ΛΙΝΤΕΛ – ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΑ ΔΥΟ ΚΑΚΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

Το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών φέρνει στην Πειραιώς 260 δύο από τις πιο αιρετικές γυναικείες φωνές της ευρωπαϊκής σκηνής, την Ισπανίδα Ανχέλικα Λίντελ και τη δικιά μας Λένα Κιτσοπούλου.

Η Ανχέλικα Λίντελ και η Λένα Κιτσοπούλου δεν έχουν συναντηθεί ποτέ επί σκηνής. Ούτε και έχουν στα σχέδιά τους να συναντηθούν μάλλον. Θα περάσουν όμως και οι δύο από την Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και σίγουρα θα συζητηθούν. Αν τις κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι μοιάζουν σαν να ανήκουν στην ίδια καλλιτεχνική οικογένεια. Μια οικογένεια δημιουργών που δεν ενδιαφέρονται να είναι αρεστοί, που δεν φοβούνται να προκαλέσουν και που αντιμετωπίζουν το θέατρο όχι ως χώρο παρηγοριάς, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης.

Από τη μία, η Ισπανίδα Ανχέλικα Λίντελ, η γυναίκα που εδώ και δύο δεκαετίες σκανδαλίζει, διχάζει και γοητεύει τα μεγαλύτερα φεστιβάλ της Ευρώπης. Από την άλλη, η Λένα Κιτσοπούλου, η μοναδική ίσως Ελληνίδα δημιουργός που κατάφερε να προκαλέσει τόσες συζητήσεις γύρω από το θέατρο όσο λίγοι σκηνοθέτες της γενιάς της.

Αν η πρώτη χρησιμοποιεί τον θάνατο και την τελετουργία για να οδηγήσει τον θεατή στα άκρα, ηδεύτερη φαίνεται πως επιλέγει αυτή τη φορά το γλέντι, τη σάτιρα και την υπερβολή. Όχι όμως για να διασκεδάσει το κοινό, αλλά για να μιλήσει για την πιο επικίνδυνη ανθρώπινη αδυναμία: την ανάγκη να πιστέψουμε τυφλά σε κάποιον που υπόσχεται τη λύτρωση. Οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο γυναίκες είναι περισσότερες απ’ όσες φαίνονται με την πρώτη ματιά. Και οι δύο χρησιμοποιούν το σώμα ως πολιτικό εργαλείο, μετατρέπουν προσωπικές εμμονές σε δημόσιο θέαμα και αντιμετωπίζουν τη σκηνή σαν τόπο εξομολόγησης, πρόκλησης και αναμέτρησης. Κυρίως όμως, και οι δύο έχουν καταφέρει κάτι εξαιρετικά σπάνιο για το σύγχρονο θέατρο: να προκαλούν συζήτηση πριν καν ανοίξει η αυλαία.

Angélica Liddell – Με αφορμή ένα χαρακίρι

Η Ανχέλικα Λίντελ έχει χτίσει ολόκληρη τη μυθολογία της πάνω στον πόνο, τον θάνατο, τη θρησκεία, το σώμα και την αυτοβιογραφία. Οι παραστάσεις της μοιάζουν συχνά περισσότερο με εξομολογήσεις ή τελετουργίες παρά με συμβατικό θέατρο. Δεν την ενδιαφέρει η αφήγηση με τη στενή έννοια. Την ενδιαφέρει η έκθεση. Η πληγή. Η πρόκληση. Ο θεατής που βγαίνει από την αίθουσα νιώθοντας άβολα. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως η «ιέρεια του ευρωπαϊκού θεάτρου της πρόκλησης».

Επτά χρόνια μετά την τελευταία της εμφάνιση στην Πειραιώς 260 με το εμβληματικό Génesis 6, 6-7, η Ανχέλικα Λίντελ επανέρχεται από τις 28 έως τις 30 Ιουνίου για να δοκιμάσει ξανά τα όριά μας, αυτή τη φορά μέσα από τη μορφή του θρυλικού Ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα.

Ximena y Sergio

Το «Seppuku. The Funeral of Mishima or the Pleasure of Dying», είναι ένα έργο που συνδυάζει θέατρο, περφόρμανς, ποίηση και τελετουργία σε μια εμπειρία διάρκειας 120 λεπτών.
Ο Μισίμα υπήρξε μία από τις πιο αινιγματικές προσωπικότητες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τον Νοέμβριο του 1970, ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να αφυπνίσει την Ιαπωνία και να επαναφέρει συμβολικά την αυτοκρατορική εξουσία, αυτοκτόνησε τελετουργικά με με seppuku (στην καθομιλουμένη χαρακίρι), μετατρέποντας τον ίδιο του τον θάνατο σε μια ύστατη καλλιτεχνική και πολιτική πράξη. Αυτή ακριβώς η στιγμή βρίσκεται στον πυρήνα της νέας δημιουργίας της Λίντελ.

Ximena y Sergio

Για την Ισπανίδα σκηνοθέτρια, ο Μισίμα δεν αποτελεί απλώς ιστορικό ή λογοτεχνικό πρόσωπο. Όπως η ίδια έχει δηλώσει, ήδη από την εφηβεία της ανακάλυψε μέσα από το έργο του μια αδιαίρετη τριάδα που συνεχίζει να τη στοιχειώνει: τον ερωτισμό, την ομορφιά και τον θάνατο. Πάνω σε αυτή τη φιλοσοφική και αισθητική σχέση χτίζει μια παράσταση που παίρνει τη μορφή επικήδειου ύμνου, αφιερωμένου όχι μόνο στον Μισίμα αλλά σε όλους όσοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με το όριο της ύπαρξης.

Το Seppuku δεν αφηγείται γραμμικά τη ζωή του Ιάπωνα συγγραφέα. Αντίθετα, αποτελεί μια σύνθετη σκηνική σύνθεση όπου προσωπικές αναμνήσεις της ίδιας της Λίντελ συναντούν αποσπάσματα από τα κείμενα του Μισίμα, φιλοσοφικούς στοχασμούς γύρω από τον θάνατο και εικόνες υψηλής αισθητικής έντασης.
Η παράσταση αναπτύσσεται πάνω σε σκηνικό εμπνευσμένο από το παραδοσιακό ιαπωνικό θέατρο Nō, ενώ η ζωντανή μουσική και η ιαπωνική φλογέρα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που κινείται ανάμεσα στο τελετουργικό, το ονειρικό και το εφιαλτικό.

Αρκεί και μόνο να πούμε πως η καλλιτεχνική ομάδα καλεί σε συλλογή ρούχων ανθρώπων που έχουν φύγει από τη ζωή είτε κατόπιν αυτοκτονίας είτε λόγω άλλων αιτιών. Τα ρούχα θα χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια των παραστάσεων με γνώμονα τον σεβασμό προς τους αρχικούς κατόχους των ρούχων και με ενσυναίσθηση προς τους ανθρώπους που τα παραχωρούν για τους σκοπούς αυτής της ιδιαίτερης, ποιητικής παραγωγής.

Με τη χαρακτηριστική της γραφή, που αρνείται τις συμβάσεις και τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις, η Λίντελ υπογράφει μία από τις πιο χαρακτηριστικές παραστάσεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού theatre-performance. Ένα έργο στο οποίο η προσωπική εξομολόγηση συναντά τη φιλοσοφία, η ποίηση συναντά τη βία και η ζωή μοιάζει να επιβεβαιώνεται ακριβώς τη στιγμή που βρίσκεται πιο κοντά στην εξαφάνισή της.


Για όσους γνωρίζουν το έργο της, η παράσταση αποτελεί ακόμη μία βουτιά στο σκοτεινό, ποιητικό και βαθιά προσωπικό σύμπαν της. Για όσους την ανακαλύπτουν τώρα, ίσως είναι η ιδανική ευκαιρία να γνωρίσουν μία δημιουργό που εδώ και χρόνια συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο ριζοσπαστικές φωνές του ευρωπαϊκού θεάτρου.

Εισιτήρια εδώ

Λένα Κιτσοπούλου – Βάκχες με τον ΛΕ – ΠΑ

Απέναντί στην Ανχέλικα Λίντελ, η Λένα Κιτσοπούλου μοιάζει να διεξάγει εδώ και χρόνια τον δικό της πόλεμο. Όχι με τον θάνατο, αλλά με τις ελληνικές βεβαιότητες. Με την οικογένεια, την πατρίδα, τη θρησκεία, την εθνική ταυτότητα, τη μικροαστική ηθική. Στα έργα της τίποτα δεν μένει ανέγγιχτο. Οι ήρωές της βρίζουν, γελοιοποιούνται, καταρρέουν, αυτοσαρκάζονται, ενώ το χιούμορ της είναι βίαιο και τρυφερό ταυτόχρονα. Και γι’ αυτό ακριβώς το κοινό χωρίζεται σχεδόν πάντα σε δύο στρατόπεδα: εκείνους που τη θεωρούν ιδιοφυΐα και εκείνους που δεν αντέχουν ούτε πέντε λεπτά από τη δουλειά της.

Η φετινή της επιστροφή με τις Βάκχες από τις 20 έως τις 22 Ιουλίου, στην Πειραιώς 260 (Χώρος Δ) αναμένεται να συνεχίσει αυτή την παράδοση. Άλλωστε η Λένα Κιτσοπούλου δεν πλησιάζει ποτέ τα κλασικά κείμενα με ευλάβεια, αλλά σαν υλικό προς αποδόμηση. Στο σκηνοθετικό της σημείωμα ο Διόνυσος δεν εμφανίζεται ως θεός της έκστασης, αλλά σχεδόν ως φορέας μιας νέας εξουσίας. Μιας νέας θρησκείας που επιβάλλεται. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το ενδιαφέρον: η Κιτσοπούλου διαβάζει τον Ευριπίδη όχι ως αρχαίο κείμενο, αλλά ως σχόλιο πάνω στον φανατισμό, τις ιδεολογίες και τη συλλογική παράδοση του ατόμου σε κάθε είδους σωτήρα.

Χαρακτηριστική η αφίσα των Βακχών
Χαρακτηριστική η αφίσα των Βακχών Lena-Kitsopoulou

Η σκηνοθέτρια και συγγραφέας δηλώνει εξαρχής πως δεν ενδιαφέρεται να προσφέρει ακόμη μία ψυχαναλυτική ανάγνωση του ευριπίδειου έργου ούτε να παραδώσει «υψηλά» νοήματα στο κοινό. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, αυτό που θέλει είναι να στήσει «ένα γλέντι για το αδιέξοδο Θεών και Ανθρώπων». Και πράγματι, η αφετηρία της ανάγνωσής της είναι εκρηκτική. Στο σκηνοθετικό της σημείωμα ο Διόνυσος δεν εμφανίζεται ως θεός της χαράς και της απελευθέρωσης, αλλά ως εκπρόσωπος μιας νέας θρησκείας που επιβάλλεται.

Για την Κιτσοπούλου, κάθε θρησκεία που επιβάλλεται εμπεριέχει στοιχεία αυταρχισμού. Οι Βάκχες μετατρέπονται έτσι σε ένα σχόλιο για τον φανατισμό, τις ιδεολογίες, τη μαζική χειραγώγηση και την επικίνδυνη γοητεία που ασκούν οι ηγέτες πάνω στα πλήθη.

Μέσα σε αυτό το σύμπαν, η παράσταση μοιάζει να συνομιλεί περισσότερο με τη σημερινή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα παρά με την αρχαιότητα. Οι γυναίκες που εγκαταλείπουν τα πάντα για να ακολουθήσουν τον Διόνυσο θυμίζουν ανθρώπους που παραδίδονται ολοκληρωτικά σε μια ιδέα, ένα κόμμα, μια πίστη ή έναν ηγέτη. Το οικογενειακό δράμα του Ευριπίδη συναντά την παράνοια της σύγχρονης κοινωνίας, όπου η λατρεία μιας ιδεολογίας μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην αυτοκαταστροφή.

Λένα Κιτσοπούλου- Λευτέρης Πανταζής
Λένα Κιτσοπούλου- Λευτέρης Πανταζής

Ωστόσο, το στοιχείο που ήδη έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη περιέργεια είναι η παρουσία του Λευτέρη Πανταζή. Η επιλογή του δημοφιλούς λαϊκού τραγουδιστή σε μια παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου δεν μοιάζει απλώς απρόσμενη, μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Η σκηνοθέτρια έχει αποδείξει πολλές φορές ότι δεν αναγνωρίζει διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο υψηλό και το λαϊκό, ανάμεσα στην περφόρμανς και το νυχτερινό κέντρο, ανάμεσα στον Ευριπίδη και την ποπ κουλτούρα.

Η παρουσία του Πανταζή λειτουργεί ήδη ως μια δήλωση προθέσεων. Ο άνθρωπος που ταυτίστηκε όσο λίγοι με το λαϊκό τραγούδι, τις πίστες και τη μαζική διασκέδαση εισβάλλει στον κόσμο της αρχαίας τραγωδίας και της σύγχρονης περφόρμανς, γκρεμίζοντας κάθε βολική κατηγοριοποίηση. Είναι ακριβώς το είδος της συνάντησης που αγαπά η Κιτσοπούλου: μια συνάντηση που μοιάζει αταίριαστη μέχρι να συμβεί.

Παράλληλα πρωταγωνιστούν οι Στέλλα Βογιατζάκη, Λένα Κιτσοπούλου, Ντίνα Μιχαηλίδου, Γιάννης Μπαριτάκης, Θοδωρής Σκυφτούλης και Γιώργος Τριανταφυλλίδης. Τη μουσική υπογράφει ο Νίκος Κυπουργός, τα σκηνικά και τα κοστούμια η Μαγδαληνή Αυγερινού, ενώ τους φωτισμούς σχεδιάζει ο Νίκος Βλασόπουλος.

Εισιτήρια εδώ

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα