Όταν οι Ναζί άρπαζαν και λεηλατούσαν τις αρχαιότητες στην Ελλάδα

Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου ASSOCIATED PRESS

Η κατοχή της Ελλάδας από τους ναζί προκάλεσε μεταξύ άλλων ανυπολόγιστες ζημιές στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Χιλιάδες αρχαία έργα τέχνης λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν ή εξήχθησαν στο εξωτερικό. Οι προσπάθειες για την επιστροφή τους συνεχίζονται μέχρι σήμερα

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944, τα τελευταία γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχωρούσαν από την Ελλάδα και χιλιάδες πολίτες πλημμύριζαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας. Παράλληλα με την προσπάθεια να χτιστεί ξανά μια ισοπεδωμένη χώρα, ξεκινούσε και μια άλλη προσπάθεια. Κάτω από τα ποτισμένα με αίμα πλέον χώματα, κάποιοι αρχαιολόγοι προσπαθούσαν να ξεθάψουν αυτά που είχε επιχειρηθεί να διασωθούν από την πρώτη κιόλας μέρα κήρυξης του πολέμου. Μνημεία και αρχαιότητες που έκρυβαν με αγωνία προκειμένου να τα διασώσουν από τους κατακτητές.

Η εκπεφρασμένη αδυναμία του Αδόλφου Χίτλερ στην ελληνική αρχαιότητα, οι καταστροφές κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών, η λεηλασία από υψηλόβαθμους στρατιωτικούς των ναζί, το πλιάτσικο των απλών στρατιωτών και οι παράνομες ανασκαφές με σκοπό την εξαγωγή αρχαιοτήτων στο εξωτερικό συντέλεσαν στο να προκληθούν τεράστιες καταστροφές στην πολιτιστική κληρονομιά.

«Όλα γίνονται σύμφωνα με τα διεθνή νόμιμα. Ο Γερμανικός στρατός είναι φορέας εξουσίας και δεν μπορεί να δίνει λογαριασμό στην ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία» ήταν μια από τις συνήθεις απαντήσεις που δινόταν από τα γερμανικά στρατεύματα στις διαμαρτυρίες των ελληνικών υπηρεσιών που εντόπιζαν λεηλασίες αρχαιοτήτων. Στην αρπαγή των αρχαιοτήτων από την Ελλάδα συνεισέφεραν καθοριστικά η «Στρατιωτική Υπηρεσία για την Προστασία της Τέχνης» αλλά και η περίφημη «Επιτροπή Ρόζεμπεργκ» που δημιουργήθηκε από τον θεωρητικό του ναζισμού, Άλφρεντ Ρόζεμπεργκ.

Η αρπαγή της Ηρακλειώτισσας

Χαρακτηριστική ιστορία αρπαγής είναι αυτή της Ηρακλειώτισσας, ενός ρωμαϊκού αγάλματος που αναπαριστά μια αριστοκράτισσα της Θεσσαλονίκης.

Τον Μάρτιο του 1944, ενώ γίνονται έργα για κατασκευή ορυγμάτων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αποκαλύπτεται τυχαία το άγαλμα της Ηρακλειώτισσας. Ένα ρωμαϊκό γλυπτό εξαιρετικής τέχνης, ύψους 2,11 μέτρων. Μερικές ημέρες αργότερα οι ναζιστικές δυνάμεις κατοχής διοργανώνουν εκδήλωση και παραδίδουν το άγαλμα στις ελληνικές αρχές. Οι φωτογραφίες δημοσιεύονται στον Τύπο και η ναζιστική προπαγάνδα φροντίζει να διαδώσει πως αναδεικνύει την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Ο Χίτλερ όμως με κατεπείγον έγγραφο διατάζει την μεταφορά του αγάλματος στο μουσείο της πόλης Λιντς, της γενέτειράς του που στόχευε να μετατρέψει σε πολιτιστική πρωτεύουσα του Τρίτου Ράιχ. Δύο μήνες μετά την παράδοση του αγάλματος στις ελληνικές αρχές, Γερμανοί στρατιώτες το παίρνουν και το μεταφέρουν στη Βιέννη όπου εκτίθεται για δύο μήνες. Στη συνέχεια η αριστοκράτισσα της Θεσσαλονίκης παραδίδεται στον υπεύθυνο του Μουσείου του Λιντς, ενώ διαδοχικά κοσμεί τις κατοικίες του ίδιου του Χίτλερ και του Γκέμπελς στις Αυστριακές Άλπεις.

Μετά το τέλος του πολέμου, το άγαλμα εντοπίζεται σε ένα εγκαταλελειμμένο αλατωρυχείο του Άουζε της Αυστρίας. Μεταφέρεται στο Μόναχο, στην κεντρική μονάδα στην οποία συγκεντρώνονταν τα λεηλατημένα έργα τέχνης από όλη την Ευρώπη προκειμένου να επαναπατριστούν στις χώρες τους. Στις 2 Νοεμβρίου του 1946, η Ηρακλειώτισσα επιστρέφει τελικά στην Θεσσαλονίκη αποτελώντας την πρώτη, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, περίπτωση επαναπατρισμού λεηλατημένου αγάλματος μετά τον πόλεμο.

Όταν οι Ναζί άρπαζαν και λεηλατούσαν τις αρχαιότητες στην Ελλάδα

Η καταστροφή του μουσείου του Ηρακλείου

Κι αν η αριστοκράτισσα της Θεσσαλονίκης επιβίωσε από τον πόλεμο, δεν συνέβη το ίδιο με χιλιάδες άλλα έργα τέχνης. Στην Κρήτη, όπως έχει αναδείξει σε έρευνά του ο αρχαιολόγος Γιώργος Τζωράκης οι καταστροφές ήταν ανυπολόγιστες. Ήδη από το 1939, όταν ήταν πλέον σαφές πως ο πόλεμος θα ερχόταν και στην Ελλάδα, η Εφορεία Αρχαιοτήτων με επικεφαλής τον Νικόλαο Πλάτωνα και τον Βασίλειο Θεοφανείδη ξεκίνησε μια εργώδη προσπάθεια να κρύψει την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού σε καταφύγια, ορύγματα και θησαυροφυλάκια.

Το μεγαλύτερο βάρος δόθηκε στο μουσείο του Ηρακλείου καθώς ήταν το μεγαλύτερο του νησιού και σε αυτό φιλοξενούνταν τα σημαντικότερα ευρήματα. Οι αρχαιολόγοι συσκεύασαν όσα εκθέματα μπορούσαν και τα μετέφεραν στο καταφύγιο που είχε χτιστεί κάτω από το μουσείο, ενώ άλλα τα έθαψαν στον κήπο και σε άλλα σημεία. Πολλά από τα έργα τέχνης ωστόσο δεν ήταν δυνατό να μεταφερθούν και να προφυλαχθούν.

Το πρωί της Παρασκευής, 23ης Μαϊου του 1941 οι Γερμανοί έχουν στα χέρια τους την άρνηση των ηρωϊκών Κρητών στο αίτημα παράδοσης του Ηρακλείου. Αποφασίζεται ο βομβαρδισμός της πόλης που συνεχίζεται και το Σάββατο 24 Μαϊου. Η πόλη ισοπεδώνεται.

Από τους στόχους δεν εξαιρείται το μουσείο, το οποίο δέχεται βόμβες στην οροφή του με αποτέλεσμα να υποστεί τεράστιες ζημιές. 43 μεγάλες πήλινες αρχαιότητες από τα μινωικά χρόνια, σαρκοφάγοι, πίθοι και κάλπες καταστρέφονται και μαζί τους διαλύονται τα κουφώματα και τα τζάμια, αφήνοντας έκθετα όσα έργα δεν καταστράφηκαν.

Μετά την κατάληψη της πόλης, το μουσείο επιτάσσεται και στην περίβολό του τοποθετούνται πολυβολεία, ενώ κατά σειρά μετατρέπεται σε στρατιωτικό νοσοκομείο, σχολή χημικού πολέμου και στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων. Σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, τα διασωθέντα εκθέματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με τις λεηλασίες των στρατιωτών που είτε έκλεβαν είτε διατάρασσαν τα συρτάρια, τις πινακίδες και τις ταυτότητες των αρχαιοτήτων.

Επιτάσσοντάς το μουσείο όμως, οι ναζί το μετέτρεψαν αυτόματα και σε βασικό στόχο των συμμαχικών στρατευμάτων. Έτσι το κτίριο βομβαρδίστηκε ξανά τον Φεβρουάριο του 1944, αυτή τη φορά από τα βρετανικά αεροπλάνα.

Η καταστροφή του Μουσείου ήταν ένα μόνο μέρος των ζημιών που συντελέστηκαν στην Κρήτη, όπου έδρασε ο στρατηγός Ρίγκελ. Ο μανιακός αρχαιοθήρας φρόντισε να λεηλατήσει το Μουσείο της Βίλλας Αριάδνης στην Κνωσό, παίρνοντας εκατοντάδες αρχαία σε κιβώτια, ενώ πιθανότατα ήταν ο υπεύθυνος για την κλοπή των αρχαιοτήτων από την Συλλογή της Γόρτυνας. Αντίστοιχες καταστροφές από λεηλασίες και λαθρανασκαφές υπέστησαν αρχαιότητες σε όλη την Κρήτη, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο βασιλικός Τάφος των Ισοπάτων, ο μοναδικός τάφος της μινωικής Εποχής, ο οποίος καταστράφηκε προκειμένου το δομικό του υλικό να χρησιμοποιηθεί για κατασκευή στρατιωτικών εγκαταστάσεων.

Η εύρεση των λαφύρων και οι προσπάθειες επαναπατρισμού

Μετά το τέλος του πολέμου ξεκίνησαν προσπάθειες για επαναπατρισμό των έργων που εκλάπησαν από όλη την ελληνική επικράτεια. Σε αποθήκες, κάστρα, αλατωρυχεία, εκκλησίες, σπηλιές, ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές, εντοπίστηκαν μετά την πτώση του Τρίτου Ράιχ χιλιάδες λάφυρα από όλες τις χώρες που κατακτήθηκαν, ανάμεσά τους φυσικά και όσα εκλάπησαν από την Ελλάδα.

Το 1946 το τότε υπουργείο Παιδείας, δημοσίευσε μια τεκμηριωμένη έκθεση με τίτλο «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής». Την έρευνα έκαναν οι αρχαιολόγοι Χρήστος Καρούζος, Ιωάννης Μηλιάδης, Μαρίνος Καλλιγάς Γρηγόριος Ανδρουτσόπουλος και Νικόλαος Ζαφειρόπουλος. Η πλήρης καταγραφής των κλεμμένων είναι εξαιρετικά δύσκολη αν συνυπολογιστεί το γεγονός πως σε περιπτώσεις όπως οι λαθραίες ανασκαφές, τα ευρήματα δεν είχαν καν αναφερθεί από τους κατακτητές.

undefined

Οι προσπάθειες επαναπατρισμού όμως συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Περιπτώσεις όπως η επιστροφή 73 αντικειμένων από τη Γερμανία στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου, η επιστροφή πάνω από 10.000 οστράκων αγγείων και εργαλείων της νεολιθικής εποχής, από μουσείο της Γερμανίας όπου είχαν μεταφερθεί ύστερα από παράνομη ανασκαφή του 1941, αλλά και ο επαναπατρισμός 26 ακόμη αντικειμένων από την Αυστρία πριν από μερικούς μήνες.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα που καταδεικνύει και την ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζονταν σε μερικές περιπτώσεις οι θησαυροί της χώρας, ήταν η επιστροφή μιας ακέραιας μελαμβαφούς κύλικας κλασικής περιόδου που από τις 6 Απριλίου βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μετά την οικειοθελή παράδοσή της από Γερμανό πολίτη στην ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που ο ίδιος έδωσε, το αγγείο βρέθηκε κατά τη διάρκεια εκσκαφών για την κατασκευή καταφυγίου από τη Βέρμαχτ την περίοδο της Κατοχής, πιθανότατα στην περιοχή της Αγχιάλου Θεσσαλονίκης και είχε δοθεί ως δώρο στον παππού του, που υπηρετούσε τότε στο γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό, επειδή συνέβαλε στη διακοπή των εκσκαφικών εργασιών μόλις αντιλήφθηκε την ύπαρξη αρχαιοτήτων στο έδαφος.

Σε πρόσφατη εκδήλωση που διοργάνωσε υπό την αιγίδα της Βουλής το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, οι αρχαιολόγοι Ελένη Πιπέλια, Ελευθερία Ακριβοπούλου και Γιώργος Τζωράκης παρουσίασαν στοιχεία για τις αρπαγές των αρχαιοτήτων από τους ναζί, ενώ συντάχθηκε ψήφισμα στο οποίο αναφέρεται η αξίωση για την επιστροφή στην Ελλάδα όλων των αρχαιολογικών και πολιτιστικών αγαθών που εκλάπησαν και λεηλατήθηκαν, με τον Πρόεδρο της Βουλής, Νίκο Βούτση να δεσμεύεται να φέρει το θέμα στη Βουλή εντός του έτους.

ADVERTISING

SHARE: