Πόνοι περιόδου: Οι περισσότερες επιλέγουν λάθος παυσίπονο
Διαβάζεται σε 5'
Νέα μελέτη δείχνει ότι οι περισσότερες γυναίκες επιλέγουν παρακεταμόλη για τους πόνους της περιόδου, παρότι η ιβουπροφαίνη θεωρείται πιο αποτελεσματική από την επιστημονική κοινότητα.
- 06 Ιουλίου 2026 06:30
Ο πόνος της περιόδου είναι μια από τις συχνότερες αιτίες δυσφορίας για εκατομμύρια γυναίκες κάθε μήνα. Ωστόσο, παρά την ευρεία χρήση παυσίπονων, πολλοί εξακολουθούν να επιλέγουν φάρμακα που δεν προσφέρουν την καλύτερη δυνατή ανακούφιση.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας ανάλυσης στοιχείων από αγορές σε σούπερ μάρκετ, η οποία βασίστηκε στις συναλλαγές 3 εκατ. καταναλωτριών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η παρακεταμόλη είναι το συχνότερα αγοραζόμενο παυσίπονο για τους πόνους της περιόδου, παρότι οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η ιβουπροφαίνη είναι γενικά πιο αποτελεσματική για τη συγκεκριμένη μορφή πόνου.
Το εύρημα αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στις συνήθειες των καταναλωτών και σε όσα προκύπτουν από την επιστημονική έρευνα.
Γιατί η ιβουπροφαίνη υπερέχει της παρακεταμόλης
Η δυσμηνόρροια, όπως ονομάζεται ο πόνος της περιόδου, προκαλείται κυρίως από τις προσταγλανδίνες, ουσίες που παράγονται κατά τη διάρκεια της αποβολής του ενδομητρίου.
Όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα των προσταγλανδινών, τόσο εντονότερες είναι οι συσπάσεις της μήτρας, γεγονός που μειώνει την αιμάτωσή της και προκαλεί τις χαρακτηριστικές κράμπες. Παράλληλα, οι ίδιες ουσίες ευθύνονται και για άλλα συμπτώματα της περιόδου, όπως η ναυτία.
Η ιβουπροφαίνη ανήκει στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) και δρα αναστέλλοντας την παραγωγή προσταγλανδινών. Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζει την αιτία του πόνου και όχι μόνο την αίσθησή του.
Αντίθετα, η παρακεταμόλη δρα κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα, περιορίζοντας την αντίληψη του πόνου από τον εγκέφαλο. Επειδή όμως δεν διαθέτει ουσιαστική αντιφλεγμονώδη δράση και δεν μειώνει σημαντικά την παραγωγή προσταγλανδινών, είναι συνήθως λιγότερο αποτελεσματική στους πόνους της περιόδου, αν και αποτελεί πολύ καλή επιλογή για άλλες μορφές πόνου, όπως ο πονοκέφαλος.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από μεγάλη ανασκόπηση 80 κλινικών μελετών, στις οποίες συμμετείχαν περισσότερες από 5.800 γυναίκες. Η ανάλυση κατέδειξε ότι τα ΜΣΑΦ προσφέρουν σαφώς καλύτερη ανακούφιση από την παρακεταμόλη.
Παρά τα στοιχεία αυτά, η παρακεταμόλη εξακολουθεί να είναι η πρώτη επιλογή για πολλές γυναίκες, πιθανότατα επειδή είναι ιδιαίτερα γνωστή, διατίθεται ευρέως χωρίς συνταγή και θεωρείται από αρκετούς πιο ήπια για τον οργανισμό.
Ποια είναι τα αποτελεσματικότερα φάρμακα και πότε πρέπει να λαμβάνονται
Εκτός από την ιβουπροφαίνη, στην ίδια κατηγορία φαρμάκων ανήκουν η ναπροξένη, το μεφαιναμικό οξύ και η ασπιρίνη.
Η ασπιρίνη, ωστόσο, δεν αποτελεί συνήθως την προτιμώμενη επιλογή, καθώς μπορεί να αυξήσει την αιμορραγία της περιόδου λόγω της αντιπηκτικής της δράσης. Επιπλέον, δεν συνιστάται σε άτομα κάτω των 16 ετών, εξαιτίας του κινδύνου εμφάνισης του συνδρόμου Reye, μιας σπάνιας αλλά σοβαρής πάθησης που μπορεί να προκαλέσει βλάβες στον εγκέφαλο και το ήπαρ.
Οι μέχρι σήμερα μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων ΜΣΑΦ ως προς την αποτελεσματικότητα ή τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους. Αυτό σημαίνει ότι, εάν η ιβουπροφαίνη δεν αποδειχθεί αποτελεσματική για κάποιον, ενδέχεται να αποδώσει καλύτερα ένα άλλο φάρμακο της ίδιας κατηγορίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μεφαιναμικό οξύ, το οποίο χορηγείται μόνο με ιατρική συνταγή και σε ορισμένες περιπτώσεις προτιμάται επειδή μπορεί να συμβάλει και στη μείωση της έντονης εμμηνορροϊκής αιμορραγίας.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ακόμη ότι σημαντικό ρόλο παίζει και ο χρόνος λήψης του φαρμάκου. Τα ΜΣΑΦ έχουν καλύτερα αποτελέσματα όταν ξεκινούν μία έως δύο ημέρες πριν από την έναρξη της περιόδου και συνεχίζονται κατά τις πρώτες ημέρες της αιμορραγίας, καθώς έτσι προλαβαίνουν την αυξημένη παραγωγή προσταγλανδινών που προκαλεί τον πόνο.
Εναλλακτικές λύσεις και πότε χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση
Παρότι τα ΜΣΑΦ θεωρούνται ασφαλή όταν χρησιμοποιούνται για μικρό χρονικό διάστημα, δεν είναι κατάλληλα για όλους. Μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμό στο στομάχι, γαστρικό έλκος ή αιμορραγία του πεπτικού συστήματος, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία ή, μετά από μακροχρόνια χρήση, αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Γι’ αυτό, άτομα με άσθμα, νεφρική νόσο, καρδιοπάθεια ή ιστορικό γαστρικού έλκους θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους πριν από τη χρήση τους. Επιπλέον, τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορεί να αλληλεπιδράσουν με αντιπηκτικά, ορισμένα αντικαταθλιπτικά, αντιυπερτασικά και κορτικοστεροειδή.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι περίπου το 18% των γυναικών με δυσμηνόρροια δεν ανακουφίζεται επαρκώς από τα ΜΣΑΦ.
Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθεί βουτυλοβρωμίδιο της υοσκίνης, ένα αντισπασμωδικό φάρμακο που χαλαρώνει τους λείους μυς της μήτρας και μειώνει τις κράμπες.
Αν και μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, συνολικά θεωρείται λιγότερο αποτελεσματικό από τα ΜΣΑΦ. Μέχρι σήμερα, οι διαθέσιμες μελέτες είναι περιορισμένες και απαιτούνται περισσότερα δεδομένα για την άμεση σύγκρισή του με τα αντιφλεγμονώδη.
Μια ακόμη θεραπευτική επιλογή είναι το συνδυασμένο αντισυλληπτικό χάπι, το οποίο μειώνει την παραγωγή προσταγλανδινών, με αποτέλεσμα η περίοδος να γίνεται συνήθως πιο ελαφριά και λιγότερο επώδυνη. Ωστόσο, μπορεί να συνοδεύεται από ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ναυτία, ευαισθησία στο στήθος, μικρές αιμορραγίες μεταξύ των περιόδων και μεταβολές στη διάθεση.
Παράλληλα, απλές μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις μπορούν να ενισχύσουν την ανακούφιση. Η εφαρμογή θερμότητας στην κάτω κοιλιακή χώρα με θερμοφόρα ή θερμαντικό επίθεμα έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ενώ ορισμένες γυναίκες ωφελούνται και από τη διαδερμική ηλεκτρική νευρική διέγερση (TENS), μια μέθοδο που χρησιμοποιεί ήπιους ηλεκτρικούς παλμούς για να περιορίσει τη μετάδοση των σημάτων του πόνου.
Τέλος, όταν ο πόνος της περιόδου είναι ιδιαίτερα έντονος, επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου ή δυσκολεύει σημαντικά την καθημερινότητα, είναι σημαντικό να υπάρχει αξιολόγηση από γιατρό, ώστε να αποκλειστούν παθήσεις όπως η ενδομητρίωση ή τα ινομυώματα της μήτρας, που μπορεί να κρύβονται πίσω από τα συμπτώματα.