ΔΣΑ για Υποκλοπές: “Ελεγκτέα η πράξη Τζαβέλλα για τη μη ανάσυρση από το αρχείο”

Διαβάζεται σε 5'
Άρειος Πάγος
Άρειος Πάγος EUROKINISSI

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών κατακεραύνωσε την πρόσφατη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη μη ανάσυρση της δικογραφίας των υποκλοπών από το αρχείο

“Καταπέλτης” κατά της πρόσφατης διάταξης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη μη ανάσυρση της δικογραφίας των υποκλοπών από το αρχείο, επιμένοντας στην ύπαρξη “θεσμικής εκτροπής”, υπήρξε ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας, τονίζοντας ότι στόχος είναι η προσφυγή ενώπιον των ευρωπαϊκών δικαστηρίων για να διερευνηθεί η “υπόθεση Τζαβέλλα” όπως ονομάστηκε.

Την ώρα που ήδη τα αδικήματα γύρω από τηλεφωνικές υποκλοπές μέσω Predator παραγράφονται, ο ΔΣΑ προχώρησε σε μια δημόσια παρέμβαση προκειμένου να δηλώσει με κατηγορηματικό τρόπο την αντίθεσή του στην πρόσφατη πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα, ζητώντας εκ νέου την παραίτηση του και τονίζοντας την υποχρέωσή του να παρεμβαίνει σε ζητήματα που αφορούν το Κράτος Δικαίου.

Στη συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε, έγινε γνωστό ότι ο ΔΣΑ θα παράσχει κάθε βοήθεια στους νομικούς και στα θύματα των υποκλοπών. Παράλληλα, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΔΣΑ, Ανδρ. Κουτσόλαμπρο, “διερευνάται το ενδεχόμενο προσφυγής στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εφόσον είναι δυνατόν, άλλως όποιο θύμα προσφύγει θα είμαστε εκεί και θα ασκήσουμε παρέμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου”.

Ο ομότιμος καθηγητης Συνταγματικού Δικαίου, Νικ. Αλιβιζάτος, εκτίμησε ότι “είναι ελεγκτέα η πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με ευρωπαϊκά κριτήρια και αξίζει να ερευνηθεί. Και μόνο από το γεγονός ότι υπήρχε σύγκρουση καθηκόντων μπορεί όλη αυτή την υπόθεση να την τινάξει στον αέρα”.

Ειδική αναφορά έκανε στην προσφυγή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και θύματος υποκλοπής Ν. Ανδρουλάκη στο ΕΔΔΑ, για τη μη εφαρμογή από την ελληνική κυβέρνηση ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ που τον είχε δικαιώσει, διατάσσοντας την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) να τον ενημερώσει για τους λόγους για τους οποίους η ΕΥΠ είχε επισυνδέσει το τηλέφωνο του μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2021.

Όπως είπε ο ομότιμος καθηγητης Συνταγματικού Δικαίου Νικ. Αλιβιζάτος, “η υπόθεση έχει χαρακτηρισθεί από το ΕΔΔΑ ως μείζονος προτεραιότητος και βρίσκεται ακόμη κατά το στάδιο της ανταλλαγής υπομνημάτων. Η ελληνική κυβέρνηση δίνει τη μάχη της ζωής της και διερωτάται κανείς τι εντύπωση δίνει μια χώρα που δίνει μάχη υπέρ της άποψης πως μια δικαστική απόφαση δεν εκτελείται. Είναι στοιχειώδες και για μη νομικούς… δεν την εφαρμόζουν γιατί δεν την γουστάρουν…”.

Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Αντώνης Ρουπακιώτης, τοποθετήθηκε γύρω από την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος και ως προς την επιλογή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου. “Εκτός από την ενέργεια του ΔΣΑ να ζητήσει την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να επιμείνουμε σε πιέσεις ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος ως προς αυτούς που τοποθετούν/διορίζουν την ηγεσία του ανώτατου δικαστηρίου και να αναδείξουμε ότι δυστυχώς το δικαστικό σώμα δεν έχει παράδοση αγώνων για να διεκδικήσει την ανεξαρτησία του”.

Ο πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρ. Κουτσόλαμπρος, κατά την ομιλία του ανέφερε: “η από 27/4/2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα, με την οποία, αντί να διατάσσεται περαιτέρω σε βάθος έρευνα επί τη βάσει της πρόσφατης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του όγκου των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται, διατηρεί την υπόθεση στο αρχείο μας βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους, καθόσον προσκρούει στο ποινικό δόγμα στο Κράτος Δικαίου και στην παγία νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων“.

Ο Ανδρ. Κουτσόλαμπρος επισήμανε ότι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, και μολαταύτα, δεν απείχε από το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης, προσθέτοντας: “το δικηγορικό σώμα, πιστό στην ιστορική του διαδρομή και τους αγώνες του υπέρ της δημοκρατίας μετ’ επιτάσεως παρεμβαίνει δημόσια και διεκδικεί, με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, τη διαλεύκανση της υπόθεσης και την απόδοση των κατά νόμο ευθυνών. Προς τούτο, προτίθεται αφ’ ενός να αναδείξει το ζήτημα στα ευρωπαϊκά fora και αφ’ ετέρου να παράσχει στήριξη στα θύματα των τηλεφωνικών υποκλοπών και τους δικηγόρους τους σε κάθε νομική ενέργεια που κατατείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας ενώπιον των ελληνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων”.

Για “μείζονα παραβίαση του κράτους δικαίου και της εισαγγελικής αποστολής” έκανε λόγο η αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Χριστίνα Τσαγκλή, μιλώντας για “θεσμική εκτροπή”, ενώ σε παρέμβαση του ο Θ. Καμπαγιάννης εξήγησε ότι ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός “όφειλε να διερευνήσει και δεν το έπραξε. Για το λόγο αυτό αποδείχθηκε ακατάλληλος για τον θεσμικό του ρόλο και οφείλει να παραιτηθεί”.

Τέλος, ο νομικός Β. Χειρδάρης σε επιστολή του επεσήμανε ότι «η σιωπή των θεσμών, και ιδίως των δικηγορικών συλλόγων της χώρας, μπροστά στη μυστική παρακολούθηση και τις υποκλοπές δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θεσμική υποχώρηση. Η δημόσια κριτική και η ενεργός παρέμβαση των Δικηγορικών Συλλόγων για πλήρη διερεύνηση υποκλοπών σε βάρος δημοσίων προσώπων όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά αποτελεί θεσμική υποχρέωση. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, ως “συμπράττοντες λειτουργοί της Δικαιοσύνης” και θεσμικοί εγγυητές του κράτους δικαίου, δεν μπορούν να παραμένουν αδρανείς όταν τίθεται ζήτημα που αγγίζει τα ίδια τα δημοκρατικά θεμέλια της Πολιτείας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα