Τάμα στο σανίδι: Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πίστη, τη θυσία και το θαύμα
Διαβάζεται σε 11'
Οι 3 πρωταγωνίστριες του Τάματος, της παράστασης που σκηνοθετεί ο Γιωργος Χριστοδούλου από τις 20 Απριλίου στο Σύγχρονο Θέατρο μιλούν στο NEWS 24/7.
- 15 Απριλίου 2026 06:18
To «Τάμα», σε κείμενο και σκηνοθεσία του Γιώργου Χριστοδούλου, παρουσιάζεται στο Σύγχρονο Θέατρο για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων από τις 20 Απριλίου. Μετά την επιτυχημένη της πορεία στο πλαίσιο του θεσμού «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», η μουσικοθεατρική αυτή δημιουργία μεταφέρεται στην Αθήνα, συνδυάζοντας αφήγηση, μουσική και κίνηση.
Επί σκηνής, οι Μαρία Προϊστάκη, Χρύσα Κοτταράκου και Φανή Παναγιωτίδου δίνουν ζωή σε μια σειρά γυναικείων χαρακτήρων, αντλώντας υλικό από πραγματικές μαρτυρίες. Oι ιστορίες που ζωντανεύουν δεν λειτουργούν απλώς ως αφηγήσεις διαφορετικών γυναικών, αλλά ως αντανάκλαση μιας κοινής εμπειρίας: της στιγμής όπου ο άνθρωπος, αντιμέτωπος με τα όριά του, στρέφεται σε κάτι πέρα από τον εαυτό του.
Oι ηθοποιοί φωτίζουν τις πολλαπλές όψεις του τάματος — άλλοτε ως πράξη απελπισίας, άλλοτε ως πράξη ελπίδας, άλλοτε ως έναν βαθιά εσωτερικό διάλογο με το θείο ή με τον ίδιο τον εαυτό. Οι χαρακτήρες τους, αν και προέρχονται από διαφορετικές εποχές, κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα, συναντιούνται σε έναν κοινό τόπο: εκεί όπου η ανάγκη γίνεται υπόσχεση και η υπόσχεση μετατρέπεται σε πράξη πίστης.
Το Τάμα
Η Μαρία Προϊστάκη στο έργο “ΤΑΜΑ” αφηγείται δύο ιστορίες και αναφέρει για το προσωπικό της βλέμμα στο έργο και πως προσέγγισε τον ρόλο της στην παράσταση.: “Στην πρώτη είμαι η γυναίκα ενός σφουγγαρά από την Κάλυμνο ο οποίος, λόγω μιας κατάδυσης, μένει παράλυτος, όπως και πάρα πολλοί ακόμα, τότε. Αυτή η ιστορία εκτυλίσσεται πάνω από έναν αιώνα πίσω. Η γυναίκα τότε είχε μια τελείως διαφορετική θέση και ζωή από αυτή που ζω εγώ σήμερα. Αυτή η ιστορία έχει κάτι από τραγωδία. Δεν μπορώ ακριβώς να εξηγήσω γιατί.
Εγώ την προσέγγισα εμπνεόμενη από τα στοιχεία της φύσης, το βράχο και τη θάλασσα. Αυτό ο τόπος, το νησί της Καλύμνου, καθορίζει απόλυτα τις ζωές και τις επιλογές των ανθρώπων και η ηρωίδα μου έχει στοιχεία που προσομοιάζουν σε πέτρα και σε θάλασσα εξίσου.
Η δεύτερη ιστορία μου είναι η ιστορία μιας γυναίκας Ρομά, της οποίας το μωρό έχει ένα σοβαρό τρόβλημα υγείας. Αυτή η ηρωίδα έχει ένα υπέροχο κράμα χιούμορ και σοφίας. Ή τουλάχιστον έτσι την πρόσέγγισα εγώ. Ξέρει να γλεντάει, να χορεύει, να γελάει αλλά όταν αντιμετωπίζει κάτι σοβαρό είναι σαν να ξέρει μια βαθειά αλήθεια μέσα της. Παρά την αντιμετώπιση της κοινότητας της από τους μπαλαμούς, αυτή δεν πιστεύει ότι οι Ρομά είναι παιδιά ενός κατώτερου Θεού.
Τυχαίνει να μένω στον Κολωνό , όπου υπάρχει μια μεγάλη κοινότητα Ρομά και να έχω επαφές με ανθρώπους από εκεί. Είμαι πολύ ευαισθητοποιημένη με το ρατσισμό απέναντι τους όπως και με τα προβλήματα ένταξης που αντιμετωπίζουν οπότε το ότι λέω μια τέτοια ιστορία, και δη την συγκεκριμένη, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για εμένα”.
Η Φανή Παναγιωτίδου λέει από την πλευρά της πως : “Η ελπίδα για ένα θαύμα, η πίστη σε πράγματα χωρίς κάποια λογική εξήγηση και η θυσία για να κρατήσω ή να αποκτήσω κάτι δεν μου είναι καθόλου ξένα. Όταν λοιπόν πρωτοδιάβασα το κείμενο της παράστασης βρήκα στοιχεία του εαυτού μου σε όλες ανεξαιρέτως τις ιστορίες.
Το ΤΑΜΑ αφορά, κατά τη γνώμη μου, ένα πολύ προσωπικό κομμάτι κάθε ανθρώπου, έκδηλο ή ανομολόγητο, συνειδητό ή ασυνείδητο που έχει να κάνει με την έννοια της πίστης. Με ή χωρίς αποδείξεις. Η πίστη στον εαυτό μας, στο καλό ή στο δίκαιο, η πίστη στον έρωτα ή στο θείο είναι όλα εκφάνσεις μιας κοινής πανανθρώπινης ανάγκης.
Στην παράσταση υποδύομαι δύο κύρια πρόσωπα (και κάποια άλλα δευτερεύοντα). Η μία, η Φλώρα, είναι μια σημερινή γυναίκα της πόλης, έχει πολλά δικά μου στοιχεία κι ακόμα στοιχεία γυναικών που γνωρίζω,που έχω συνομιλήσει μαζί τους. Πάνω σε αυτή την οικειότητα βασίστηκα κυρίως για να προσεγγίσω το ύφος, τον ρυθμό και την σκέψη της.
Η άλλη, η Δέσποινα, μια γυναίκα του ’60 σε ένα χωριό της Κρήτης, μου ήταν φαινομενικά πολύ πιο ξένη. Είναι ένα ποιητικό πρόσωπο, στα όρια του μύθου, που βιώνει κάτι συγκλονιστικό. Μαζί με το στοιχείο της κρητικής διαλέκτου, που προσπάθησα να εντάξω, η απόσταση που έπρεπε να καλύψω αντικειμενικά ήταν μεγαλύτερη. Όμως η σχολαστική δουλειά πάνω στο τόσο καλογραμμένο και προσεκτικά δομημένο κείμενο του Γ. Χριστοδούλου λειτούργησε καταλυτικά ώστε ο ρόλος να πάρει σχήμα και να ζωντανέψει”.
Και συνεχίζει σκιαγραφώντας τους χαρακτήρες της παράστασης… “Έξι είναι τα κύρια πρόσωπα στο ΤΑΜΑ. Για τα δύο, Φλώρα και Δέσποινα, σας έδωσα ήδη κάποια στοιχεία. Τα άλλα τέσσερα, όλα γυναικεία, είναι : Η Ρία, μια νέα σύγχρονη γυναίκα που δεν πιστεύει στον Θεό και προσπαθεί δοκιμάζοντας τα πάντα να αποκτήσει παιδί, η γυναίκα του καλυμνιώτη σφουγγαρά που τάζει για την υγεία του άντρα της, η Μάγδα, μία επιζήσασα του ναυαγίου του ΣΑΜΙΝΑ, που αναβιώνει τις τραγικές στιγμές που έζησε και που το τάμα για την επιβίωσή της γίνεται μια καθημερινή υπόσχεση πίστης στην δύναμη του ανθρώπου και μία Ρομνί, παντρεμένη γυναίκα Ρομά, που τάζει για την υγεία του παιδιού της… το ίδιο της το παιδί.
Οι χαρακτήρες και το κοινωνικοπολιτισμικό υπόβαθρο των γυναικών αυτών είναι όπως καταλαβαίνετε πολύ διαφορετικό. Συναντιούνται όμως σε εκείνον τον παράδοξο τόπο όπου ο άνθρωπος, ακριβώς λόγω της αδυναμίας του, ορθώνεται απεγνωσμένα και άπληστα για να απαιτήσει δικαιοσύνη”.
Τι είναι όμως αυτό που ωθεί τους ανθρώπους να κάνουν ένα Τάμα;
Η Μαρία Προϊστάκη απαντά πως: “άνθρωποι που δεν είναι πολύ εξοικειωμένοι με την έννοια του τάματος, ή που δεν είναι ιδιαίτερα πιστοί, μπορούν να φτάσουν σε αυτό αν βρεθούν σε ένα αδιέξοδο, σε μια κατάσταση στην οποία έχουν εξαντλήσει τις επιλογές τους και δεν βλέπουν λύση πουθενά. Είναι μια στιγμή που ο άνθρωπος βλέπει το πρόβλημα του από μια πιο υπαρξιακή σκοπιά και αναρωτιέται αν μπορεί να απευθυνθεί κάπου έξωθεν για βοήθεια.
Όσον αφορά στις ηρωίδες που εγώ υποδύομαι, η γυναίκα του σφουγγαρά πιστεύει βαθιά ότι έχει τη δύναμη να κάνει τον άντρα της να περπατήσει. Έχει πολύ ισχυρή θέληση, πιστεύει με έναν τρόπο ότι μπορεί να μετακινήσει και βουνά αν το αποφασίσει και ότι στην επιμονή και την αποφασιστικότητα της αυτή, ούτε Άγιος, ούτε Θεός μπορεί να αντισταθεί.
Η Ρομά από την άλλη δεν έχει τη σκληράδα της προηγούμενης. Έχει μια ήρεμη εμπιστοσύνη στο ότι υπάρχει κάποιος που την αγαπάει και μεριμνά γι’ αυτήν. Που δεν θα αφήσει το παιδί της να πάθει κακό. Και σιγουρεύεται για αυτό τελείως ενστικτωδώς κατά τη διάρκεια ενός γλεντιού, ανάμεσα σε φωτιές, τραγούδια και φωνές.
Ο κάθε χαρακτήρας σ’ αυτό το έργο αντιμετωπίζει με τελείως διαφορετικό τρόπο την έννοια του τάματος και το απευθύνει και κάπου αλλού κάθε φορά. Αυτό, κατά τη γνώμη μου είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Ο Γιώργος έχει μια αγάπη στη λαογραφία, στα έθιμα, στην τελετουργία και σε οτιδήποτε έχει μια μακρά ιστορία που βρίσκει ρίζες στο βαθύ παρελθόν και εκτείνεται μέχρι το παρόν.
Σ’ αυτή την παράσταση, με τις τόσες διαφορετικές ιστορίες, κοινότητες και χρονικές περιόδους, βρίσκουν χώρο διάφορα τελετουργικά στοιχεία και στοιχεία παράδοσης. Όμως ο τρόπος που υπάρχουν είναι μέσα από μια σύγχρονη ματιά, ενός ανθρώπου που έζησε τα πρώτα του χρόνια σε ένα μικρό χωριό αλλά μετά ήρθε στην μεγάλη Αθήνα. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην παράσταση “ΤΑΜΑ” θα δει κανείς από μπούλες ( παραδοσιακές μάσκες φτιαγμένες από το Γιώργο) μέχρι και ηλεκτρική κιθάρα. Και όλα αυτά συνυπάρχουν αρμονικά κατά τη γνώμη μου”.
Η Φανή Παναγιωτίδου αναφέρει πως “Το τάμα είναι αποτέλεσμα μίας αντίφασης. Ο άνθρωπος αναγνωρίζει την αδυναμία του να επιτύχει κάτι με τα δικά του μέσα και ζητά την επέμβαση του θεϊκού στοιχείου, από την άλλη όμως αισθάνεται αρκετά δυνατός ώστε να συνδιαλλαγεί με αυτό με όρους καθαρά ανθρώπινους, θεωρεί δηλαδή ότι αυτό που έχει να αντιπροσφέρει μπορεί να είναι δελεαστικό ή πιεστικό προς το θείο ώστε αυτό να ανταποκριθεί. Και η αντίφαση αυτή παραμένει είτε το τάμα είναι μια φανουρόπιτα είτε μια ολόκληρη ζωή.
Η Φλώρα, ο πρώτος χαρακτήρας που υποδύομαι στην παράσταση, πέρα από τα αιτήματά της προς τον Άγιο Φανούριο με αντάλλαγμα αμέτρητες φανουρόπιτες, έχει βρει, ως θρησκευόμενη γυναίκα, και ένα πραγματικό αποκούμπι, έναν “δικό της άνθρωπο” στο πρόσωπο του Αγίου. Μέσα στην απέραντη μοναξιά της ο Άγιος εκπληρώνει ενίοτε χρέη φίλου, συντρόφου, συμβουλάτορα, πνευματικού, ψυχολόγου, γιατρού, αδερφού, πατέρα ή γιου.
Το Τάμα για την Φλώρα είναι μια χειρονομία επικοινωνίας, ένας διαρκής διάλογος με Αυτόν που τόσο σημαντικό ρόλο έχει στην καθημερινή της ζωή. Η Δέσποινα, ο δεύτερος χαρακτήρας, οδηγείται στο τάμα από τον απόλυτο έρωτα, τόσο απόλυτο που δεν αντέχει να σηκώσει. Η μόνη βοήθεια που μπορεί να λάβει, εφ’ όσον το αίσθημά της είναι καταδικαστέο από τους ανθρώπους, θα προέλθει από έναν Άγιο.
Η Χρύσα Κοτταράκου αναφέρει για το Τάμα πως “η πράξη αυτή είναι ξέχωρη από το αν κάποιος πιστεύει ή όχι στον Θεό. Το Τάμα είναι περισσότερο ένα τελετουργικό, μια μίμηση, μια απλοποίηση: “οτιδήποτε επιθυμούμε χρειάζεται κόπο”.
Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι η αθωότητα με την οποία προσεγγίζεται η επιθυμία σε αυτήν την περίπτωση, γιατί συνήθως καταφεύγουμε σε αυτό όταν είμαστε αβοήθητοι, και όχι όταν μπορούμε να ελέγξουμε αυτό που θα γίνει.
Παράδειγμα, αν θέλω να γίνω βιρτουόζος στο πιάνο, θα πρέπει να αφιερώσω χρόνο για μελέτη. Αυτό είναι το πολύ πρακτικό κόστος για το αποτέλεσμα που επιθυμώ και εξαρτάται εξ’ολοκληρου από εμενα. Αν όμως αυτό που θέλω είναι, για παράδειγμα, να γυρίσει το παιδί μου ζωντανό από τον πόλεμο, τότε δεν έχω κανέναν πρακτικό τρόπο να το επιτύχω. Το τάμα έρχεται να συμπληρώσει αυτό το κενό, αυτό το άλμα ανάμεσα σε αυτό που θέλω και αυτό που είμαι ικανός να κάνω”.
Και καταλήγει μιλώντας για τη μουσική της παράστασης και πώς λειτουργεί: “ο Γιώργος Χριστοδούλου είναι ένας πληθωρικός σκηνοθέτης! Με την έννοια ότι τον οδηγεί πάντα η ανάγκη της στιγμής του έργου και δευτερευόντως η αισθητική συνοχή.
Αυτό συμβαίνει και με τη μουσική της παράστασης. Υπάρχουν παραδοσιακά τραγούδια, τσιφτετέλια, ηλεκτρική κιθάρα, ηχογραφημένη ή ζωντανή, ανάλογα με το τι μας βοηθάει να αφηγηθούμε καλύτερα τις ιστορίες αυτών των γυναικών.
Σε αυτήν την παράσταση, ήταν πολύ σημαντική η μεταφορά της αίσθησης, μιας και συνεχώς αλλάζουμε τόπους και χρονικές περιόδους και η μουσική είναι ένα σημαντικό εργαλείο προς αυτήν την κατεύθυνση”.
Συντελεστές:
Κείμενο, Σκηνοθεσία: Γιώργος Χριστοδούλου
Σκηνικά: Archlabyrinth
Φωτισμοί: Ναυσικά Χριστοδουλάκου
Κουστούμια: Γιώργος Χριστοδούλου
Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου
Γραφιστικά: Μαργαρίτα Τζανέττου
Εκτέλεση παραγωγής και social media: Γεωργία Γιαννουλάκη
Παραγωγή: Bright Productions
Ερμηνεύουν: Μαρία Προϊστάκη, Χρύσα Κοτταράκου, Φανή Παναγιωτίδου
Πληροφορίες
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Από 20 Απριλίου – 19 Μαΐου
Τιμές εισιτηρίων: 16€ γενική είσοδος, 14€ φοιτητικό και άνω των 65 ετών, 10€ ανέργων, ΑμεΑ και ατέλειες.
Προσφορά Early Bird 10€ για όλους (έως 13 Απριλίου)
Προπώληση: Στο ταμείο του θεάτρου και more.com
Τάμα | Εισιτήρια online! | More.com
Διάρκεια: 80 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Σύγχρονο Θέατρο
Ευμολπιδών 45
Τηλέφωνο: 2103464380
(5’ λεπτά από το Μετρό του Κεραμεικού)