Πέφτουν τα τσιμπούρια από τα δέντρα; Γιατί αυξάνονται, μύθοι, πώς να τα βγάλετε σωστά
Διαβάζεται σε 5'
Ποιοι είναι οι μύθοι και οι αλήθειες για τα τσιμπούρια. Πώς εξηγείται η αύξησή τους τα τελευταία χρόνια και πώς συνδέεται με την κλιματική κρίση.
- 12 Αυγούστου 2026 17:08
Οι κρύοι, μακροί σε διάρκεια χειμώνες λειτουργούσαν ανέκαθεν ως “φυσικό εμπόδιο” στην εξάπλωση των κροτώνων ή κοινώς, των τσιμπουριών. Τα τελευταία έτη όμως, με ηπιότερους χειμώνες και θερμές εποχές που διαρκούν περισσότερο, τα παράσιτα αυτά έχουν στη διάθεσή τους περισσότερους μήνες για να τραφούν και να αναπτυχθούν.
Τον Ιούλιο του 2026, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) κατέταξε τις ασθένειες που μεταδίδονται από κρότωνες ανάμεσα σε τέσσερις καλοκαιρινούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία που επιδεινώνονται εξαιτίας της κλιματικής κρίσης.
Οι κρότωνες αδυνατούν να σκαρφαλώσουν μόνοι τους σε βουνά ή να διασχίσουν θάλασσες, ακόμα και σε συνθήκες ανόδου της θερμοκρασίας. Ταξιδεύουν ωστόσο σε μεγαλύτερες αποστάσεις πάνω σε ζώα – ξενιστές.
Στη Σκανδιναβία και τις Άλπεις, η κλιματική αλλαγή επιτρέπει στα ζαρκάδια και σε άλλα ζώα να μετακινούνται βορειότερα και σε μεγαλύτερα υψόμετρα, παρασέρνοντας μαζί τους κρότωνες σε περιοχές όπου πλέον μπορούν να επιβιώσουν.
Στην υπόλοιπη Ευρώπη, παράγοντες που δεν σχετίζονται με το κλίμα παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο: Οι αυξανόμενοι πληθυσμοί ελαφιών, η επέκταση των δασών και οι εγκαταλελειμμένες αγροτικές εκτάσεις έχουν δημιουργήσει πιο διασυνδεδεμένα και ευνοϊκά για τους κρότωνες ενδιαιτήματα.
Όπως περιγράφει το European Correspondent, o Νότος δεν είναι καθόλου ασφαλέστερος. Αν και ορισμένα είδη, όπως ο κοινός κρότωνας των προβάτων (Ixodes ricinus), χρειάζεται υγρασία και καθίσταται λιγότερο δραστήριος σε πολύ ζεστές και ξηρές συνθήκες, η Μεσόγειος φιλοξενεί τη δική της ποικιλία κροτώνων.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο ανθεκτικός στη ζέστη Hyalomma marginatum και ο Dermacentor marginatus.
Ο κοινός κρότωνας των προβάτων εκτείνεται ήδη από τη Βόρεια Αφρική έως τη Σκανδιναβία, αλλά νέες έρευνες τον εντοπίζουν πολύ πέρα από τον Αρκτικό Κύκλο και σε αλπικές κοιλάδες που κάποτε ήταν υπερβολικά ψυχρές για να τον φιλοξενήσουν. Ο κρότωνας της τάιγκα, Ixodes persulcatus, συνδεόταν παραδοσιακά με την Ανατολική Ευρώπη, τις χώρες της Βαλτικής και τη Σιβηρία, όμως σήμερα έχει καταγραφεί κατά μήκος της σουηδικής ακτής και στα νησιά Norrbotten.
Ο Hyalomma marginatum, ένας μεγαλόσωμος και γρήγορος μεσογειακός κρότωνας, μπορεί να μεταφερθεί βορειότερα μέσω αποδημητικών πουλιών, αν και το γεγονός ότι εντοπίζεται περιστασιακά αναδεικνύει πως για την περίπτωσή του δεν μπορούμε να μιλάμε για “μόνιμη εγκατάσταση”.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι τόσο ο Ixodes ricinus όσο και ο Ixodes persulcatus μπορούν να μεταδώσουν τη νόσο του Lyme και την εγκεφαλίτιδα από κρότωνες (TBE), ενώ το ECDC έχει χαρακτηρίσει τον Hyalomma marginatum ως τον κύριο φορέα του αιμορραγικού πυρετού Κριμαίας-Κονγκό.
Ένας μεταβαλλόμενος χάρτης κροτώνων, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί αυτόματα με μεταβαλλόμενο χάρτη ασθενειών.
“Η παρουσία κροτώνων από μόνη της δεν σημαίνει ότι είναι μολυσμένοι ή ικανοί να μεταδώσουν παθογόνες ασθένειες”, τόνισε η Céline Gossner, επικεφαλής του τμήματος του ECDC για νόσους που μεταδίδονται μέσω τροφίμων, νερού, λοιπών φορέων αλλά και για ζωονόσους.
Η αύξηση των κρουσμάτων μπορεί επίσης να έχει ήδη επιφέρει βελτιωμένη επιτήρηση, διάγνωση και ενημέρωση, με αποτέλεσμα να καταγράφονται περισσότερες περιπτώσεις.
Ο Jānis Graudiņš, εντομολόγος στο επιστημονικό ερευνητικό κέντρο BIOR της Λετονίας εξηγεί ότι μετά την εκκόλαψη, τα τσιμπούρια περνούν από τρία ενεργά στάδια ζωής: προνύμφη, νύμφη και ενήλικο.
“Όλα μοιάζουν ίδια, απλώς σε διαφορετικά μεγέθη”, λέει.
Μια προνύμφη εντοπίζει έναν ξενιστή, τρέφεται, αποκολλάται και μετατρέπεται σε νύμφη. Μετά από ένα ακόμη γεύμα αίματος, η νύμφη γίνεται ενήλικο τσιμπούρι, “αυτό που συνήθως βλέπουμε”. Οι νύμφες ευθύνονται για τα περισσότερα κρούσματα νόσου του Lyme, κυρίως επειδή είναι εύκολο να παραβλεφθούν.
“Είναι πολύ μικρότερες από τα ενήλικα, οπότε είναι δυσκολότερο να εντοπιστούν”, σημειώνει ο Graudiņš. Για τη νόσο του Lyme, ο κίνδυνος μολυσματικότητας αυξάνεται όσο περισσότερο παραμένει κολλημένος ένας μολυσμένος κρότωνας.
Πώς να βγάλεις σωστά το τσιμπούρι
Υπάρχουν επίσης αρκετοί μύθοι που αξίζει να επεξηγηθούν.
Πρώτον, οι κρότωνες δεν πέφτουν από τα δέντρα. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούν μια τεχνική ενέδρας που ονομάζεται “questing”: περιμένουν ακίνητοι πάνω σε φυτά και “αρπάζουν” ένα ζώο ή άνθρωπο που περνά. Τα μάτια τους είναι υποτυπώδη, ενώ ορισμένα είδη δεν έχουν καθόλου. Αντί για όραση, αντιλαμβάνονται κινήσεις, δονήσεις και την αναπνοή πιθανών ξενιστών.
Ορισμένα είδη, όπως ο μεσογειακός κρότωνας, κινούνται ενεργά προς το επόμενο γεύμα τους.
Ένας άλλος διαδεδομένος μύθος αφορά την αφαίρεση: πολλοί πιστεύουν ότι αν μείνει το κεφάλι του κρότωνα στο δέρμα, αυξάνεται ο κίνδυνος μόλυνσης. Ο Graudiņš διευκρινίζει ότι το κεφάλι λειτουργεί περισσότερο σαν αγκάθι και μπορεί να προκαλέσει τοπικό ερεθισμό. “Το κυριότερο είναι να βγάλεις τον κρότωνα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα”, λέει. “Καλύτερα να αφήσεις το κεφάλι μέσα παρά να κρατάς τον κρότωνα κολλημένο στο δέρμα σου”.
Η πιο αποτελεσματική μέθοδος αφαίρεσης είναι η χρήση πλαστικής κάρτας ή αιχμηρών λαβίδων. Δεν πρέπει να πιέζεις την κοιλιά του κρότωνα, καθώς αυτό μπορεί να απελευθερώσει περισσότερο δηλητήριο στην πληγή, στόχευε πάντα στο κεφάλι.
Για την πρόληψη των τσιμπημάτων, η Gossner συνιστά τη χρήση απωθητικού, την κάλυψη του σώματος με μακριά μανίκια και παντελόνια σε ενδιαιτήματα κροτώνων, καθώς και τον έλεγχο του σώματος.
Σε περιοχές όπου εμφανίζεται εγκεφαλίτιδα, ο εμβολιασμός παραμένει η πιο αξιόπιστη προστασία.
Για τη νόσο του Lyme, ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη εγκεκριμένο εμβόλιο για τον άνθρωπο.
Παρόλο που είναι δύσκολο να τους αντιμετωπίσεις με συμπάθεια, οι κρότωνες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του οικοσυστήματος. Τρέφονται από άγρια ζώα, και κυρίως αποτελούν τροφή για πουλιά, αμφίβια και μικρά ζώα, και εντάσσονται σε ευρύτερα ισορροπημένα συστήματα ξενιστή – παρασίτου.
“Οι άνθρωποι έχουμε εμμονή με το τι αξία προσφέρει ένα ζώο σε εμάς τους ίδιους”, είπε ο Graudiņš. Αλλά τα τσιμπούρια “προσπαθούν και αυτά να επιβιώσουν, να προσαρμοστούν και να περάσουν τα γονίδιά τους στην επόμενη γενιά”.