Τα δύσκολα διλήμματα του Τραμπ για τον πόλεμο στο Ιράν μετά την εκλογική ήττα
Διαβάζεται σε 7'
Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών περιπλέκει τα σχέδια του Τραμπ για το Ιράν, με την Ουάσινγκτον να εξετάζει τρία δύσκολα σενάρια για την επόμενη μέρα του πολέμου.
- 05 Νοεμβρίου 2026 08:41
Η ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ φέρνει τον Ντόναλντ Τραμπ αντιμέτωπο με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα για τον πόλεμο στο Ιράν: να περιορίσει τις απώλειες και να επιδιώξει μια συμφωνία ή να κλιμακώσει εκ νέου τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ήδη παραδεχθεί ότι ο πόλεμος με το Ιράν κόστισε ακριβά στους Ρεπουμπλικανούς στις εκλογές. Τώρα καλείται να αποφασίσει αν θα αναζητήσει μια διπλωματική διέξοδο ή αν θα προχωρήσει σε νέους βομβαρδισμούς, παρά το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή.
Όπως αναφέρει πάντως σε ανάλυσή του το Axios, σε αυτή την χρονική περίοδο, καμία από τις επιλογές που έχει στη διάθεσή του ο Τραμπ δεν είναι εύκολη.
Η πρώτη επιλογή είναι η επανάληψη των στρατιωτικών πληγμάτων. Ωστόσο, η επιστροφή σε έναν πόλεμο μεγάλης κλίμακας θα ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής, θα διατηρούσε τις τιμές της βενζίνης σε υψηλά επίπεδα και πιθανότατα δεν θα εξασφάλιζε ένα καλύτερο στρατιωτικό αποτέλεσμα.
Η δεύτερη επιλογή είναι η διαπραγμάτευση. Αν, όμως, οι Ιρανοί αξιωματούχοι αρνηθούν να κάνουν παραχωρήσεις ή, εκτιμώντας ότι ο Τραμπ έχει αποδυναμωθεί πολιτικά μετά την εκλογική ήττα, αυξήσουν τις απαιτήσεις τους, η επίτευξη συμφωνίας θα γίνει ακόμη δυσκολότερη.
Η τρίτη επιλογή είναι η στρατηγική του «στραγγαλισμού», όπως την περιγράφουν συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου. Πρόκειται ουσιαστικά για τη διατήρηση της σημερινής κατάστασης, με τον ναυτικό αποκλεισμό και τις εξουθενωτικές οικονομικές κυρώσεις να συνεχίζονται, ώστε το ιρανικό καθεστώς να αποδυναμώνεται σταδιακά, ενώ η Ουάσινγκτον θα εξακολουθεί να διερευνά τις πιθανότητες μιας συμφωνίας. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική ενδέχεται να χρειαστεί μήνες μέχρι να αποδώσει αποτελέσματα.
Ο Τραμπ δεν θέλει να εμφανιστεί δύο φορές ηττημένος
Εδώ και εβδομάδες, ο Τραμπ δηλώνει ότι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα τερματίσει τον πόλεμο μετά τις εκλογές.
«Άλλο πράγμα είναι να χάσεις τις ενδιάμεσες εκλογές. Ο Τραμπ, όμως, δεν θέλει να φανεί ηττημένος δύο φορές», δήλωσε στο Axios πρώην σύμβουλός του.
Η αβεβαιότητα γύρω από τις επόμενες κινήσεις του είναι τόσο μεγάλη, που ακόμα και οι στενότεροι συνεργάτες του δεν γνωρίζουν ποια απόφαση θα πάρει τελικά.
Μέσα σε όλα αυτά, προστέθηκε και η δημόσια παρέμβαση του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος, με μια ασυνήθιστα ευθεία τοποθέτηση, απέδωσε την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών στον πόλεμο με το Ιράν. «Ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος», έγραψε ο Βανς στην πλατφόρμα X.
«Ο ίδιος ο πρόεδρος το είπε χθες το βράδυ. Αν θέλετε να υποστηρίξετε ότι άξιζε τον κόπο, ότι άξιζε να χάσουμε τη Γερουσία για τα επόμενα έξι χρόνια, τότε κάντε το. […] Όμως όλοι γνωρίζουν γιατί χάσαμε. Και κάθε ειλικρινής συζήτηση για το πώς θα προχωρήσουμε από εδώ και πέρα πρέπει να ξεκινά από αυτή την παραδοχή».
Ο Βανς χαρακτήρισε επίσης τις σχέσεις των ΗΠΑ με το Ισραήλ σημαντικό πολιτικό βάρος για τους Ρεπουμπλικανούς.
Ο Τραμπ, μιλώντας αργότερα σε δημοσιογράφους, παραδέχθηκε ότι η ανάλυση του αντιπροέδρου του είναι «σε μεγάλο βαθμό σωστή», καθώς ο πόλεμος οδήγησε σε αύξηση των τιμών της βενζίνης. Ωστόσο, υποστήριξε ότι, αν χρειαζόταν, θα έπαιρνε ξανά την ίδια απόφαση. «Δεν είχαμε άλλη επιλογή. Δεν μπορείς να επιτρέψεις στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο», δήλωσε.
Όταν ρωτήθηκε πότε σκοπεύει να τερματίσει τον πόλεμο, απάντησε: «Όποτε θέλω. Αλλά πρέπει να γίνει σωστά, γιατί δεν μπορούν να αποκτήσουν πυρηνικό όπλο».
Οι προειδοποιήσεις του Βανς και η πίεση Νετανιάχου
Σύμφωνα με πληροφορίες του Axios, τους τελευταίους μήνες ο Βανς ηγείται μιας ομάδας στο στενό περιβάλλον του Τραμπ που τον συμβουλεύει να καταλήξει σε συμφωνία με το Ιράν και να τερματίσει τον πόλεμο.
Μάλιστα, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το αμερικανικό μέσο, ο αντιπρόεδρος είχε κατηγορήσει κατ’ ιδίαν τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι «έκανε λάθος σε όλα» όσα αφορούσαν το Ιράν.
Ο Βανς είχε προειδοποιήσει ότι ο πόλεμος ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής και ότι θα μπορούσε να στοιχίσει στους Ρεπουμπλικανούς τις εκλογές.
Την άποψή του συμμερίζονταν οι περισσότεροι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι γύρω από τον Αμερικανό πρόεδρο. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ εξακολουθούσε να κλίνει προς την επανάληψη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Κάποια στιγμή, μάλιστα, εξέτασε το ενδεχόμενο να εξαπολύσει νέα πλήγματα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, όπως τον πίεζε να κάνει ο Νετανιάχου. Τελικά αποφάσισε να περιμένει. Ωστόσο, παρά τις εισηγήσεις των κορυφαίων συμβούλων του, επέλεξε να στηρίξει δημόσια τον Νετανιάχου στις ισραηλινές εκλογές της περασμένης εβδομάδας.
Στρατιωτικές προετοιμασίες και διπλωματικές διεργασίες
Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο επανέναρξης εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν. Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, οι ένοπλες δυνάμεις ολοκληρώνουν τις σχετικές προετοιμασίες, οι οποίες περιλαμβάνουν και την αποστολή πρόσθετων στρατιωτικών μέσων στην περιοχή.
Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη μια διπλωματική προσπάθεια για την αποτροπή νέας σύγκρουσης.
Διαμεσολαβητές από το Κατάρ επιχειρούν να εξασφαλίσουν τη συναίνεση της Ουάσινγκτον και της Τεχεράνης σε ένα σχέδιο συμφωνίας, το οποίο θα μπορούσε να αποτρέψει την επιστροφή στις εχθροπραξίες και ενδεχομένως να ανοίξει τον δρόμο για επανέναρξη των απευθείας συνομιλιών τις επόμενες ημέρες.
Σύμφωνα με πηγές από την περιοχή, πριν από τις εκλογές οι διαμεσολαβητές είχαν ρωτήσει αξιωματούχους του Λευκού Οίκου πώς θα αντιδρούσε ο Τραμπ σε περίπτωση εκλογικής ήττας.
Οι συνεργάτες του προέδρου δεν ήταν σε θέση να δώσουν σαφή απάντηση. «Είπαμε σε όλους ότι θέλουμε πρώτα να δούμε πώς θα εξελιχθούν οι εκλογές για εμάς», δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος.
Η Τεχεράνη πανηγυρίζει την ήττα Τραμπ
Στην άλλη πλευρά, Ιρανοί αξιωματούχοι υποδέχθηκαν με ικανοποίηση την εκλογική ήττα του Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι το αποτέλεσμα αποδεικνύει πως το Ιράν επικρατεί στον πόλεμο.
«Το ιρανικό έθνος κατάφερε στον Τραμπ μια στρατηγική ήττα στο πεδίο της μάχης και στα Στενά του Ορμούζ — και μια ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΤΤΑ στην Ουάσινγκτον», έγραψε στην πλατφόρμα X ο Μοχσέν Ρεζαΐ, γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν.
«Στο μεταξύ, οι Αμερικανοί βρέθηκαν να πληρώνουν τον λογαριασμό του πολέμου του. Όποιος τα βάζει με το Ιράν θα πληρώσει το τίμημα — από το πεδίο της μάχης μέχρι την ίδια του την πόρτα», πρόσθεσε.
Ωστόσο, διπλωμάτες που συμμετέχουν στις προσπάθειες διαμεσολάβησης, σύμβουλοι του Τραμπ και ειδικοί σε θέματα Μέσης Ανατολής προειδοποιούν ότι οι πανηγυρισμοί της Τεχεράνης ενδέχεται να έχουν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αυξάνοντας τις πιθανότητες ο Αμερικανός πρόεδρος να επιλέξει την επιστροφή στον πόλεμο.
«Ο πειρασμός για την Τεχεράνη είναι να εκλάβει την πολιτική αδυναμία του Τραμπ ως στρατιωτική αδυναμία και να τραβήξει το σχοινί περισσότερο απ’ όσο πρέπει, ενώ η πιο συνετή κίνηση θα ήταν να εξασφαλίσει μια συμφωνία όσο η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να τη θέλει», δήλωσε στο Axios ο Αλί Βαέζ, αναπληρωτής διευθυντής του προγράμματος Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής της International Crisis Group.
Το σενάριο «ούτε πόλεμος ούτε συμφωνία»
Υπάρχει, πάντως, και το ενδεχόμενο ο Τραμπ να επιλέξει να μη μεταβάλει την υφιστάμενη κατάσταση, διατηρώντας ένα καθεστώς στο οποίο δεν θα υπάρχει ούτε ανοιχτός πόλεμος ούτε συμφωνία.
Ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και άλλοι σύμβουλοι του προέδρου υποστηρίζουν ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να δώσει περισσότερο χρόνο στον ναυτικό αποκλεισμό και στην εκστρατεία οικονομικής πίεσης, ώστε να αυξηθεί σταδιακά η πίεση προς την Τεχεράνη.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν προσφέρει άμεση διέξοδο από τη σύγκρουση ούτε εγγυάται ότι η ιρανική ηγεσία θα αποδεχθεί τους όρους της Ουάσινγκτον.
Το συμπέρασμα; Ο Τραμπ δεν διαθέτει έναν εύκολο τρόπο για να «ολοκληρώσει τη δουλειά» στο Ιράν. Η συνέχιση του πολέμου έχει βαρύ πολιτικό και οικονομικό κόστος, η διαπραγμάτευση προϋποθέτει παραχωρήσεις που η Τεχεράνη ενδέχεται να μην είναι διατεθειμένη να κάνει, ενώ η παράταση της σημερινής κατάστασης αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας κλιμάκωση.