Αλέξανδρος Ψυχούλης: “Συνεχώς κατακρημνίζομαι και επιβιώνω λες και είμαι κινούμενο σχέδιο”
Διαβάζεται σε 9'
- 18 Μαΐου 2026 06:21
Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης ανήκει σε εκείνη τη γενιά καλλιτεχνών που άγγιξαν την ψηφιακή εποχή πριν ακόμη αυτή γίνει καθημερινότητα. Από τις πρώτες αλληλεπιδραστικές εγκαταστάσεις και τα Νέα Μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι σήμερα, το έργο του κινήθηκε ανάμεσα στην εικόνα, την τεχνολογία, την ποπ κουλτούρα, τη μουσική, τα κόμικς και την αμφιβολία, χωρίς ποτέ να χάνει την ανθρώπινη θερμοκρασία του. Σαράντα χρόνια μετά την έναρξη της διαδρομής του, η μεγάλη αναδρομική έκθεση με τον πολύ ωραίο τίτλο «Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις» στη Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων μοιάζει με ένα προσωπικό αρχείο μνήμης, εμμονών, επιθυμιών και διαψεύσεων, εκτεθειμένο μπροστά στο κοινό.
Η έκθεση, που παρουσιάζεται από τις 16 Μαΐου έως τις 4 Οκτωβρίου 2026 σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Χριστόφορου Μαρίνου, συγκεντρώνει περισσότερα από 150 έργα: ζωγραφική, εγκαταστάσεις, animation, γλυπτά, comics, σημειώσεις και προσχέδια απλώνονται στα τρία επίπεδα της Πινακοθήκης χωρίς τη λογική μιας αυστηρά χρονολογικής αναδρομής. Τα έργα μοιάζουν να συγκρούονται και να συνομιλούν μεταξύ τους, φωτίζοντας τη βαθιά σχέση του Ψυχούλη με τα μίντια, την ιδιωτική τηλεόραση, την ψηφιακή κουλτούρα, τη μουσική, τη γραφιστική, το ντιζάιν και την αρχιτεκτονική. Μέσα σε αυτό το πυκνό σύμπαν εικόνων και ιδεών, το χειροποίητο συνυπάρχει με την τεχνολογική διαμεσολάβηση και το αστικό τοπίο μπλέκεται συνεχώς με το ψηφιακό.
Μέσα από τις απαντήσεις του, σχηματίζεται η εικόνα ενός ανθρώπου βαθιά ανήσυχου, αλλά καθόλου κυνικού. Κάποιου που πίστεψε πραγματικά στις δυνατότητες της τεχνολογίας και σήμερα κοιτά με διαύγεια, το πώς το διαδίκτυο μετατράπηκε από υπόσχεση ελευθερίας σε μηχανισμό επιτήρησης και εξάντλησης. Πίσω από τα λόγια του υπάρχει συνεχώς η αγωνία του χρόνου, της φθοράς, της επιθυμίας, αλλά και μια επίμονη λαχτάρα για ζωή, χιούμορ και επαφή.
Αλέξανδρος Ψυχούλης: “Οι απολαύσεις κάθε τύπου με τραβούσαν απ’ το μανίκι”
Με αφορμή την έκθεση, ο Αλέξανδρος Ψυχούλης μοιράστηκε μαζί μας σκέψεις για την αγωνία του θανάτου, τη ματαίωση της ψηφιακής ουτοπίας, την ανάγκη της βραδύτητας, την αξία της αμφιβολίας και τον έρωτα που, όπως λέει ο ίδιος, παραμένει τελικά η απάντηση «όποια κι αν ήταν η ερώτηση». Άλλοτε αυτοσαρκαστικός, άλλοτε βαθιά μελαγχολικός και πάντα ανήσυχος, επιστρέφει σε τέσσερις δεκαετίες πειραματισμών και μοιάζει να κοιτάζει το παρελθόν χωρίς νοσταλγική ωραιοποίηση, αλλά με την περιέργεια κάποιου που συνεχίζει ακόμη να δοκιμάζει, να αμφιβάλλει και να ψάχνει νέους τρόπους να εκφραστεί.
«Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις» είναι ένας τίτλος που ακούγεται σχεδόν σαν προσωπικό μανιφέστο. Ποιες ήταν τελικά οι σκέψεις που σας ακολούθησαν πιο επίμονα σε αυτή τη σαραντάχρονη διαδρομή;
Με συνόδευαν πάντα σκέψεις που πίσω τους υπήρχε η αγωνία του θανάτου. Άλλοτε διακατεχόμουν από ανάγκη να αποδείξω τι αξίζω, ή από τη ματαιοδοξία να αφήσω ένα ίχνος στο πέρασμά μου απ’ αυτόν τον κόσμο. Ταυτόχρονα η λαγνεία και οι απολαύσεις κάθε τύπου με τραβούσαν απ’ το μανίκι χωρίς να καταφέρω να αντισταθώ ευτυχώς. Θέλησα να ρουφήξω ως το μεδούλι τις ηδονές αυτού του κόσμου και θέλω ακόμα και δεν ξέρω τι προλαβαίνω πια.
Το έργο σας μοιάζει να είχε προβλέψει μια κοινωνία που θα ζούσε μόνιμα μέσα σε οθόνες, πληροφορία και ψηφιακή υπερένταση. Σήμερα αισθάνεστε περισσότερο δικαιωμένος ή απλώς παρατηρείτε με περιέργεια αυτόν τον κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα;
Δεν είναι ακριβώς έτσι, θέλω να πω πως δεν προέβλεψα τίποτα. Απλά άρχισα να χρησιμοποιώ τα Νέα Μέσα την στιγμή που μου προσφέρθηκαν, αρκετά νωρίς δηλαδή. Δεν ήμασταν πολλοί τότε, αλλά ήμασταν ενθουσιασμένοι. Μιλάω για τη δεκαετία του ’90, τότε που η εικαστική κοινότητα έβλεπε με σκεπτικισμό τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Πιστεύαμε πως η ψηφιακή τεχνολογία είχε τη δυνατότητα να επιδράσει με θετικό τρόπο στην πραγματική επικοινωνία και στην ψυχή μας, πράγμα που δυνητικά ακόμα ισχύει. Βλέπαμε το internet σαν ένα πεδίο πλανητικής δημοκρατίας, ελεύθερο και απαλλαγμένο από φυσικά σύνορα.
Υποτιμήσαμε όμως το γεγονός ότι τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαμε, τα software, δεν ανήκαν σ’ εμάς αλλά σε εταιρείες που είχαν εντελώς διαφορετικές προθέσεις από τις δικές μας⋅ κι έτσι κατέληξε το διαδίκτυο σήμερα να είναι αυτό το δυστοπικό δικτύωμα επιτήρησης και εκμετάλλευσης.
Σίγουρα εδώ υπάρχει μια γεύση ματαίωσης. Υπήρξαμε πολύ αισιόδοξοι για να μη πω αφελείς. Ο Πωλ Βιριλιό είχε γράψει από τότε για το «Προπατορικό ατύχημα» αλλά δεν του είχαμε δώσει πολύ προσοχή. Έλεγε για παράδειγμα πως όταν ανακαλύπτεις το αεροπλάνο ανακαλύπτεις ταυτόχρονα και το αεροπορικό ατύχημα. Εμείς δεν θέλαμε να δούμε το ατύχημα. Υπήρχε πολύ αδρεναλίνη και εξωτισμός στις δυνατότητες μιας αέναης άυλης πτήσης. Η βαρύτητα μας νίκησε απότομα.
Αν έμαθα κάτι απ’ όλο αυτό είναι να μη χρησιμοποιώ την ψηφιακή τεχνολογία επί ματαίω και να προστατεύω – κρατώντας το μακριά της – ό,τι αυτή δεν μπορεί να πετύχει με αυθεντικότητα. Την αξία της χειροναξίας για παράδειγμα, ή της δια ζώσης ανθρώπινης επαφής.
“Εσχάτως συμπαθώ πολύ τους ανθρώπους που αμφιβάλουν και πράττουν διστακτικά. Ο αλγόριθμος είναι εκ φύσεως αδίστακτος”
Έχετε πει πως στα έργα σας δεν πρέπει να ψάχνουμε «μηνύματα», αλλά αβεβαιότητες. Πιστεύετε ότι η εποχή μας έχει ακόμη χώρο για αμφιβολία ή ζητά συνεχώς γρήγορες και εύκολες απαντήσεις;
Η εποχή μας δεν είναι κάτι διαφορετικό από εμάς και η ταχύτητα είναι συγκριτικό μέγεθος. Αν νομίζουμε πως τα πράγματα τρέχουν γρήγορα είναι γιατί συγκρούονται με τις δικές μας εσωτερικές προσταγές ρυθμού. Αν δούμε αυτό που ονομάζετε «εποχή μας» σαν ένα όχημα που τρέχει του σκοτωμού, αντιλαμβανόμαστε πως το πόδι που πατάει το γκάζι δεν είναι ανθρώπινο αλλά αλγοριθμικό.
Ο αλγόριθμος είναι μεν προγραμματισμένος από ανθρώπους με κερδοσκοπικά κίνητρα αλλά τώρα επιταχύνει μόνος του μέχρι να μας ξεζουμίσει και να μας εξαντλήσει εντελώς. Το χειρότερο είναι πως εξαντλούμαστε οικειοθελώς γιατί μας έχουν κάνει να πιστεύουμε ότι αυτό είναι «η εποχή μας». Τα μοναδικά μας όπλα είναι η αμφισβήτηση αυτής της βεβαιότητας. Η βραδύτητα και η αποανάπτυξη είναι έννοιες που μπορούν να συνθέσουν ένα συνεκτικό αφήγημα στον αντίποδα της κοινωνίας των επιδόσεων.
Ο άνθρωπος που κατεβαίνει από το όχημα που τρέχει σαν τρελό γιατί μυρίζεται την καταστροφή, είναι αυτός που διεκδικεί το δικαίωμα στην παύση και τον αναστοχασμό. Είναι αυτός που αφουγκράζεται και εμπιστεύεται το βιολογικό, το ζωώδες τέμπο του και δεν είναι έξω από την εποχή του, αλλά αντιπροσωπεύει ένα διαφορετικό σύμπτωμα αυτής της εποχής. Είναι ο σύγχρονος αντιστασιακός.
Στο έργο σας συνυπάρχουν η ποπ κουλτούρα, τα comics, η τηλεόραση, η μουσική και μια αίσθηση παιχνιδιού που συχνά λείπει από τη σύγχρονη τέχνη. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας ενθουσιάζει αυθεντικά σήμερα;
Σ’ αυτά που λείπουν από την σύγχρονη τέχνη θα πρόσθετα τη λίμπιντο και το χιούμορ. Αντιθέτως υπάρχει πληθωρισμός σοβαροφάνειας και ιδεολογημάτων. Πάντως η απάντηση είναι ο έρωτας, όποια κι αν ήταν η ερώτηση.
Κοιτάζοντας αυτή τη διαδρομή των 40 χρόνων, ποια έργα σας τα βλέπετε σήμερα αλλιώς απ’ ό,τι όταν τα δημιουργούσατε.
Δεν συμβαίνει συχνά κάτι τέτοιο. Συνήθως τα παλιά μου έργα με πάνε ακριβώς πίσω στη στιγμή που τα γέννησα. Όταν τα ξανασυναντώ μετά από καιρό, ιδίως αυτά που είχα χαρίσει, ή πουλήσει, τους ζητάω συγνώμη , τους λέω «συγνώμη που σας εγκατέλειψα, αλλά έπρεπε», αυτά καταλαβαίνουν και η ζωή συνεχίζεται.
Προσφάτως όμως κλήθηκα να ξαναστήσω μια μεγάλη εγκατάσταση που λέγεται «Το δωμάτιο», ένα μεγάλο μαύρο κύμα φτιαγμένο από κορδόνια. Το έργο το είχα φτιάξει πριν 15 χρόνια και καθώς άρχισα να το συναρμολογώ σχεδόν δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου μέσα του. Προφανώς είχα αλλάξει δραματικά. Προσπαθούσα να θυμηθώ εκείνον τον εαυτό, τον 15 χρόνια πριν, με ογκώδη πίστη και την απίστευτη υπομονή και μελαγχόλησα, γιατί κατάλαβα πως αυτό που έψαχνα ήταν η νεότητά μου.
Μετά από τόσα χρόνια πειραματισμών, υπάρχει σήμερα κάτι που σας βγάζει από τη ζώνη άνεσής σας;
Το να μεγαλώνεις, να δαμάζεις τα εκφραστικά σου μέσα, να «ωριμάζεις», σημαίνει ταυτόχρονα ότι παύει να υπάρχει η άγνοια κινδύνου. Να σημειώσω πως η άγνοια κινδύνου είναι απίστευτα παραγωγικό πράγμα και χωρίς αυτή δεν θα είχα φτιάξει ποτέ έργα σαν «το δωμάτιο» που έλεγα πριν.
Το τέχνασμα που χωρίς πολλή σκέψη έχω υιοθετήσει για να οδηγηθώ σε ανεξερεύνητα, άρα και συναρπαστικά για μένα εδάφη, είναι η αλλαγή του μέσου. Αυτή τη στιγμή, το μεγαλύτερο μέρος του δημιουργικού μου χρόνου γράφω τραγούδια. Κάνω δηλαδή τον μουσικό χωρίς να είμαι πραγματικά. Έχει πολλή πλάκα γιατί συνεχώς κατακρημνίζομαι και επιβιώνω λες και είμαι κινούμενο σχέδιο.
ΙΝFO:
Διάρκεια: 16 Μαΐου- 4 Οκτωβρίου 2026
Εγκαίνια: 16 Μαΐου 2026 στις 19.30
Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων, Χάληδων 98–102
Τηλ.: +30 2821 341680
Ιστοσελίδα: pinakothiki-chania.gr