απόλυτα τεχνοκρατική συχνότητα. Με σταθερό συνεργάτη τον Άττικους Ρος, από το 2010 και μετά έχουν φτιάξει περισσότερα από 20 κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σάουντρακ – σταθεροί συνεργάτες, μεταξύ άλλων, των Ντέιβιντ Φίντσερ και Λούκα Γκουαντανίνο.
Οι NIN εξακολουθούν. Έχουν φτάσει τα 12 στούντιο άλμπουμ, έχοντας δει από πολύ νωρίς την αλλαγή στη δισκογραφία (από τότε που ο Ρέζνορ παρότρυνε τους fans να κατεβάζουν τα αλμπουμ γιατί η Universal τα τιμολογούσε πανάκριβα μέχρι τότε που έκρυβαν usb sticks με τα νέα τους κομμάτια σε τουαλέτες κλαμπ) και θα ήταν ψέμα να πει κανείς ότι έχουν πλησιάσει εκείνη την θρυλική πρώτη τριάδα – ο ίδιος ο Ρεζνορ έχει ολοφάνερα ρίξει το βάρος στα σάουντρακ.
Όμως είναι και πάλι στο προσκήνιο.
Μέσα από μια συνεργασία, η οποία ξεκίνησε για το σάουντρακ του Tron: Ares, συνεχίστηκε στο πλαίσιο της περσινής Peel It Back περιοδείας και κορυφώθηκε φέτος τον Απρίλιο με κυκλοφορία άλμπουμ. Από τη μία οι NIN (Ρέζνορ και Ρος ως μόνιμο πια μέλος) και στο άλλο μέρος της εξίσωσης ο γερμανός, με ιρακινές ρίζες, παραγωγός Boys Noize (κατά κόσμον Αλεξάντερ Ρίντα).
Nine Inch Nails + Boys Noize = Nine Inch Noize.
Πριν λίγες εβδομάδες έκλεψαν την παράσταση στο φετινό Coachella με τον μοντέρνο τρόπο, τον ορθόδοξο: έγιναν viral, κατακλύζοντας τα σόσιαλ με εικόνες από την τεράστια σκηνή, το αδιανόητο light show και τα εντυπωσιακά visuals. Και στο ενδιάμεσο των δύο ΣΚ που διαρκεί το διάσημο φεστιβάλ στη Νεβάδα, έβγαλαν και το ομώνυμο άλμπουμ. Με ξαναδουλεμένα 12 κομμάτια από το ένδοξο παρελθόν – από classics της NIN δισκογραφίας όπως το εμβληματικό “Closer” στη διασκευή τους στο “Memorabilia” των Soft Cell κι ένα κομμάτι (“Parasite”) από τους How To Destroy Angels, το side project που εστησε ο Ρέζνορ μαζί με τη σύζυγό του, Μαρικίν Μάαντιγκ (που εμφανίζεται μαζί τους στα λάιβ). Κανένα track από το ντεμπούτο, κανένα από το εξίσου σημαντικό The Fragile, τρία από το Year Zero του 2007 και δύο από το Hesitation Marks του 2013.
Πώς λειτουργεί η συνεργασία (…και μάλλον εξηγεί και το tracklist);
Οι NIN βάζουν τα κομμάτια και «ο Boys Noize φέρνει το rave», όπως έγραψαν εύστοχα. Δεν είναι εύκολο να πεις αν το Nine Inch Noize είναι studio, live ή remix άλμπουμ – γιατί είναι και τα τρία μαζί. Άλλωστε έχει ηχογραφηθεί σε διάφορα μέρη -δωμάτια ξενοδοχείων, αεροπλάνα, στούντιο αλλά κι επί σκηνής- που βρέθηκαν τα «συμβαλλόμενα μέρη» τα δύο τελευταία χρόνια που κάνουν παρέα. Κι αν υποπτευθήκατε ότι η σειρά των κομματιών στο άλμπουμ ακολουθεί τη σειρά των κομματιών στο live, πέσατε μέσα, πετύχατε διάνα, συγχαρητήρια!
Είναι ολοφάνερο, γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν και μικρές σφήνες με αντιδράσεις, χειροκροτήματα κι επευφημίες του κοινού ότι το Nine Inch Noize θέλει να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα της πρόσφατης περιοδείας που έκανε ξανά relevant (με σημερινούς ιντερνετικούς όρους) τους ΝΙΝ. Κι είναι απολύτως θεμιτό, γίνεται «εξαπανέκαθεν» (sic) άλλωστε, τα γκρουπ να μεταμορφώνουν τα κομμάτια τους για να απογειώνονται στις συναυλίες. Μια κουβέντα αυτή που γεννά ομως κι ένα ερώτημα: χρειαζόμασταν ένα άλμπουμ, για να το ακούμε σπίτι μας, που η δοξασμένη κλειστοφοβική δυσφορία που προκαλούν διαχρονικά οι NIN μπλέκεται με το βαβουριάρικο stadium electro (εντελώς not my cup of tea, αλλά περί ορέξεως…) δίνοντας στα κομμάτια χροιά party anthems;
Γιατί αυτό είναι οι Nine Inch Noize…είναι Nine Inch Nails που έχουν fun (επιτέλους ή δυστυχώς, ανάλογα πως το βλέπει κανείς). Όχι πολύ εύκολο να το δεχθείς αν τους έχεις αγαπήσει για κάτι άλλο, όχι πολύ σημαντικό αν έτσι μπαίνεις στο σύμπαν τους και μοιραία θα βουτήξεις στον κατάλογό τους. Ποιοι είμαστε εμείς άλλωστε να πούμε στον Ρέζνορ, «κοίτα μεγάλε, στα 60 σου, παράτα την οικογένειά σου, κόψε τα βάρη, ξύπνα τους δαίμονες και γύρνα πίσω στις εποχές που δε σε χωρούσε ο τόπος»; Ποιοι είμαστε εμείς να του πούμε ότι δεν έχει δικαίωμα στο πάρτι;
Highlights: φυσικά το “Closer” (θα ήταν τέτοιο ακόμα κι αν το τραγουδούσε χορωδία μικροβιολόγων, εφόσον διατηρούσαν το beat), σίγουρα το “Copy of A” (από τις κορυφές της ύστερης περιόδου των NIN), ανάμεσά τους το “Me I’m Not” μας μαλώνει που ίσως δεν του είχαμε δώσει τη δέουσα σημασία πριν είκοσι χρόνια, ενώ και το cover του, έτσι κι αλλιώς σπουδαίου, “Memorabilia” των Soft Cell, είναι αξιοσημείωτο. Κι, εντάξει, ας μην είμαστε και τόσο αυστηροι: η επιλογή του “Vessel” μετά το intro δίνει έναν κάποιο τόνο με την εναρκτήρια στροφή “I let you put it in my mouth / I let it get under my skin/ I let you pump it through my veins/ I let you take me from within”.
Έχουν περάσει 17 χρόνια από εκείνον τον Ιούλιο του 2009 που είχαμε δει τους Nine Inch Nails κάτω από τους βράχους στο Βύρωνα. Κι ανεξάρτητα ποιες εκδοχές των κομματιων προτιμά κανείς στα ακουστικά του, το Nine Inch Noize υπερθέαμα δεν είναι για να το χάσουμε. Ας φροντίσουν οι αρμόδιοι τα δέοντα, έχουν πάει και τα αεροπορικά στο Θεό…