“ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΕΣ ΠΟΡΝΕΣ”: ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΩΝ ΣΕΞΕΡΓΑΤΡΙΩΝ
“Οι καθ’ ύλην αρμόδιες να μιλήσουν για τη σεξεργασία είναι οι σεξεργάτριες, και όχι οι δημοσιογράφοι, ούτε οι πολιτικοί και η αστυνομία”.
Το NEWS 24/7 δημοσιεύει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο “Εξεγερμένες πόρνες – Ο αγώνας για τα δικαιώματα των σεξεργαζομένων” των Molly Smith και Juno Mac, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής.
Γραμμένο από σεξεργάτριες, το βιβλίο αυτό ανοίγει τη συζήτηση γύρω από τα δικαιώματα, τον στιγματισμό και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων στο σεξ.
Την ίδια στιγμή, οι δύο συγγραφείς επιχειρούν να μετατοπίσουν τη συζήτηση από τα στερεότυπα στις πραγματικές συνθήκες ζωής και εργασίας.
Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο:
Αυτό το βιβλίο, όπως και η οπτική του σύγχρονου αριστερού κινήματος των σεξεργατριών, δεν αφορά την απόλαυση της σεξεργασίας. Δεν πρόκειται να υποστηρίξουμε ότι η σεξεργασία είναι «ενδυνάμωση». Δεν μας ενδιαφέρει να επιχειρηματολογήσουμε για τη σεξουαλική ελευθερία, ούτε για την υποτιθέμενη ικανότητα της βιομηχανίας του σεξ να συνεπικουρεί τη σεξουαλική αυτοπραγμάτωση των εργαζομένων ή των πελατών.
Παρά την προσδοκία ότι ως σεξεργάτριες «θα πούμε την ιστορία μας», το βιβλίο αυτό δεν είναι απομνημονεύματα, ούτε πρόκειται να μοιραστούμε καυτές αφηγήσεις. (Αν και όπως δήλωναν οι ιδρύτριες του $pread, περιοδικού για τη σεξεργασία, σε κάποιο δημοσιογραφικό μέσο ενόψει της έκδοσης του πρώτου τεύχους: «Δεν είναι γραμμένο για να διεγείρει, αλλά ο κόσμος ερεθίζεται με διάφορα πράγματα, οπότε ίσως κάποιος να ερεθιστεί και με τις σεξεργάτριες που αγωνίζονται για κοινωνική δικαιοσύνη».)
Δεν μας ενδιαφέρει να συγκροτήσουμε ένα κίνημα μαζί με τους άντρες που αγοράζουν σεξ. Δεν είμαστε εδώ για να εξυψώσουμε ούτε τη φιγούρα του «συμπονετικού» πελάτη, ούτε την άποψη ότι οι πελάτες έχουν δικαίωμα στο σεξ. Δεν είμαστε εδώ για να θέσουμε σε προτεραιότητα τη συζήτηση γύρω από το ερώτημα αν η βιομηχανία του σεξ, ή ακόμα και το ίδιο το σεξ, είναι εγγενώς καλά ή κακά.
Και ούτε παραβλέπουμε, όπως θα αναλύσουμε στην πορεία αυτού του βιβλίου, τι σημαίνει εργασία μέσα στο πλαίσιο ενός αχόρταγου παγκόσμιου καπιταλισμού και μιας επερχόμενης περιβαλλοντικής καταστροφής.
Μερικές φορές, όσοι τάσσονται με τα δικαιώματα των σεξεργαζομένων προσπαθούν να δείξουν τη συμπαράστασή τους υποστηρίζοντας πως η βιομηχανία του σεξ στην πραγματικότητα δεν είναι τόπος σεξισμού και μισογυνισμού. Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για εσφαλμένο ισχυρισμό. Η βιομηχανία του σεξ είναι και σεξιστική και μισογυνική. Δεν υποστηρίζουμε ότι στη σεξεργασία καμία δεν υφίσταται βλάβες, ούτε ότι αυτές οι βλάβες είναι ελάσσονος σημασίας και μπορούν να αγνοηθούν. Αντιθέτως, οι βλάβες που βιώνουν τα σεξεργαζόμενα άτομα, όπως οι επιθέσεις, η εκμετάλλευση, οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, οι εξώσεις, οι απελάσεις, βρίσκονται στον πυρήνα αυτού του βιβλίου.
Είμαστε φεμινίστριες. Οι γυναίκες, τόσο οι τρανς όσο και οι σις, αποτελούν το επίκεντρο της πολιτικής μας παρέμβασης, ως εκ τούτου το επίκεντρο και αυτού του βιβλίου. Σεξ πουλάνε άνθρωποι κάθε φύλου: τρανς και σις άντρες, μη δυαδικά άτομα, καθώς και άνθρωποι φύλων των αυτοχθόνων λαών ή μη δυτικών φύλων, όπως οι hijra, οι fa’afafine και οι two-spirit. Είναι σημαντικό να το αναγνωρίζουμε αυτό, γιατί το φύλο κάθε ανθρώπου διαμορφώνει τη διαδρομή του προς τη σεξεργασία, τις εμπειρίες του εντός της, αλλά και τη ζωή του πέρα από αυτήν.
Εξίσου σημαντικό όμως είναι να μην παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η βιομηχανία του σεξ είναι πράγματι έμφυλα δομημένη: Η πλειονότητα όσων πουλάνε σεξ είναι γυναίκες, και η συντριπτική πλειονότητα όσων πληρώνουν για σεξ είναι άντρες.
Σε αυτό το βιβλίο συνήθως κάνουμε λόγο για γυναίκες σεξεργάτριες και άντρες πελάτες. Δεν έχουμε την αυταπάτη ότι αυτό ισχύει όντως σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά ούτε πρόκειται για λάθος ή παράλειψη. Είναι μια συνειδητή επιλογή που κατά τη γνώμη μας αντανακλά την έμφυλη πραγματικότητα της βιομηχανίας του σεξ, όπως επίσης και τις δικές μας φεμινιστικές θέσεις και προτεραιότητες.
Ίσως περιμένετε στατιστικά στοιχεία και αριθμητικά δεδομένα που «αποδεικνύουν» ότι η πορνεία είναι το ένα ή το άλλο. Υπάρχουν πολλά βιβλία που υπερασπίζονται ή αντιμάχονται την αποποινικοποίηση της βιομηχανίας του σεξ με τέτοιου είδους επιχειρήματα.
Φυσικά, τα δεδομένα είναι χρήσιμα, και σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και καθοριστικά. Όταν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θέλει να εξετάσει τρόπους μείωσης της μετάδοσης του HIV μεταξύ των σεξεργαζομένων, χρειάζεται αριθμούς. Κάποιες φορές όμως, η υπερβολική εξάρτηση από στατιστικά δεδομένα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια μορφή επίκλησης στην αυθεντία: Κάποια επικαλείται μια έρευνα που λέει το ένα, άλλοι επικαλούνται έρευνες που λένε το αντίθετο, και η αντιπαράθεση «κερδίζεται» αναλόγως ποια νούμερα είναι περισσότερο εντυπωσιακά ή ποια μελέτη δημοσιεύτηκε στο πιο έγκριτο περιοδικό.
Ορισμένες έρευνες μπορεί να είναι κακής ποιότητας ή να διαστρεβλώνονται από σχολιαστές, και αφιερώνουμε υπερβολικά πολύ χρόνο στην αντιπαράθεση για την αξιοπιστία τους αντί να επιστρατεύουμε την απλή λογική και την ενσυναίσθηση. Η εξάρτηση από τα στατιστικά δεδομένα στη συζήτηση περί πορνείας είναι συχνά αποτέλεσμα της αορατότητάς μας και της έλλειψης νομιμοποίησης που αντιμετωπίζουμε όταν μιλάμε δημόσια.
Οι σεξεργάτριες ίσως να φαντάζουμε ξένες και αινιγματικές, και τα ερωτήματα που θέτουμε να μοιάζουν υπερβολικά πολιτικά.
Αντίθετα, οι αριθμοί είναι καθησυχαστικοί, φαινομενικά απολιτικοί και κατανοήσιμοι.
Σαφώς και χρησιμοποιούμε αριθμητικά δεδομένα –και στα γραπτά και στη δράση μας– αλλά δεν παίζουν κεντρικό ρόλο στην προσέγγισή μας. Αντί να βασιστούμε σε μερικούς χαρακτηριστικούς δείκτες που «αποδεικνύουν» τα επιχειρήματα υπέρ των δικαιωμάτων των σεξεργατριών, θέλουμε οι αναγνώστριες να σκεφτούν με ενσυναίσθηση πώς οι αλλαγές στο ποινικό δίκαιο μεταβάλλουν τα κίνητρα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που πουλάνε σεξ, αλλά και των πελατών, της αστυνομίας, των μάνατζερ και των ιδιοκτητών ακινήτων.
Αν κατανοήσετε πώς και γιατί αλλάζουν αυτές οι συμπεριφορές, τότε θα κατανοήσετε και πολύ βαθύτερα πώς οι μεταβολές στο ποινικό δίκαιο καθιστούν τα άτομα που πουλάνε σεξ περισσότερο –ή λιγότερο– ασφαλή.
[…]
Ποιες είναι οι πόρνες; Φαίνεται ότι οι απόψεις ταλαντεύονται ανάμεσα σε αντιφατικά στερεότυπα, πράγμα όχι και τόσο παράξενο μάλλον καθώς πολύ συχνότερα μιλούν γι’ αυτή την ομάδα ανθρώπων απ’ ό,τι της απευθύνονται. Όπως συμβαίνει με τους μετανάστες, οι οποίοι περιγράφονται ταυτόχρονα ως τεμπέληδες και παράσιτα, που με κάποιον τρόπο κλέβουν κιόλας τις δουλειές των «τίμιων ανθρώπων», έτσι και οι σεξεργάτριες παρουσιάζονται ταυτόχρονα ως θύματα και ως συνεργοί, ως σεξουαλικά αχόρταγες αλλά και ως αβοήθητες δεσποσύνες.
Όταν η κοινωνία μας προσπαθεί να συμβιβάσει αυτές τις άκρως αντιφατικές προσδοκίες, ζητείται από τις σεξεργαζόμενες να βρουν μια εκπρόσωπο που να «είναι αντιπροσωπευτική της κοινότητας». Αυτό όμως δεν είναι δυνατόν να συμβεί, ακριβώς όπως δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μία και μοναδική «αντιπροσωπευτική» γυναίκα η οποία θα μιλάει κάθε φορά που τίθενται «γυναικεία ζητήματα».
Οι σεξεργάτριες μπορεί να μην έχουν καμία ομοιότητα μεταξύ τους όσον αφορά την ταυτότητα, τις συνθήκες, την υγεία ή τις συνήθειές τους. Από την ανύπαντρη μητέρα που εργάζεται τις καθημερινές σε κάποιο κέντρο μασάζ στη Σκοτία, μέχρι τη νεαρή μπαργούμαν από την Καμπότζη που λαχταρά να ταξιδέψει στην Ευρώπη, από την ομάδα μαύρων τρανς σεξεργατριών που σχηματίζουν πολιτικές συλλογικότητες στο Κέιπ Τάουν, μέχρι τη Νιγηριανή μετανάστρια χωρίς χαρτιά που κυνηγά το μεροκάματο στους δρόμους της Στοκχόλμης, από τον παγκόσμιο Βορρά ως τον παγκόσμιο Νότο, και εντός ενός ηλικιακού φάσματος που εκτείνεται σε πολλές δεκαετίες, οι σεξεργαζόμενες διαφέρουν αφάνταστα ως προς τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνικότητα, την τάξη, το φύλο, τη σεξουαλικότητα και την αναπηρία. Για να υπάρξει κάτι που να πλησιάζει την πραγματική εκπροσώπηση, το βιβλίο αυτό θα χρειαζόταν χιλιάδες συγγραφείς.
Πολλές ακτιβίστριες σεξεργάτριες διαπιστώνουν ότι σε φεμινιστικούς χώρους οι μαρτυρίες τους απορρίπτονται με το σκεπτικό ότι, ακριβώς επειδή είναι ακτιβίστριες, δεν είναι αντιπροσωπευτικές· ότι μιλούν από μια θέση εξαίρεσης, προνομίου και απόκλισης. Τα ερωτήματα για το κατά πόσο μια σεξεργάτρια είναι «αντιπροσωπευτική» αποδεικνύονται κυκλικά: Οι πολέμιες της πορνείας, ενώ δηλώνουν πρόθυμες να ακούσουν «όσες δεν έχουν φωνή», αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε έχει φωνή ως κάποια που ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δεν χρειάζεται πια να ακουστεί. Βέβαια, οι πολέμιες της πορνείας δεν ακολουθούν την ίδια λογική και με τις δικές τους φωνές.
Οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου ασφαλώς δεν μπορούν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικές όλων των ανθρώπων που πουλάνε σεξ. Είμαστε και οι δύο σις γυναίκες και λευκές, γεννημένες και μεγαλωμένες στον παγκόσμιο Βορρά, εργαζόμαστε σε μια χώρα όπου η σεξεργασία που κάνουμε είναι λιγότερο ποινικοποιημένη, διαθέτουμε μόρφωση μεσαίας τάξης και την πρόσβαση που αυτό συνεπάγεται σε εξουσία και κεφάλαιο.
Δεν είναι τυχαίο που σε εμάς, ή σε ανθρώπους σαν εμάς, εμφανίζονται ευκαιρίες να μιλήσουμε στην τηλεόραση, να δημοσιεύσουμε άρθρα ή να διοριστούμε σε αμειβόμενες ακτιβιστικές θέσεις.
Όπως συμβαίνει σε κάθε ριζοσπαστικό κίνημα, συνήθως ορισμένες λίγες ακτιβίστριες καρπώνονται δυσανάλογη αναγνώριση για έργο αντίστοιχο με αυτό που επιτελούν περιθωριοποιημένες σεξεργάτριες, οι οποίες δεν μπορούν να ρισκάρουν τη δημόσια έκθεση της ακτιβιστικής τους δράσης.
Η ύπαρξη αυτού του βιβλίου –το οποίο είναι γραμμένο στα αγγλικά και επικεντρώνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ζούμε και εργαζόμαστε– από μόνη της καταδεικνύει πώς ορισμένες μορφές διαλόγου νομιμοποιούνται από την κοινωνία, ενώ άλλες παραμένουν στην αφάνεια.
Η παροχή υπηρεσιών και η οικοδόμηση κοινοτήτων με τα οποία καταπιάνονται περιθωριοποιημένες ομάδες βάσης συχνά παραμένει σχετικά άγνωστη. Αυτές οι εφήμερες μορφές αντίστασης μπορεί να είναι απίστευτα ενθαρρυντικές ή σωτήριες, και οι μνήμες τους ανεκτίμητες για ένα κίνημα. Από την άλλη, τα βιβλία, τα μπλογκ και τα πολιτικά κείμενα αποτελούν μορφές διεκδίκησης που βρίσκουν πιο εύκολα τον δρόμο προς την ιστορία.
Ένα βιβλίο μάς παρέχει σημαντικό χώρο για να εξερευνήσουμε κριτικά τις ενίοτε οδυνηρές πτυχές των πολιτικών για τη σεξεργασία – χώρο και αποχρώσεις που δεν παρέχονται σε όσες μιλούν δύο λεπτά στο μικρόφωνο μιας πορείας. Αυτό το βιβλίο είναι πλασμένο από τη δική μας οπτική, και η οπτική αυτή έχει διαμορφωθεί από τα προνόμιά μας.
Ωστόσο, προσπαθούμε να συμπεριλάβουμε ένα ευρύ φάσμα φωνών σεξεργατριών στο κείμενό μας, πανηγυρικές, στοχαστικές, κριτικές, πένθιμες. Όλες αυτές οι μορφές πολιτικού λόγου είναι εξίσου έγκυρες.
Πολλές φορές οι εργαζόμενες στο σεξ πληρώνουν πολύ ακριβά το τίμημα να μιλούν πολιτικά. Το 2004, η Αργεντίνα συνδικαλίστρια Σάντρα Καμπρέρα πυροβολήθηκε θανάσιμα στο σπίτι της, σε αντίποινα για τη δράση της ενάντια στη διαφθορά και τη βία της αστυνομίας εις βάρος των σεξεργατριών. Η δολοφονία της παραμένει επισήμως ανεξιχνίαστη.
Η Καμπίτα Ρόυ, μέλος συνδικάτου σεξεργατριών στην Ινδία, δολοφονήθηκε στα γραφεία του συνδικάτου στην Καλκούτα το 2016. Τον Ιανουάριο του 2018, τρεις σημαίνουσες αγωνίστριες για τα δικαιώματα των σεξεργαζομένων δολοφονήθηκαν στη Βραζιλία. Το 2011, εγκληματικές συμμορίες δολοφόνησαν την πρόεδρο ενός συνδικάτου μεταναστριών σεξεργαζομένων στο Περού.
Η σεξεργάτρια Άνχελα Βιγιόν Μπουσταμάντε, συναδέλφισσα της δολοφονημένης συνδικαλίστριας, δήλωσε: «Δεν συμφέρει οικονομικά τη μαφία να οργανώνονται οι σεξεργάτριες».
Και βέβαια το βαρύ τίμημα του πολιτικού λόγου δεν πέφτει εξίσου σε όλες τις σεξεργάτριες. Το επισφαλές καθεστώς διαμονής σε μια χώρα, ο φόβος της έξωσης ή της αστυνομικής βίας και η πιθανή απώλεια της επιμέλειας παιδιών σημαίνουν ότι οι μετανάστριες και οι αυτόχθονες εργαζόμενες, όσες ζουν σε επισφαλείς συνθήκες στέγασης, και οι γονείς (ιδίως οι μητέρες) ρισκάρουν περισσότερα όταν οργανώνονται ή εκφράζονται δημόσια, σε σύγκριση με τις σεξεργαζόμενες που έχουν σταθερή στέγαση, διαβατήριο ή ιθαγένεια, ή δεν έχουν παιδιά.
Οι σις σεξεργάτριες διατρέχουν λιγότερους κινδύνους σε σχέση με τις τρανς, ενώ οι λευκές σεξεργάτριες είναι πιο προστατευμένες από τις μη λευκές.
[…]
Γράφουμε αυτό το κείμενο με επίγνωση της θέσης από την οποία μιλάμε, αλλά και με ικανοποίηση, επειδή κρατάτε στα χέρια σας ένα βιβλίο για την πορνεία γραμμένο από πόρνες. Δυστυχώς, είναι εξαιρετικά σπάνιο αυτό. Οι καθ’ ύλην αρμόδιες να μιλήσουν για τη σεξεργασία είναι οι σεξεργάτριες, και όχι οι δημοσιογράφοι, ούτε οι πολιτικοί και η αστυνομία.
Στους τρόπους με τους οποίους οργανωνόμαστε και γράφουμε, φέρουμε τα βιώματα της εγκληματοποίησης, των βιασμών, των επιθέσεων, της κακοποίησης από συντρόφους, των αμβλώσεων, των ψυχικών ασθενειών, της χρήσης ναρκωτικών, της επιστημικής βίας. Φέρουμε τη γνώση που έχουμε αναπτύξει από τη συστηματική εμπλοκή μας σε χώρους οργάνωσης των σεξεργατριών, χώρους αλληλοϋποστήριξης, χώρους που πασχίζουν για τη συλλογική απελευθέρωση. Ως δυο φίλες που γράφουμε μαζί αυτό το βιβλίο, παλεύουμε να κάνουμε ορατά τα αιτήματα του κινήματος στο οποίο συμμετέχουμε.