Αγωγή SLAPP: Η Greenpeace δίνει μάχη για την επιβίωσή της στη γη των Σιου

Διαβάζεται σε 8'
Διαμαρτυρία για τον αγωγό Dakota Access
Διαμαρτυρία για τον αγωγό Dakota Access AP Photo John L. Mone

Οι οργανώσεις της Greenpeace θα ασκήσουν έφεση κατά της δικαστικής απόφασης για καταβολή 345 εκ. δολαρίων στην αγωγή εκφοβισμού της Energy Transfer για τον αγωγό Dakota Access.

Η Greenpeace δίνει μεγάλη μάχη για την επιβίωσή της στο δικαστικό σύστημα της Βόρειας Ντακότα, όπου δικαστής αποφάσισε να διατάξει την περιβαλλοντική οργάνωση να καταβάλει αποζημίωση ύψους 345 εκατ. δολαρίων (292 εκατ. ευρώ) στην Energy Transfer (ET). Η αγωγή συνδέεται με τις μαζικές διαδηλώσεις που έγιναν πριν από μία δεκαετία κατά του πετρελαιαγωγού Dakota Access. Ο ενεργειακός όμιλος με έδρα το Ντάλας κατηγόρησε την Greenpeace ότι ενορχήστρωσε “βίαιη δυσφήμιση” κατά τη διάρκεια της αμφιλεγόμενης κατασκευής του αγωγού.

Η δικαστική απόφαση είναι άνευ προηγουμένου στην ιστορία των οργανώσεων υπεράσπισης του περιβάλλοντος και όπως καταλαβαίνει εύλογα κανείς, απειλεί ακόμη και την ίδια την ύπαρξη της Greenpeace. Η Energy Transfer δεν απάντησε σε ερώτημα του AFP σχετικά με την υπόθεση. Πρόκειται για τη δεύτερη προσφυγή της εταιρείας εναντίον της Greenpeace. Η πρώτη μήνυση και αγωγή, που είχε γίνει το 2019 στην ομοσπονδιακή δικαιοσύνη, απέτυχε.

Φίμωση των διεκδικήσεων

Η Greenpeace απορρίπτει κατηγορηματικά τις κατηγορίες, καταγγέλλοντας τη διαδικασία ως καταχρηστική και μέσο φίμωσης. Η Greenpeace έχει εκφράσει την πρόθεσή της να ασκήσει έφεση και έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν μπορεί να καταβάλει τα εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια όπως ορίζει η ποινή του δικαστηρίου.

“Η καταχρηστική αγωγή SLAPP της ET παραμένει μια κατάφωρη απόπειρα φίμωσης της ελευθερίας του λόγου, παράκαμψης της ηγεσίας των αυτοχθόνων πληθυσμών του Standing Rock και τιμωρίας της αλληλεγγύης προς την ειρηνική αντίσταση κατά του αγωγού Dakota Access”, τονίζεται.

Σημειώνεται πως ο αγωγός Dakota Access βρίσκεται σε λειτουργία από το 2017, αλλά οι δικαστικές διαμάχες συνεχίζονται.  Τον Δεκέμβριο του 2025, το Σώμα Μηχανικού του Αμερικανικού Στρατού εξέδωσε την τελική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (EIS), προτείνοντας τη συνέχιση της λειτουργίας του αγωγού με πρόσθετους όρους ασφαλείας τους οποίους δεν αποδέχονται οι γηγενείς ως επαρκείς. Η τελική απόφαση για το αν ο αγωγός θα λάβει τη μόνιμη άδεια λειτουργίας με τους νέους όρους αναμένεται εντός του Μαρτίου 2026. 

Οι γηγενείς Σιού ζητούν την πλήρη παύση λειτουργίας και την απομάκρυνση του αγωγού από τα εδάφη τους, υποστηρίζοντας ότι λειτουργεί παράνομα χωρίς έγκυρη άδεια διέλευσης, καθώς δεν προηγήθηκε διαβούλευση. Σημειώνουν πως τμήμα του αγωγού περνάει από ιερούς τόπους της φυλής, ενώ απειλεί και το πόσιμο νερό της γης τους.

Υποστηρίζουν ότι η λίμνη Oahe είναι η μοναδική πηγή πόσιμου νερού τους, ενώ ο αγωγός περνάει κάτω από την κοίτη του ποταμού Μισούρι και της λίμνης Oahe απειλώντας το νερό, το οικοσύστημα και την άγρια ζωή στην οποία βασίζονται οι ιθαγενείς για την επιβίωσή τους.

Σημειώνεται ότι αν και η εταιρεία υποστηρίζει ότι ο αγωγός είναι ασφαλής και παρακολουθείται 24/7, έχουν ήδη σημειωθεί διαρροές σε άλλα σημεία του δικτύου στο παρελθόν, γεγονός που ενισχύει τους φόβους των γηγενών.

Η καταχρηστική αγωγή SLAPP της ET παραμένει μια κατάφωρη απόπειρα φίμωσης της ελευθερίας του λόγου, τονίζει η Greenpeace
Η καταχρηστική αγωγή SLAPP της ET παραμένει μια κατάφωρη απόπειρα φίμωσης της ελευθερίας του λόγου, τονίζει η Greenpeace Greenpeace

Όπως αναφέρει η Greenpeace αναλυτικά:

Μετά την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βόρειας Ντακότα που επιδικάζει στην Energy Transfer (ET) το ποσό των 345 εκατομμυρίων δολαρίων, η διεθνής Greenpeace και οι οργανώσεις Greenpeace στις ΗΠΑ ανακοινώνουν ότι θα επιδιώξουν τη διεξαγωγή νέας δίκης και, εάν προκύψει ανάγκη, θα ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βόρειας Ντακότα.

Η καταχρηστική αγωγή SLAPP της ET παραμένει μια κατάφωρη απόπειρα φίμωσης της ελευθερίας του λόγου, παράκαμψης της ηγεσίας των αυτοχθόνων πληθυσμών του Standing Rock και τιμωρίας της αλληλεγγύης προς την ειρηνική αντίσταση κατά του αγωγού Dakota Access. Η διεθνής Greenpeace θα συνεχίσει επίσης να διεκδικεί αποζημιώσεις για τις εκφοβιστικές αγωγές της ET βάσει της αντι-SLAPP νομοθεσίας της ΕΕ στην Ολλανδία.

Ο Mads Christensen, Εκτελεστικός Διευθυντής της διεθνούς Greenpeace, δήλωσε:

“Οι προσπάθειες της Energy Transfer να μας φιμώσει αποτυγχάνουν. Η διεθνής Greenpeace θα συνεχίσει να αντιστέκεται στις τακτικές εκφοβισμού. Δεν θα σιωπήσουμε. Η φωνή μας θα γίνεται όλο και πιο δυνατή. Ενώνουμε τις δυνάμεις μας με τους συμμάχους μας σε όλο τον κόσμο ενάντια στους εταιρικούς ρυπαντές και τους δισεκατομμυριούχους ολιγάρχες, που θέτουν τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους και τον πλανήτη”.

“Με τις κατακτημένες με κόπο ελευθερίες να απειλούνται και την κλιματική κρίση να επιταχύνεται, το διακύβευμα αυτής της δικαστικής μάχης δεν θα μπορούσε να είναι υψηλότερο. Μέσω των εφέσεων στις ΗΠΑ και της πρωτοποριακής αντί-SLAPP υπόθεσης της διεθνούς Greenpeace στην Ολλανδία, εξετάζουμε κάθε επιλογή ώστε να καταστήσουμε την Energy Transfer υπόλογη για τις πολλαπλές καταχρηστικές αγωγές της και να δείξουμε σε όλους τους διψασμένους για εξουσία ‘νταήδες’ ότι το μόνο που θα πετύχουν οι επιθέσεις τους θα είναι ένα ισχυρότερο κίνημα των πολιτών”.

Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου απορρίπτει μέρος της ετυμηγορίας των ενόρκων που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2025, ωστόσο εξακολουθεί να επιδικάζει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην Energy Transfer (ET) χωρίς βάσιμη νομική αιτιολόγηση. Οι κατηγορούμενοι από την πλευρά της Greenpeace θα συνεχίσουν να προβάλλουν τα επιχειρήματά τους, υποστηρίζοντας ότι το Σύνταγμα των ΗΠΑ δεν επιτρέπει την απόδοση ευθύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η ET δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της, ότι το Δικαστήριο έκανε δεκτά εμπρηστικά και άσχετα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη δίκη και απέκλεισε άλλα στοιχεία που στήριζαν την υπεράσπιση, και ότι το σώμα των ενόρκων στο Μαντάν δεν θα μπορούσε να είναι αμερόληπτο.

Οι απανωτές αγωγές της ET κατά της διεθνούς Greenpeace και των αμερικανικών οντοτήτων της Greenpeace αποτελούν ξεκάθαρα παραδείγματα SLAPP – αγωγών που επιχειρούν να “θάψουν” μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, φορείς της κοινωνίας των πολιτών και ακτιβιστές κάτω από υπέρογκα δικαστικά έξοδα, να τους οδηγήσουν στη χρεοκοπία και, τελικά, να φιμώσουν κάθε αντίθετη φωνή. Η διεθνής Greenpeace, η οποία εδρεύει στην Ολλανδία, επιδιώκει την απονομή δικαιοσύνης στην Ευρώπη, με αγωγή κατά της ET βάσει του ολλανδικού δικαίου και της νέας οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των αγωγών SLAPP. Πρόκειται για μια υπόθεση – ορόσημο της νέας νομοθεσίας, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ισχυρό προηγούμενο ενάντια στον εταιρικό εκφοβισμό.

Ο αγωγός Dakota Access
Ο αγωγός Dakota Access AP Photo Matthew Brown

Ο Marco Simons, προσωρινός Γενικός Νομικός Σύμβουλος του αμερικανικού γραφείου της Greenpeace, δήλωσε:

“Η εναντίωση σε εταιρείες που προκαλούν περιβαλλοντική καταστροφή δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρείται παράνομη. Είναι κάτι που εγγυάται το Σύνταγμα των ΗΠΑ και είναι απαραίτητο για την προστασία των κοινοτήτων και την υγεία της δημοκρατίας. Η απόφαση αποτελεί ένα πλήγμα, όμως το κίνημα για την υπεράσπιση των ανθρώπων και του πλανήτη αντιμετώπιζε πάντα εμπόδια και αντιστάσεις, και η Energy Transfer θα αποτύχει στο στόχο της να φιμώσει τους επικριτές της”.

“Ο παραλογισμός αυτής της απόφασης είναι προφανής. Αυτές οι οργανώσεις της Greenpeace κρίθηκαν υπεύθυνες για την υποτιθέμενη καθυστέρηση του Dakota Access Pipeline, ενός αγωγού ο οποίος, μέχρι σήμερα, δεν διαθέτει νόμιμη άδεια λειτουργίας και ο οποίος στην πραγματικότητα καθυστέρησε λόγω των αποφάσεων του Σώματος Μηχανικών του Στρατού των ΗΠΑ (US Army Corps of Engineers). Η απόφαση περιλαμβάνει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ως πρόστιμο για την υπογραφή μιας επιστολής την οποία υπέγραψαν επίσης άλλες 500 οργανώσεις και επαναλάμβανε δηλώσεις που έγιναν σε εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών. Εάν τα δικαστήρια εξακολουθούν να πιστεύουν στη δικαιοσύνη, αυτή η απόφαση δεν θα παραμείνει σε ισχύ”.

Οι αγωγές SLAPP της Energy Transfer αποτελούν μέρος ενός κύματος καταχρηστικών αγωγών που κατέθεσαν εταιρείες του κλάδου των ορυκτών καυσίμων, όπως η Shell, η Total και η ENI, εναντίον οντοτήτων της Greenpeace τα τελευταία χρόνια.

Σε ορισμένες από αυτές τις υποθέσεις, η έκβαση ήταν επιτυχής, όπως η νίκη του γαλλικού γραφείου της Greenpeace έναντι της αγωγής SLAPP της TotalEnergies στις 28 Μαρτίου 2024, καθώς και η νίκη του γραφείου της Greenpeace στο Ηνωμένο Βασίλειο και της διεθνούς Greenpeace που ανάγκασαν τη Shell να υπαναχωρήσει από τη δική της αγωγή SLAPP στις 10 Δεκεμβρίου 2024.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα