Νέες ταινίες: Το σίκουελ του “Ο Διάβολος Φοράει Prada” είναι κάτι παραπάνω από -μόνο- στυλ
Διαβάζεται σε 12'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 30 Απριλίου 2026 06:21
Το “Michael” άνοιξε με 52.000 εισιτήρια, ένα τρομερά εντυπωσιακό σύνολο που το έφερε στην κορυφή του box office και υπόσχεται και μια πολύ υγιή πορεία τώρα που ανοίγουν και τα θερινά. Θέλει χορό ο κόσμος!
Στις πιο κάτω θέσεις αξιοσημείωτη η επίδοση του “The Drama” που ξεπέρασε κι επίσημα τα 50.000 εισιτήρια ενώ το “Αποστολή Χαίρε Μαρία” κινείται προς το 90άρι (χαμηλό αν και ψιλο-συμπαθές, δεδομένου του είδους που δεν δουλεύει ιδιαίτερα στην Ελλάδα) και η “Τελευταία Κλήση” πέρασε τα 160.000, μια σίγουρα μεγάλη επιτυχία για ένα mainstream αλλά καλοφτιαγμένο ελληνικό σινεμά.
Αυτή την εβδομάδα το “Διάβολος Φοράει Prada 2” δίνει υποσχέσεις για άλλη μια εβδομάδα με πολλά εισιτήρια.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Ο Διάβολος Φοράει Prada 2
(“The Devil Wears Prada 2”, Ντέιβιντ Φράνκελ, 1ω59λ)
★★★
Ύστερα από ένα φιάσκο δημοσίων σχέσεων που αντιμετωπίζει το Runway κι η Μιράντα Πρίστλεϊ, η Άντι Σακς προσλαμβάνεται για να σώσει την κατάσταση. Μέσα σε μια ευρύτερη κρίση των media, η Μιράντα κι η Άντι θα πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους είτε το θέλουν είτε όχι, για να αντιμετωπίσουν την Έμιλι, πρώην βοηθό και νυν αντίπαλο – και μαζί, το ίδιο το αδιέξοδο της μόδας στην εποχή των social.
Σε 25 λέξεις: Σίκουελ για μια από τις πιο δημοφιλείς στουντιακές κωμωδίες των ‘00s, βρίσκει Μέριλ Στριπ και Αν Χάθαγουεϊ ξανά σε τοπ φόρμα, είναι διασκεδαστικό και αστείο, έχει ψυχή και μια μελαγχολική έγνοια για την επιβίωση και τον ρόλο των αυθεντιών στο σήμερα.
Κριτική
20 χρόνια μετά, τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Η Άντι της Αν Χάθαγουεϊ είναι πια αναγνωρισμένη δημοσιογράφος. Η Έμιλι (της Έμιλι Μπλαντ, εμβληματική όπως χαρακτηρίζεται στην ταινία) δουλεύει στο Dior, γνωρίζοντας τι θέλει το κοινό να αγοράζει. Ο Νάιτζελ του Στάνλεϊ Τούτσι είναι ακόμα η ήρεμη δύναμη πίσω από την Μιράντα. Και η Μιράντα της Μέριλ Στριπ; Είναι ακόμα η Μιράντα – αλλά είναι τα περιοδικά που είναι πια μικρότερα.
Κάθε μίτινγκ κουβαλά και μια μικρή απόγνωση με άγχη περί μπάτζετ, περί περικοπών, περί κλικς του κάθε άρθρου. Ένα κείμενο που διασώζει το πρεστίζ του ιστορικού περιοδικού αμφισβητείται γιατί «κανείς δεν το διάβασε». Η αίγλη και το γκλάμουρ που χαρακτήριζαν το ορίτζιναλ, μαζί με μια διάχυτη ειρωνική διάθεση, εδώ αμφισβητούνται και υποσκάπτονται. Έξυπνα και φυσικά, προπαντός, ανάλαφρα. Είναι ένα αστείο, διασκεδαστικό, αεράτο σίκουελ, φτιαγμένο για να αγαπηθεί από τους φανς – αλλά και να μας θυμίσει πως αυτό δεν αποκλείει τις ιδέες και την προσωπικότητα. Μαζικό δεν σημαίνει απαραίτητα και κυνικό!
Ο κόσμος αυτού του “Διαβόλου” είναι διαφορετικός λοιπόν, όπως κι ο δικός μας. Η Άντι απολύεται –μαζί με όλη σχεδόν τη συντακτική ομάδα μιας πρεστίζ εφημερίδας– την ώρα που κερδίζει ένα βραβείο για το ρεπορτάζ της. Η Μιράντα διατηρεί τον έλεγχο και παραμένει θρύλος, αλλά γύρω της είναι σαν οι πάντες να γνωρίζουν πως η μόδα έχει αποκεντρωθεί, τα περιοδικά είναι στα τελευταία τους, και οι παραδόσεις και το πρεστίζ ενός θεσμού σαν του Runway (διάβαζε και: Vogue) πλέον δεν μας λένε και πολλά.
Είναι αλήθεια: Ζούμε σε ένα κόσμο όπου η δημοσιογραφία μοιάζει να στηρίζεται (στην ιδανική της μορφή) από μια πίστη σε σπάνια ανιδιοτελή κίνητρα – αναγνωστών, διαφημιστών, συνδρομητών, και φυσικά ιδιοκτητών. Πόσα είναι αυτά τα μέσα που επιβιώνουν; Όλο και λιγότερα! Τα βλέμματα αποσπώνται παντού στο ίντερνετ, στα social. Η αυθεντία αμφισβητείται από τους influencers. Χωράει στον σημερινό κόσμο μια Μιράντα Πρίσλεϊ; Ή ακόμα και μια Άντι Σακς;
Δεν περιμέναμε απαραίτητα πως ένα ακόμα legacy sequel από τα άπειρα που πλέον ξεφουρνίζει το Χόλιγουντ, θα είχαν τέτοιες έγνοιες. Πόσο μάλλον ότι θα τις διαχειρίζονταν με μια κάποια χάρη και μελαγχολία. Αλλά αυτό ακριβώς κάνει το αναπάντεχα μεστό και ψυχωμένο σίκουελ “Ο Διάβολος Φοράει Prada 2”, στο οποίο ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Φράνκελ κι η σεναριογράφος Αλίνε Μπος ΜακΚένα επανενώνονται μετά την τεράστια επιτυχίας της ορίτζιναλ ταινίας του 2006.
Το σίκουελ αυτό έχει κάποια σημεία όπου ανακυκλώνονται κομμάτια πλοκής, και στο κλείσιμο δεν αποφεύγει το στρογγύλεμα των διαδοχικών μικρο-φινάλε. Αλλά κατά βάση αποφύγει το άνευρο ξεπατίκωμα μιας ήδη πετυχημένης συνταγής, κάτι που τα περισσότερα σίγκουελ όχι απλά δεν καταφέρνουν, αλλά δεν αποζητούν καν. Αντ’αυτού, κρατά το βλέμμα του στο σήμερα, και φαντάζεται με αληθινή έγνοια τον ρόλο που θα είχαν στον σημερινό κόσμο οι ηρωίδες του σουξέ του ‘06.
Η Αν Χάθαγουεϊ, πάντα ένας φρέσκος αέρας στη μεγάλη οθόνη μας, ζωντανεύει ξανά μια Άντι γεμάτη όρεξη και όνειρα τα οποία ο γνώριμος κόσμος μας επιχειρεί να συνθλίψει. Η Έμιλι Μπλαντ διασκεδάζει ως παλαιάς κοπής σνομπ που έχει βρεθεί στο retail το οποίο κάπου μέσα της πάντα θεωρούσε κατώτερο. Δίπλα τους, ξεχωρίζει ο Τζάστιν Θίρου ως μια εκδοχή του Τζεφ Μπέζος, σε μια πάρα πολύ αστεία, αλλά και οξυδερκή αποτύπωση ενός αιώνιου εφήβου σε απόρριψη, ενός άντρα/αγοριού σε μόνιμη διαδικασία κοινωνικής απόρριψης.
Ανάμεσά τους, είναι η Μέριλ Στριπ που επιστρέφει αληθινά θριαμβευτικά, με μια από τις πιο υπόγειες ερμηνείες της εδώ και χρόνια. Επιστρέφοντας ως Μιράντα Πρίστλεϊ – έναν από τους πιο διαχρονικούς ρόλους της καριέρας της, και πιθανώς μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της – ξέρει πώς να αποτυπώσει μια γυναίκα-θεσμό που ξέρει πια τι μάχες μπορεί να δώσει και ποιες έχει εξαρχής χάσει. Έχει ακόμα πρεστίζ και βαρύτητα και προκαλεί ακόμα δέος, αλλά ο κόσμος της έχει συρρικνωθεί. Κι η ίδια, μέσα από την ακριβοθώρητη στωικότητά της, μοιάζει να το ξέρει. Οι σιωπές της κουβαλούν περισσότερη αιχμή από όσο μια κοφτερή ατάκα της στην ορίτζιναλ ταινία.
Η Μιράντα κι η Άντι επανενώνονται χωρίς στα αλήθεια να το θέλουν, επειδή οι επιλογές έχουν γίνει λιγότερες. Βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη, και δουλειά τους είναι να την κάνουν να χωρέσει και τις δύο. Γύρω τους, οι ΜακΚένα και Φράνκελ στήνουν έξυπνα έναν κόσμο γεμάτο μικρές και μεγάλες αλληγορίες – ακόμα και το ρομαντικό ενδιαφέρον της Άντι στην ταινία, ένας στιλάτος εργολάβος, εκπροσωπεί την συστημική ιδέα της επιβίωσης μέσα από κάποια μορφή gentrification.
Παλιά κτίρια μετατρέπονται σε αεράτα σύγχρονα διαμερίσματα, όπως ακριβώς και θρυλικά περιοδικά υψηλής μόδας και ερευνητικής δημοσιογραφίας μετεξελίσσονται σε ψηφιακές φάρμες για γρήγορα κλικς και viral αρθράκια. Εκεί όπου οι βαθιές τσέπες των επενδυτών μπορεί να είναι η διάσωση ή η καταδίκη ενός θεσμού, μιας παράδοσης – αλλά όπου τα πάντα έχουν ημερομηνία λήξης.
Ακούγεται μελαγχολικό, κι όντως είναι. Ισορροπώντας αγαπητούς χαρακτήρες, απολαυστικό ειρωνικό χιούμορ, απαράμιλλο στυλ και καλεσμένους από όλα τα μήκη και τα πλάτη της διασημότητας, αυτό το σίκουελ καταφέρνει να κινείται, να διασκεδάζει και να ικανοποιεί τους υπάρχοντες φανς, χωρίς να χάνει την επαφή του με το σήμερα.
Αυτή η απόπειρα εξισορρόπησης βρίσκεται στο ίδιο το κείμενο της ταινίας. Η οποία ταξιδεύει από τον Μυστικό Δείπνο και τα κλασικά κτίρια (με την βαριά τους Ιστορία) του Μιλάνου μέχρι τα κλινικά φωτισμένα (αλλά από μακριά ίσως και λίγο ζεστά;) δωμάτια που βρίσκονται μέσα σε επιβλητικούς ουρανοξύστες της –επίσης εμβληματικής!– σημερινής Νέας Υόρκης. Ίσως μια γλυκόπικρη υπενθύμιση πως το μοντέρνο που έρχεται, νομοτελειακά θα γίνει κι αυτό μέρος μιας μελλοντικής Ιστορίας;
Δε θέλω να κάνω την ταινία να ακούγεται σαν κάποιος τρομερά βαθύς στοχασμός, αλλά είναι προς τιμήν της πως αυτές είναι οι έγνοιες της. Ή απλώς, δίπλα σε μια ισχνή πλοκή δίχως την παραμικρή ένταση και γεμάτη με προβλέψιμες στροφές, αυτές οι ιδέες είναι που μένουν τελικά περισσότερο. Στο τέλος μπορεί τα πάντα να βρίσκουν γλυκά και παραμυθένια τον δρόμο τους, όμως όλα συμβαίνουν με έναν τρόπο που δεν αναιρεί την πίκρα ή την μελαγχολία – και ούτε και το πόσο κεφάτα περνάνε αυτές οι δύο ώρες.
Σαν συνοδευτικό φιλμ στο “Top Gun: Maverick”, αυτός ο 2ος “Διάβολος” έχει συναίσθηση πως μιλά για παραδόσεις που αχνοσβήνουν. Μπροστά στον Μυστικό Δείπνο, ένα δείγμα τέχνης που επιβίωσε μισή χιλιετία και βάλε, ο ζάπλουτος tech bro του Τζάστιν Θίρου αναλύει υπεροπτικά στην Μιράντα πως στο τέλος τίποτα δεν επιβιώνει, και όλα θα γίνουν Α.Ι.. Δεν έχει συναίσθηση πως το ίδιο του το περιβάλλον τον διαψεύδει, την ώρα που μια στωική Στριπ αποχωρεί σιωπηλά από τη συνομιλία.
Ο χρόνος είναι όντως αδυσώπητος – και δεν ξέρεις ποτέ τι θα αφήσει πίσω. Ευτυχώς, πάντα κάτι επιβιώνει. Ένα στυλ; Μια μορφή; Ένα έργο; Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις. Αλλά μέσα από αυτή τη μελαγχολική αβεβαιότητα, αυτό το σίκουελ καταφέρνει να κοιτάξει τη μόδα με μια πολύ πιο ουσιαστική και ώριμη ματιά ακόμη κι από το ορίτζιναλ φιλμ, την ίδια ώρα που επαναφέρει αγαπημένους χαρακτήρες και σκηνικά προς απόλαυση του κοινού.
Είναι καλύτερη ταινία; Θα επιβιώσει όπως, απρόσμενα, ο προκάτοχός της; Ποιος ξέρει – αυτά τα πράγματα, θα τα κρίνει μόνο ο χρόνος.
Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν
(“Mr. Nobody Against Putin”, Ντέιβιντ Μπόρενστιν, 1ω30λ)
★★★
Όταν η Ρωσία εξαπολύει την επίθεσή της εναντίον της Ουκρανίας, τα σχολεία της χώρας μεταμορφώνονται σε μηχανές στρατολόγησης. Αντιμέτωπος με το ηθικό δίλημμα του να δουλεύεις ως γρανάζι σε ένα σύστημα προπαγάνδας και βίας, ένας δάσκαλος αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την κάμερά του για να καταγράψει τη μεταμόρφωση.
Σε 25 λέξεις: Το φετινό Όσκαρ Ντοκιμαντέρ καταγράφει τα στάδια της μεταμόρφωσης ενός αυταρχικού συστήματος ελέγχου και προπαγάνδας. Εξαιρετικά ενδιαφέρον, ειδικά στο πρώτο του μισό.
Κριτική
Στο ρωσικό Καραμπάς, την “πιο τοξική πόλη του κόσμου” (μια βιομηχανική πόλη στα Ουράλια με μειωμένο προσδόκιμο ζωής λόγω της κακής ποιότητας του αέρα), ένας καθηγητής-βιντεογράφος κάνει τα πλάνα του για το πώς θα εμπλουτίσει τη μαθησιακή εμπειρία των μαθητών του μες στο έτος. Αλλά αυτό που δεν φαντάζεται είναι πως ξεκινώντας η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ζωή του –και των μαθητών του– πρόκειται να αλλάξει δια παντός.
Σταδιακά, μια νέα εκπαιδευτική εγκύκλιος θα επιβληθεί. Οι καθηγητές θα πρέπει να διαβάζουν φράσεις πατριωτικής εμψύχωσης. Οι μαθητές θα πρέπει κι εκείνοι να διαβάζουν από σενάριο. Οι τάξεις μετατρέπονται σε τμήματα στρατολόγησης και προπαγάνδας. Η διδασκαλία γίνεται μετάδοση εθνικιστικών κορόνων υπέρ στρατού και μητέρας πατρίδας. Η διδακτέα ύλη είναι, απλώς, προπαγάνδα – για τον τίμιο αγώνα της πουτινικής Ρωσίας απέναντι στους εξωγενείς εχθρούς.
Τα παρακολουθούμε όλα μέσα από την καταγραφή του Πάσα, του νεαρού καθηγητή που βλέπει τον κόσμο του να καταρρέει. Ή, για την ακρίβεια, να γίνεται μιλιταριστικά προπαγανδιστικός, δίχως χώρο ελιγμών. Το έργο της μάθησης γίνεται εργαλείο προπαγάνδας. Κι ο ίδιος αυτό που αποφασίζει – παλεύοντας με τη συνείδησή του – είναι να καταγράψει. Αντί να παραμείνει απλώς ένα γρανάζι στη μηχανή προπαγάνδας, συνεχίζει να κινηματογραφεί (ακόμα και απαγορευμένα ηχητικά ντοκουμέντα από κηδείες στρατιωτών) ώστε να δώσει εικόνα και στίγμα στα όσα συμβαίνουν στην Ρωσία τα τελευταία χρόνια.
Το αποτέλεσμα είναι αναμφίβολα καθηλωτικό, ειδικά το πρώτο μέρος του υλικού του. Καθώς πραγματοποιείται αυτή η σταδιακή αλλαγή, και παρατηρούμε με τα ίδια μας τα μάτια τις μετατοπίσεις, τη διαφορετική στάση μαθητών και συναδέλφων, ακόμα και τον τρόπο που πλέον οι μαθητές στέκονται, μιλούν, κοιτάζουν. Είναι ένα κομμάτι ντοκουμέντου ξεκάθαρα ανεκτίμητης αξίας, το να βλέπεις μια απολυταρχική μηχανή προπαγάνδας σε πλήρη ανάπτυξη.
Ίσως στο δεύτερο ειδικά μισό τα πράγματα να γέρνουν προς το μελόδραμα σε σημεία, ενώ αυτή η αποκομμένη αίσθηση αφήγησης να αφήνει κάποια εύλογα ερωτήματα: Το κακό σίγουρα δεν γεννήθηκε τη στιγμή της εισβολής στην Ουκρανία! Αλλά τότε τι ήταν η Ρωσία προηγουμένως, και ποιο ήταν το καθεστώς τις προηγούμενες δεκαετίες; Το πακετάρισμα της αφήγησης δεν είναι τόσο ευρύ, αλλά παραμένει πολύ δυναμικό και αποτελεσματικό ως μεμονωμένη παρατήρηση. Ως αίσθηση πως ζεις σε ένα αδιέξοδο ακόμα κι αν αυτό που ήδη ζούσες ήταν ένα αδιέξοδο (βλέπε και: η τοξική πόλη-καταδίκη). Αυτή η πτυχή παραμένει μάλλον ανεξερεύνητη, κι είναι κρίμα.
Το ντοκιμαντέρ πάντως μπαίνει στις τάξεις των έργων-ντοκουμέντων που καταγράφουν σοκαριστικές διαδικασίες ενός απολυταρχικού καθεστώτος κι ως εκ τούτου καθίσταται απολύτως ανεκτίμητο. Παραμένει από την αρχή ως το τέλος καθηλωτικό, και εν τέλει είναι απολύτως κατανοητό το γιατί τιμήθηκε και με το φετινό Όσκαρ Ντοκιμαντέρ.
Ομάχα
(“Omaha”, Κόουλ Γουίμπλι, 1ω23λ)
★★
Ένας χήρος πατέρας βάζει τα δυο του παιδιά στο αυτοκίνητο και ξεκινά ένα ταξίδι στην αμερικάνικη ενδοχώρα με προορισμό τη Νεμπράσκα. Ποια είναι όμως η αλήθεια για αυτό το έξαφνο road trip;
Σε 25 λέξεις: Μηχανικά λυρικό πορτρέτο μιας οικογένειας σε οικονομική δυσχέρεια στην καρδιά του αμερικάνικου τοπίου. Καλός, αλλά μονότονος ο Τζον Μαγκάρο (“Περασμένες Ζωές”) στον κεντρικό ρόλο. Τυπική ταινία φεστιβάλ Σάντανς.
Προβάλλονται επίσης
Τρίχες Κατσαρές: Ένα τρολ δραπετεύει στον κόσμο των ανθρώπων για να ζήσει μια μεγάλη περιπέτεια. Παιδική ταινία φαντασίας.
Dolly: Ένα ζευγάρι δέχεται επίθεση κατά τη διάρκεια μιας εξόρμησης στο δάσος από μια διαταραγμένη κούκλα. Η γυναίκα απαγάγεται, καθώς η κούκλα θέλει να τη φροντίσει και να τη μεγαλώσει σαν παιδί της. Μια εφιαλτική μάχη επιβίωσης ξεκινά.