Νέες ταινίες: Ο Νταφόε χορεύει ζεϊμπέκικο στην κινηματογραφική διασκευή Πάνου Καρνέζη “Το Πάρτυ Γενεθλίων”
Διαβάζεται σε 10'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 02 Ιουλίου 2026 06:11
To “Toy Story 5” παρέμεινε στην κορυφή με 43.000 εισιτήρια δεύτερου 4ημέρου αλλά σχεδόν τα ίδια (41.700) έκανε η “Εμμονή” που κι εδώ εξελίσσεται σε εμπορικό θρίαμβο. Το θρίλερ του Κόρι Μπάρκερ έχει ήδη φτάσει τα 127.000 εισιτήρια και δε δείχνει το παραμικρό δείγμα κόπωσης μετά το πρώτο 10ήμερο κυκλοφορίας.
Καλό άνοιγμα για το “72 Ώρες Προθεσμία” με 5.800 εισιτήρια. Πάντα διασκεδαστικό όταν στην ελληνική αγορά κάποιες τέτοιες σαφώς ενήλικες επιλογές κάνουν κυριολεκτικά περισσότερα εισιτήρια από μεγάλα μπλοκμπάστερ (ακόμα και αν δεν είναι επιτυχημένα) όπως εδώ το “Supergirl”, που άνοιξε στα 5.300.
Εξαιρετική η κίνηση της “Αμελί” με 3.800 και ως τώρα σύνολο τα 11.500 εισιτήρια που δείχνουν πως ο κόσμος αγαπά ακόμα την ταινία, ενώ η ευχάριστη μέχρι τώρα έκπληξη του καλοκαιριού είναι ο εξαιρετικός “Ξένος” του Φρανσουά Οζόν που με άλλα 3.300 εισιτήρια έφτασε τις 20.000.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Το Πάρτυ Γενεθλίων
(“The Birthday Party”, Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεζ, 1ω43)
★★
Στο Ιόνιο των ‘70s, ο πανίσχυρος μεγιστάνας Μάρκος Τιμολέον διοργανώνει ένα μεγάλο πάρτυ γενεθλίων στο ιδιωτικό του νησί για την κόρη του Σοφία. Αλλά ενώ γύρω του οι πάντες κοιτούν πως θα εκμεταλλευτούν της σχέση τους μαζί του, εκείνος σκοπεύει να πάρει μια καθοριστική απόφαση για το μέλλον της κόρης του – χωρίς εκείνη να το γνωρίζει.
Σε 25 λέξεις: Φιλόδοξη διασκευή του βιβλίου του Πάνου Καρνέζη με τον γνώριμό μας πια –και πάντα αφοσιωμένο ερμηνευτικά– Γουίλεμ Νταφόε. Το ελληνικό φόντο δίνει βάθος αλλά είναι επίπεδο σκηνοθετικά, χωρίς κορυφώσεις.
Κριτική
Έχοντας ως σημείο εκκίνησης τον Αριστοτέλη Ωνάση και την ομολογουμένως άκρως κινηματογραφική περσόνα του, το βιβλίο του Πάνου Καρνέζη και εν συνεχεία αυτή η διασκευή του για τη μεγάλη οθόνη, εμπνέονται από τις αντιφάσεις και την larger than life ύπαρξη του μεγιστάνα για να πουν μια ιστορία, εν τέλει, εντελώς εσωτερική.
Ένας χώρος, λίγες ώρες, και μια περσόνα γύρω από την οποία οι πάντες περιστρέφονται σαν μικροί δορυφόροι. Όμως το πρόβλημα αυτής της εσωστρεφούς σκιαγράφησης είναι πως πέραν του ίδιου του Τιμολέοντα (με τον Γουίλεμ Νταφόε να δίνει μια πληθωρική ερμηνεία που καταλαμβάνει την οθόνη χωρίς υπερβολές και χωρίς να κουράζει) τα πάντα είναι ισχνά περιγράμματα με εμφανή λόγο ύπαρξης και κατάληξη.
Στη σκηνοθεσία ο Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεζ (που είχε γυρίσει στην Ελλάδα και το μέτριο “Παράθυρο στη Θάλασσα”) πιάνει κάτι από τον τοπικό αέρα, δίνοντας μάλιστα στον Νταφόε να χορέψει κι ένα μαργαρίτειο ζεϊμπέκικο (σε μια σκηνή περίεργα άρρυθμη και επιθετική), όμως τελικά κρατά το φιλμ προσγειωμένο: Δίχως εκπλήξεις, δίχως κορυφώσεις, δίχως ένα αληθινά βαθύ βλέμμα σε μια πλούσια βιογραφία.
Η Πρόσκληση
(“The Invite”, Ολίβια Γουάιλντ, 1ω47λ)
★★★
Ο Τζο κι η Άντζελα τσακώνονται – ξανά. Όμως απόψε τα πράγματα θα είναι διαφορετικά καθώς οι αλλόκοτοι γείτονές τους από τον πάνω όροφο, πρόκειται να τους επισκεφθούν για δείπνο. Η αγχωτική βραδιά θα αποκαλύψει μια σειρά από καταπιεσμένα απωθημένα και αλήθειες για τα δύο ζευγάρια.
Σε 25 λέξεις: Χωρίς να φέρνει κάτι νέο, είναι καλογυρισμένη διασκευή του παγκόσμιου χιτ “Οι Γείτονες Από Πάνω” με φανταστικό καστ (Πενέλοπε Κρουζ, Σεθ Ρόγκεν, Έντουαρντ Νόρτον, Ολίβια Γουάιλντ) και γουντιαλενικές αισθητικές επιρροές.
Κριτική
Έχοντας γίνει παγκόσμιο χιτ, διασκευαστεί σε διαφορετικές γλώσσες και ανέβει από τοπικούς θεατρικούς θιάσους σε κάθε εδαφική περιφέρεια του πλανήτη, ήρθε κι η σειρά των αμερικάνων να ανακαλύψουν το “Οι Γείτονες Από Πάνω”, που στα χέρια της άνισης σκηνοθέτριας Ολίβια Γουάιλντ αποκτά μια χροιά εν μέρει κασαβετικών, εν μέρει γουντιαλενικών επιρροών. Ως εκ τούτου είναι κάπως διασκεδαστικό και μόνο ως ύπαρξη το συγκεκριμένο ριμέικ – όχι κακό, ούτε και τίποτα τρομερό, αλλά ενδιαφέρον ως σπουδή για το πώς το Χόλιγουντ αντιλαμβάνεται το πρεστίζ πακετάρισμα ακόμα κι ενός ακράδαντα λαϊκού κειμένου.
Η Γουάιλντ, που είχε αστοχήσει με το “Μην Ανησυχείς Αγάπη Μου” με Χάρι Στάιλς και Φλόρενς Πιου, αυτή τη φορά βρίσκει τις νότες της. Σε σενάριο της Ρασίντα Τζόουνς και του Γουίλ Μακόρμακ, ακολουθώντας στενά το ορίτζιναλ του Σεσκ Γκάι, η Γουάιλντ στήνει μια μικρή υπερπαραγωγή λεπτομερειών γύρω από την κατά τα άλλα γνώριμη σύνθεση των δύο ζευγαριών που έρχονται σε αντιπαράθεση και σε αλληλοκατανόηση και σε φλερτ και σε σύγκρουση (όλα αυτά, και πολλά ακόμα) στη διάρκεια ενός απρόσμενου δείπνου για 4.
Τα έγχορδα του Blood Orange ορμούν με φόρα και προσπαθούν επί δυο ώρες να γκρεμίσουν το διαμέρισμα από μέσα, οι Γιώργος Μαυροψαρίδης και Άντονι Μπόιζ στο μοντάζ συντηρούν μια διαρκή ένταση και απροσδιόριστη αίσθηση παράνοιας, ο διευθυντής φωτογραφίας Άνταμ Νιούπορτ-Μπέρα (που πρόσφατα έχει κάνει εντυπωσιακή δουλειά στο τηλεοπτικό “The Studio” του Σεθ Ρόγκεν) γεμίζει την οθόνη με έναν παλιομοδίτικο κόκκο και μια αίσθηση οικειότητας που εναλλάσσεται ανάμεσα στο οικείο και το ψυχρό.
Η Γουάιλντ κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο τόσο μέσα από τον τεχνικό συντονισμό προς ένα ενιαίο όραμα του πώς θα μοιάζει και τι αίσθηση θα έχει η δική της εκδοχή αυτού του θεάματος, κι ενώ η ψυχολογία του όλου κομματιού μάλλον βασίζεται σε κάποιες ευκολίες, το καστ κουβαλάει το φιλμ με μεγάλη ευκολία. Υπάρχουν στιγμές που είναι σαν κάποιοι να παίζουν σε άλλη ταινία από τους άλλους: ειδικά η ίδια η Γουάιλντ φλερτάρει με όρια της καρτουνίστικης υπερβολής, την ώρα που η Πενέλοπε Κρουζ παίζει μια εξωτική γκουρού κι ο Σεθ Ρόγκεν πατάει περισσότερο στον ρεαλισμό. Όμως είναι δύσκολο να αρνηθείς το πόσο αποτελεσματικό είναι το σύνολο αυτών των ήχων: Η ερμηνευτική τους συμφωνία με κάποιο τρόπο βγάζει νόημα, κι είναι συλλογικά όσο ενδιαφέροντες είναι κάθε ένας εξ αυτών ξεχωριστά.
Δε θα μας εκπλήξει να δούμε την ταινία να φτάνει μέχρι τα Όσκαρ, πάντα στα πλαίσια μιας αμερικάνικης αίσθησης υπερβολής και εξαίρεσης – αλλά ταυτόχρονα η ανάγνωση αυτής της παντελώς γνώριμης συνταγής, έχει όντως κάτι το ενδιαφέρον.
Ο Ανθρωποκυνηγός
(“Manhunter”, Μάικλ Μαν, 2ω)
★★★★★
Ένας πρώην πράκτορας του FBI που αποζητά γαλήνη, καλείται πίσω στο καθήκον προκειμένου να βοηθήσει να σταματήσουν έναν σίριαλ κίλερ, με τη βοήθεια του έγκλειστου στο ψυχιατρείο, Δόκτωρ Λέκτορ.
Σε 25 λέξεις: Το κυνηγητό ενός σίριαλ κίλερ λαμβάνει υπαρξιακές προεκτάσεις στον συγκλονιστικής, άγριας ομορφιάς νεο-νουάρ εφιάλτη του Μάικλ Μαν. Μια ταινία για όλες τις αισθήσεις. (Νέα εκδοχή, σε 4K restoration.)
Κριτική
Η ταινία που ουσιαστικά ενέπνευσε όλο το σύγχρονο ρεύμα αστυνομικών σειρών εγκλήματος α λα “CSI” – δίχως φυσικά τις αισθητικές και στοχαστικές της βλέψεις –, με φυσική αποθέωση το ίδιο το (εξαιρετικό) τηλεοπτικό “Hannibal” του Μπράιαν Φούλερ με τον Μαντς Μίκελσεν. Ο “Ανθρωποκυνηγός”, που παραμένει ένα από τα πλέον υποδειγματικά procedurals της κινηματογραφικής ιστορίας, αποτελεί ταυτόχρονα τέλειο δείγμα αίσθησης διαδικασίας από τον Μάικλ Μαν, αλλά και κατάθεση ως προς το πόσα περισσότερα από αυτό κρύβει το σινεμά του.
Ο Μαν, ανέκαθεν σκηνοθέτης ρυθμού, αίσθησης, κίνησης, σωματικού ερωτισμού και ενέργειας, αλλά και μιας υπαρξιακής αναζήτησης μέσα από τις μοναχικές διαδρομές των περιθωριακών, λιγομίλητων ηρώων του, εξερευνά τι βρίσκεται εκεί που δεν υπάρχουν πια λόγια. Οι κορυφαίες σκηνές του φιλμ είναι καθαρά αισθησιακές, από τα ηλεκτρικά μπλε του σπιτιού του Γκράχαμ (ο σπουδαίος Γουίλιαμ Πίτερσεν σε ρόλο καθοριστικό για την καριέρα του και για το crime fiction γενικότερα) μέχρι τον γεμάτο συναισθηματική αναγκαιότητα δολοφόνο του ανατριχιαστικού Τομ Νούναν που αγκαλιάζει την Τζόαν Άλεν στο κρεβάτι του.
Ο Tooth Fairy του Νούναν μας συστήνεται με το πρόσωπό του κρυμμένο, σαν κάποιος να το έχει σβήσει. Έπειτα, συνδέεται συναισθηματικά με μια γυναίκα τυφλή. Ίσως η πιο αξέχαστη σκηνή της ταινίας είναι εκείνη που η ηρωίδα της Τζόαν Άλεν χαϊδεύει μια τίγρη μέχρι που πρακτικά την νιώθουμε να νιώθει τα χρώματα στην παλάμη της. Όλη η ταινία εκτυλίσσεται μέσα από αγγίγματα και (απόντα ή παραμορφωμένα) βλέμματα, καθώς πλάσματα μέσα σε ένα υπαρξιακό κενό προσπαθούν να νοηματοδοτήσουν τον στροβιλισμό τους.
Ο Μαν, που έχει γράψει το σενάριο παίρνοντας ελευθερίες πάνω στο αρχικό κείμενο του Τόμας Χάρις, καδράρει το σημαδικό neon noir του με μια ψυχρή τελειότητα εκρήξεων βίας που σχεδόν διαπερνούν την οθόνη – το φλεγόμενο καροτσάκι, οι καθρέφτες στα μάτια – καθώς μια αίσθηση ζεστασιάς πασχίζει να εκφραστεί, με σιωπές, και φυσικά με βλέμματα.
Έτσι κι αλλιώς, όλο το σινεμά του Μαν βασίζεται στο πώς η ενέργεια των κορμιών καλύπτει κενά σε λόγια και σε άλλες κοινωνικές συνδέσεις. Ο Γκράχαμ προσεγγίζει το έγκλημα με εγκεφαλική περιέργεια αλλά σύντομα καταλαβαίνει πως οι απαντήσεις –πάντα– κρύβονται εκεί που δε φτάνει η λογική, παρά μόνο αισθήσεις αρχέγονα συναισθηματικές.
Η Πανούκλα
(“The Plague”, Τσάρλι Πόλιντζερ, 1ω38λ)
★★½
Σε μια καλοκαιρινή πόλο κατασκήνωση, ένας κοινωνικά αμήχανος έφηβος αντιμετωπίζει την σκληρή συμπεριφορά των άλλων αγοριών όταν τολμά να αμφισβητήσει την κοινωνική ιεραρχία. Κι η πανούκλα; Μπορεί να είναι αληθινή…
Σε 25 λέξεις: Καλή ατμόσφαιρα, στιβαρή αποτύπωση των σκληρών κοινωνικών δυναμικών ανάμεσα σε νέα αγόρια, αλλά η αλληγορία κάπου τρακάρει με την κυριολεξία της απειλής.
Κριτική
Από τα σκηνοθετικά ντεμπούτα που σε υποχρεώνουν να σημειώσεις το όνομα του σκηνοθέτη ακόμα κι αν δεν λειτουργούν ακριβώς. Συγκεκριμένα, η συνύπαρξη μιας αλληγορικής διάστασης με μια μάλλον αχρείαστη κυριολεκτική αποτύπωσή της με ένα fantasy εύρημα – την πανούκλα του τίτλου – δεν λειτουργεί και αποσπά από αυτό που ενδιαφέρει στα αλήθεια το φιλμ, και που είναι τελικά η δύναμή του.
Ένα φιλμ πάνω στο bullying, τη σκληρότητα της εφηβικής συμπεριφοράς, την απομόνωση ως επίφοβη ασθένεια, και τελικά τις δομές εξουσίας που σχηματίζονται στην αγέλη κάθε κλειστού κοινωνικού συστήματος, με τον Πόλιντζερ να εμπνέεται ξεκάθαρα (αλλά όχι φωτοτυπικά) από Κιούμπρικ και να κάνει θαύματα στον έλεγχο ήχου, κάδρου και ρυθμού – και πάνω από όλα στον έλεγχο των ερμηνειών των νεαρών αγοριών.
Από την πολυπληθή πλέον κατηγορία ταινιών “τρόμου” που μοιάζουν να λειτουργούν όχι επειδή είναι τρόμου, αλλά παρά το γεγονός αυτό. Βραδυφλεγής ψυχολογική εξερεύνηση που θα μπορούσε να είναι κάτι εξαιρετικό αλλά αυτο-παγιδεύεται. Ακόμα κι έτσι, ο Πόλιντζερ θέλουμε πάρα πολύ να δούμε τι θα κάνει στο μέλλον.
Κυκλοφορούν επίσης
Ο Θάνατος του Robin Hood: Αντιμέτωπος με το παρελθόν του, ύστερα από μια ζωή γεμάτη εγκλήματα και φόνους, ο Ρομπέν των Δασών τραυματίζεται σε μια μάχη που πίστευε ότι θα ήταν η τελευταία του. Στα χέρια μιας μυστηριώδους γυναίκας, του προσφέρεται μια ευκαιρία για σωτηρία. Με τον Χιου Τζάκμαν στον ρόλο του διάσημου ήρωα.
Όσα Ξέρει η Μαριέλ: Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι ανακαλύπτει πως μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις των γονιών της και χάρη σ’ αυτή την αλλόκοτη υπερδύναμη, ξεδιπλώνεται μπροστά της ολόκληρο το φάσμα της ενήλικης απογοήτευσης: μικρά ψέματα, απωθημένα, προδοσίες, φόβοι. Πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει μια οικογένεια προτού καταρρεύσει;
Το Τελευταίο Ρίσκο: Ο Μάνκο Καπάκ, ιδιοκτήτης ενός μπαρ, είναι έτοιμος να αφήσει πίσω του το σκοτεινό παρελθόν του και να ξεκινήσει μια νέα ζωή με τη σύντροφό του. Τα σχέδιά του ανατρέπονται όμως όταν γίνεται στόχος ληστών και αδίστακτων καρτέλ. Την ίδια στιγμή, ένας μυστηριώδης ξένος εμφανίζεται με πρόταση να αγοράσει την επιχείρησή του. Πρωταγωνιστεί ο Ράσελ Κρόου.